Σε πολιτική συμφωνία για την εφαρμογή της λεγόμενης συμφωνίας του «Turnberry», του εμπορικού συμβιβασμού που είχε επιτευχθεί το περασμένο καλοκαίρι μεταξύ Βρυξελλών και Ουάσιγκτον, κατέληξαν τα ξημερώματα το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενωσης και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, σε μια προσπάθεια να αποκλιμακωθεί η ένταση στις διατλαντικές εμπορικές σχέσεις και να αποφευχθεί ένας νέος γύρος δασμολογικού «πολέμου» με τις Ηνωμένες Πολιτείες του Ντόναλντ Τραμπ.
Η συμφωνία, που είχε συναφθεί τον Αύγουστο του 2025 στο γκολφ θέρετρο του Αμερικανού προέδρου στη Σκωτία, το «Turnberry», προβλέπει την κατάργηση ευρωπαϊκών δασμών σε εκατοντάδες αμερικανικά βιομηχανικά και αγροδιατροφικά προϊόντα, με αντάλλαγμα την επιβολή ενιαίου δασμού 15% από τις ΗΠΑ στη μεγάλη πλειονότητα των ευρωπαϊκών εξαγωγών.
Πρόκειται ουσιαστικά για έναν πολιτικό και εμπορικό συμβιβασμό που στόχο έχει να προσφέρει σταθερότητα στις διατλαντικές συναλλαγές, έπειτα από χρόνια εμπορικών εντάσεων σε τομείς όπως ο χάλυβας, το αλουμίνιο και τα βιομηχανικά προϊόντα.
Η πρόεδρος της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν χαιρέτισε τη συμφωνία, υπογραμμίζοντας ότι «μια συμφωνία είναι συμφωνία και η Ε.Ε .τηρεί τις δεσμεύσεις της». Οπως δήλωσε, η κατάληξη των διαπραγματεύσεων μεταξύ Συμβουλίου και Ευρωκοινοβουλίου σημαίνει ότι η Ενωση «παραδίδει το δικό της μέρος της κοινής δήλωσης Ε.Ε. – ΗΠΑ, όπως είχε υποσχεθεί», καλώντας παράλληλα τους συννομοθέτες να ολοκληρώσουν γρήγορα τη διαδικασία, ώστε να διασφαλιστεί «σταθερό, προβλέψιμο, ισορροπημένο και αμοιβαία επωφελές διατλαντικό εμπόριο».
Η διαπραγμάτευση, ωστόσο, μόνο εύκολη δεν ήταν. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο επιδίωξε να ενισχύσει σημαντικά το αρχικό κείμενο της Επιτροπής, επιβάλλοντας δικλίδες «ασφαλείας» απέναντι στην αμερικανική πολιτική δασμών και στις συχνές απειλές της κυβέρνησης Τραμπ για νέα εμπορικά μέτρα. Η πίεση ήταν έντονη, ιδιαίτερα μετά τις πρόσφατες δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου ότι οι Βρυξέλλες καθυστερούν την εφαρμογή της συμφωνίας, προειδοποιώντας ότι, αν δεν υλοποιηθεί έως τις 4 Ιουλίου, οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να προχωρήσουν σε νέους δασμούς.
Τελικά, οι ευρωβουλευτές απέσπασαν σημαντικές τροποποιήσεις, αλλά όχι όλες όσες ζητούσαν. Η πιο χαρακτηριστική ήττα του Κοινοβουλίου ήταν η απόρριψη της λεγόμενης «ρήτρας ανατολής» (sunrise clause), η οποία θα συνέδεε την εφαρμογή των εμπορικών προτιμήσεων με την άρση των αμερικανικών δασμών σε χάλυβα και αλουμίνιο. Τα κράτη-μέλη αντιτάχθηκαν σθεναρά σε αυτή την ιδέα, θεωρώντας ότι θα οδηγούσε σε νέα σύγκρουση με την Ουάσιγκτον.
Αντί αυτής της αυτόματης ρήτρας, συμφωνήθηκε ένας μηχανισμός αναστολής, ο οποίος επιτρέπει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή να επαναφέρει δασμούς εφόσον κρίνει πολιτικά ότι οι ΗΠΑ δεν τηρούν τις δεσμεύσεις τους. Ειδικότερα, αν έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026 η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να επιβάλλει δασμούς άνω του 15% σε παράγωγα προϊόντα χάλυβα και αλουμινίου της Ε.Ε., η Κομισιόν θα μπορεί να αναστείλει μέρος των εμπορικών προτιμήσεων.
Ο επίτροπος Εμπορίου Μάρος Σέφκοβιτς χαρακτήρισε το αποτέλεσμα «ισχυρό και με ουσιαστικό αντίκτυπο», διαμηνύοντας ότι στις επόμενες επαφές με τις ΗΠΑ θα υπογραμμίσει τη σημασία της άρσης των δασμών στον χάλυβα και στο αλουμίνιο. «Θέλουμε να δούμε ότι η κοινή δήλωση εφαρμόζεται με δίκαιο τρόπο και από τις δύο πλευρές», σημείωσε.
Από την πλευρά του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ο πρόεδρος της επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου και εισηγητής του φακέλου Μπερντ Λάνγκε έκανε λόγο για «μια δύσκολη διαδρομή που άξιζε τον κόπο». Οπως είπε, με τη μετατροπή των δεσμεύσεων της κοινής δήλωσης σε ευρωπαϊκή νομοθεσία, η συμφωνία εντάσσεται πλέον στο «εργαλειοστάσιο» της Ε.Ε. για τη διαχείριση των σχέσεων με τις ΗΠΑ, ενώ ταυτόχρονα ανταποκρίνεται στις πιέσεις που δέχεται η Ενωση. Ο ίδιος υπογράμμισε ότι το Κοινοβούλιο κατάφερε να ενισχύσει ουσιαστικά το αρχικό σχέδιο της Επιτροπής μέσω της ρήτρας λήξης, των ισχυρότερων μηχανισμών αναστολής και των ενισχυμένων ελέγχων και μηχανισμών εποπτείας.
Σημαντικό στοιχείο της συμφωνίας είναι και η λεγόμενη «ρήτρα λήξης» (sunset clause). Η βασική νομοθεσία για τις βιομηχανικές και αγροδιατροφικές εισαγωγές θα λήξει στις 31 Δεκεμβρίου 2029, δηλαδή μετά το τέλος της τρέχουσας θητείας Τραμπ και λίγο μετά τις επόμενες ευρωεκλογές. Πριν από αυτή την ημερομηνία, η Επιτροπή θα πρέπει να παρουσιάσει συνολική αξιολόγηση των επιπτώσεων της συμφωνίας στη βιομηχανία, τη γεωργία και στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις της Ε.Ε., αλλά και στις εμπορικές ροές με τρίτες χώρες, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο παράτασης μέσω νέας νομοθετικής πρότασης.
Παράλληλα, θεσπίζεται μηχανισμός διασφάλισης που επιτρέπει στην Ε.Ε. να επαναφέρει δασμούς αν διαπιστωθεί ότι η αυξημένη αδασμολόγητη είσοδος αμερικανικών προϊόντων προκαλεί ή απειλεί να προκαλέσει σοβαρή ζημία σε κάποιον ευρωπαϊκό οικονομικό κλάδο, συμπεριλαμβανομένου του αγροτικού τομέα. Η Κομισιόν θα μπορεί να ξεκινά σχετικές έρευνες είτε με δική της πρωτοβουλία είτε έπειτα από αίτημα κρατών-μελών ή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ενώ θα υποχρεούται να ενημερώνει ανά τρίμηνο τους συννομοθέτες για τις εξελίξεις στις εμπορικές ροές.
Αντίθετα, εκτός συμφωνίας έμεινε η απαίτηση ορισμένων ευρωβουλευτών να συνδέεται η αναστολή της συμφωνίας με απειλές κατά της εδαφικής ακεραιότητας της Ε.Ε., όπως οι επανειλημμένες δηλώσεις Αμερικανών αξιωματούχων περί ελέγχου της Γροιλανδίας. Τα κράτη-μέλη απέρριψαν κατηγορηματικά αυτή την πρόταση, επιμένοντας ότι το εμπορικό πλαίσιο δεν πρέπει να συνδεθεί με γεωπολιτικές αντιπαραθέσεις.
Στη συμφωνία περιλαμβάνεται επίσης η πενταετής παράταση της αδασμολόγητης εισαγωγής αστακού από τις ΗΠΑ έως τις 31 Ιουλίου 2030, με αναδρομική ισχύ από τον Αύγουστο του 2025 – ένα μέτρο περισσότερο συμβολικού χαρακτήρα, αλλά με πολιτική βαρύτητα στις αμερικανικές εξαγωγές.
Τα επόμενα βήματα είναι πλέον θεσμικά, αλλά κρίσιμα. Οι πρέσβεις των κρατών-μελών στην Ε.Ε. αναμένεται να εξετάσουν το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων, ενώ η επιτροπή Διεθνούς Εμπορίου του Ευρωκοινοβουλίου θα συνεδριάσει εκτάκτως στις 2 Ιουνίου για να εγκρίνει το κείμενο. Εφόσον δοθεί το πράσινο φως, η συμφωνία θα τεθεί προς ψήφιση στην ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στα μέσα Ιουνίου και στη συνέχεια θα πρέπει να εγκριθεί επισήμως και από το Συμβούλιο. Η νέα νομοθεσία θα τεθεί σε ισχύ αμέσως μετά τη δημοσίευσή της στην επίσημη Εφημερίδα της Ε.Ε.
Παρά την προσωρινή αποκλιμάκωση, οι προκλήσεις παραμένουν. Η συμφωνία δεν λύνει οριστικά τις διαφωνίες για τον χάλυβα και το αλουμίνιο, ούτε εξαλείφει τον κίνδυνο νέων αμερικανικών δασμών. Ταυτόχρονα, η Ε.Ε. επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη προστασίας της ευρωπαϊκής βιομηχανίας και στη διατήρηση μιας λειτουργικής σχέσης με τον σημαντικότερο εμπορικό της εταίρο. Το κατά πόσο η συμφωνία θα προσφέρει πραγματική σταθερότητα ή απλώς μια προσωρινή ανακωχή στον διατλαντικό εμπορικό πόλεμο, θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τη στάση της Ουάσιγκτον τους επόμενους μήνες.

