ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ – ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ. Η διατήρηση ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα της ζώνης Σένγκεν εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες «προκλήσεις» για την ελεύθερη κυκλοφορία στην Ευρωπαϊκή Ενωση, παρά τη συνολική εικόνα «ανθεκτικότητας», που παρουσιάζει το σύστημα Σένγκεν σύμφωνα με τη νέα –πέμπτη κατά σειρά– έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την περίοδο 2025-2026.
Η έκθεση, που δημοσιεύθηκε σήμερα, καταγράφει ότι το 2025 δέκα χώρες της Σένγκεν διατήρησαν ή παρέτειναν τους ελέγχους στα εσωτερικά σύνορα, επικαλούμενες μεταναστευτικές πιέσεις, κινδύνους για την ασφάλεια και αυξημένη δραστηριότητα διασυνοριακού οργανωμένου εγκλήματος.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η Γερμανία, η Αυστρία, η Γαλλία, η Δανία, η Ιταλία, η Ολλανδία, η Νορβηγία, η Πολωνία, η Σλοβενία και η Σουηδία. Στην περίπτωση της Γερμανίας, οι έλεγχοι εφαρμόζονται πλέον σε όλα τα χερσαία σύνορά της, με το Βερολίνο να επικαλείται την παράτυπη μετανάστευση, τη διακίνηση μεταναστών αλλά και ευρύτερες απειλές ασφαλείας, που συνδέονται με τον πόλεμο στην Ουκρανία και την κατάσταση στη Μέση Ανατολή.
Κατά τη σημερινή ενημέρωση των ανταποκριτών, η Κομισιόν υπενθύμισε ότι η επαναφορά προσωρινών ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα είναι επιτρεπτή βάσει του Κώδικα Συνόρων Σένγκεν, αλλά υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις και με συνεχή παρακολούθηση από τις Βρυξέλλες.
Εκπρόσωπος της Επιτροπής σημείωσε ότι βρίσκεται σε εξέλιξη στενός διάλογος με τα κράτη-μέλη, που εφαρμόζουν ελέγχους, με στόχο να περιοριστούν όσο γίνεται οι επιπτώσεις για τους διασυνοριακούς εργαζομένους, τις τοπικές κοινωνίες και τις περιφερειακές οικονομίες.
Στην ενημέρωση τέθηκε ειδικά το ζήτημα της διάρκειας των μέτρων σε χώρες όπως η Γερμανία, η Αυστρία και η Σλοβενία, όπου οι έλεγχοι εφαρμόζονται ήδη εδώ και χρόνια. Δημοσιογράφοι επισήμαναν ότι σε ορισμένες περιπτώσεις τα μέτρα υφίστανται εδώ και τέσσερα χρόνια, αμφισβητώντας κατά πόσο μπορούν ακόμη να θεωρούνται «προσωρινά».
Η Κομισιόν απάντησε ότι ο αναθεωρημένος Κώδικας Συνόρων Σένγκεν του 2024 προβλέπει ως γενικό κανόνα διάρκεια έως δύο ετών, με δυνατότητα παράτασης υπό ειδικές συνθήκες και με την Επιτροπή να εκδίδει σχετικές γνωμοδοτήσεις, όταν οι έλεγχοι παρατείνονται πέραν συγκεκριμένου χρονικού ορίου.
Παράλληλα, η Επιτροπή επιμένει ότι υπάρχουν αποτελεσματικότερες εναλλακτικές λύσεις από τους συστηματικούς συνοριακούς ελέγχους. Η έκθεση αναφέρεται εκτενώς στην ενίσχυση της αστυνομικής συνεργασίας, στις κοινές επιχειρήσεις μεταξύ κρατών-μελών, στις κινητές βιομετρικές ταυτοποιήσεις και στη χρήση τεχνολογιών παρακολούθησης οχημάτων ως εργαλείων που μπορούν να περιορίσουν τις μεταναστευτικές και εγκληματικές πιέσεις χωρίς να διαταράσσουν την ελεύθερη κυκλοφορία.
Η «καλή πρακτική»
Ως παράδειγμα «καλής πρακτικής» προβάλλεται η Ρουμανία, η οποία εφαρμόζει μοντέλο επιχειρησιακής συνεργασίας στα σύνορά της με την Ουγγαρία και τη Βουλγαρία, συνδυάζοντας κοινές περιπολίες, στοχευμένους αστυνομικούς ελέγχους βάσει ανάλυσης κινδύνου και πλήρως λειτουργικά κέντρα αστυνομικής συνεργασίας.
Κεντρικό στοιχείο της νέας στρατηγικής για τη Σένγκεν αποτελεί και η ενίσχυση των εξωτερικών συνόρων μέσω των νέων ψηφιακών συστημάτων διαχείρισης συνόρων. Η έκθεση δίνει ιδιαίτερη έμφαση στο νέο Σύστημα Εισόδου/Εξόδου (Entry/Exit System – EES), το οποίο τέθηκε σταδιακά σε λειτουργία από τον Οκτώβριο του 2025 και πλέον λειτουργεί πλήρως σε όλα τα σημεία διέλευσης της Σένγκεν.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Επιτροπής, από την έναρξη λειτουργίας του έχουν καταγραφεί περισσότερες από 60 εκατομμύρια είσοδοι και έξοδοι πολιτών τρίτων χωρών και πάνω από 30.000 αρνήσεις εισόδου λόγω μη συμμόρφωσης με τους όρους εισόδου.
Σε σχετική ερώτηση της «Κ» ο εκπρόσωπος της Κομισιόν υποστήριξε ότι το σύστημα λειτουργεί κανονικά σε όλα τα κράτη Σένγκεν και ότι ήδη αποδίδει σημαντικά αποτελέσματα σε επίπεδο ασφάλειας, καθώς έχουν εντοπιστεί εκατοντάδες άτομα που θεωρήθηκαν απειλή για την εσωτερική ασφάλεια της Ε.Ε. Παράλληλα, αναγνωρίστηκε ότι σε ορισμένα κράτη παρουσιάστηκαν τεχνικές και επιχειρησιακές δυσκολίες, κυρίως σε περιόδους αυξημένης επιβατικής κίνησης.
Απαιτούνται περαιτέρω βελτιώσεις στην Ελλάδα
Η Ελλάδα αναφέρεται επανειλημμένα στην έκθεση, τόσο σε σχέση με τη διαχείριση των εξωτερικών συνόρων όσο και με την εφαρμογή των νέων ευρωπαϊκών συστημάτων ασφαλείας. Στο κεφάλαιο για τους συνοριακούς ελέγχους, η χώρα συγκαταλέγεται μεταξύ εκείνων, όπου απαιτούνται περαιτέρω βελτιώσεις στη χρήση ευρωπαϊκών και εθνικών βάσεων δεδομένων, στην αντιμετώπιση της πλαστογραφίας εγγράφων, στη συνεργασία μεταξύ υπηρεσιών και στη βιομετρική επαλήθευση στα σύνορα.
Παράλληλα, η Ελλάδα περιλαμβάνεται στις χώρες όπου, σύμφωνα με την Επιτροπή, δεν έχει ακόμη διαμορφωθεί πλήρως ένα ολοκληρωμένο σύστημα επιτήρησης συνόρων, ιδιαίτερα ως προς την έγκαιρη ανίχνευση παράτυπων αφίξεων και την αξιολόγηση κινδύνου σε πραγματικό χρόνο.
Αναφορές γίνονται και στον τομέα του σχεδιασμού έκτακτης ανάγκης. Η έκθεση σημειώνει ότι η Ελλάδα συγκαταλέγεται μεταξύ των χωρών, που δεν έχουν ακόμη ολοκληρώσει πλήρως τα σχέδια αντιμετώπισης μαζικών αφίξεων μεταναστών, ενώ καταγράφεται επίσης μεταξύ των κρατών που δεν έχουν δοκιμάσει στην πράξη την εφαρμογή των σχεδίων αυτών. Επιπλέον, η Κομισιόν επισημαίνει ότι τα εθνικά σχέδια εξακολουθούν να παρουσιάζουν αδυναμίες ως προς την ενσωμάτωση της ευρωπαϊκής στήριξης και τον συντονισμό με τη Frontex και τα γειτονικά κράτη.
Σχετικά με τις επιστροφές μεταναστών, η έκθεση διαπιστώνει ότι στην Ελλάδα εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές επιχειρησιακές αδυναμίες που επηρεάζουν την αποτελεσματικότητα του συστήματος επιστροφών, ιδιαίτερα σε επίπεδο υποδομών, ανθρώπινου δυναμικού και επιχειρησιακών δυνατοτήτων.
Σε ό,τι αφορά το EES, η Ελλάδα περιγράφεται ως μία από τις χώρες με ιδιαίτερα αυξημένες εποχικές πιέσεις λόγω τουρισμού, μαζί με την Ιταλία, την Ισπανία και την Πορτογαλία. Η έκθεση αναγνωρίζει ότι κατά την πρώτη φάση εφαρμογής του συστήματος παρουσιάστηκαν δυσκολίες κυρίως στη συλλογή βιομετρικών δεδομένων, στη λειτουργία των self-service συστημάτων και στη διαχείριση των ουρών σε ώρες αιχμής στα αεροδρόμια και στα σημεία διέλευσης.

