Οι πολύ διαφορετικές προτεραιότητες των ΗΠΑ και της Κίνας προέβαλαν ανάγλυφα κατά τη χθεσινή, πρώτη ημέρα της διήμερης συνόδου κορυφής του Σι Τζινπίνγκ με τον Ντόναλντ Τραμπ, στο Πεκίνο. Ο Αμερικανός πρόεδρος, ο οποίος συνοδευόταν από τους διευθύνοντες συμβούλους 16 αμερικανικών πολυεθνικών, έριξε το κέντρο βάρους στο διμερές εμπόριο και στις επιχειρηματικές συμφωνίες, ενώ ο Κινέζος ηγέτης προέταξε το υπ’ αριθμόν ένα ζήτημα εθνικής ασφάλειας της χώρας του, εκείνο της Ταϊβάν, χαράσσοντας με ιδιαίτερη ένταση τις κόκκινες γραμμές του.
H στρατηγική για τη «Μεγάλη Ανανέωση του Κινεζικού Εθνους» και η στρατηγική Τραμπ «Να Κάνουμε την Αμερική Μεγάλη Ξανά» μπορούν να βαδίσουν χέρι χέρι. Σι Τζινπίνγκ
«Η λεγόμενη “ανεξαρτησία της Ταϊβάν” και η διατήρηση της ειρήνης στα Στενά είναι τόσο ασυμφιλίωτες όσο η φωτιά και το νερό», είπε ο Σι στον Τραμπ στη διάρκεια της κατ’ ιδίαν συνάντησης των δύο ανδρών, όπως ανακοίνωσε το κινεζικό υπουργείο Εξωτερικών. «Αν χειριστούμε σωστά το πρόβλημα, οι διμερείς σχέσεις θα είναι συνολικά σταθερές. Σε διαφορετική περίπτωση, οι δύο χώρες θα οδηγηθούν σε αντιπαραθέσεις ή ακόμη και σε συγκρούσεις, κάτι που θα θέσει την όλη σχέση τους σε διακινδύνευση», αναφέρεται στην ίδια ανακοίνωση. Οπως ανακοίνωσε το κρατικό πρακτορείο ειδήσεων της Κίνας Xinhua, στη συνάντηση των δύο ηγετών, που κράτησε περισσότερο από δύο ώρες, συζητήθηκαν επίσης θέματα εμπορίου, η κατάσταση στη Μέση Ανατολή, το Ουκρανικό και το Κορεατικό. Η ανακοίνωση του Λευκού Οίκου δεν έκανε αναφορά στο θέμα της Ταϊβάν, ενώ έδινε ιδιαίτερη έμφαση στο Ιρανικό, αναφέροντας ότι οι δύο πλευρές συμφώνησαν πως τα Στενά του Ορμούζ πρέπει να παραμείνουν ανοικτά και ότι το Ιράν δεν πρέπει ποτέ να αποκτήσει πυρηνικά όπλα. Η σύνοψη του Λευκού Οίκου χαρακτηρίζει απλώς «καλή» τη συνάντηση Σι – Τραμπ, προσθέτοντας ότι συζητήθηκαν «θέματα οικονομικής συνεργασίας». Πάντως ο Αμερικανός ΥΠΕΞ Μάρκο Ρούμπιο, που συνοδεύει τον Τραμπ στο Πεκίνο, δήλωσε ότι η αμερικανική πολιτική έναντι της Ταϊβάν «παραμένει αμετάβλητη μέχρι στιγμής», προσθέτοντας ότι «θα ήταν φρικτό σφάλμα» αν η Κίνα επιχειρούσε να καταλάβει τη νήσο διά της βίας.

Οπλα 11 δισ. δολ.
Τον περασμένο Δεκέμβριο, ο Αμερικανός πρόεδρος ενέκρινε τη χορήγηση στρατιωτικού υλικού αξίας 11 δισ. δολαρίων στην Ταϊβάν, ερεθίζοντας την Κίνα, η οποία θεωρεί τη νήσο αναπόσπαστο κομμάτι της εθνικής επικράτειάς της. Τα εν λόγω όπλα δεν έχουν ακόμη παραδοθεί και πριν από την επίσκεψη Τραμπ το Πεκίνο πίεζε για αναθεώρηση της απόφασης ή τουλάχιστον για μια πιο σαφή φραστική τοποθέτηση της αμερικανικής ηγεσίας εναντίον των αποσχιστικών προθέσεων της κυβέρνησης της Ταϊβάν. Ο έντονος τρόπος με τον οποίο τοποθέτησε χθες το ζήτημα ο Σι ερμηνεύεται από αναλυτές ως ένδειξη ότι ο Τραμπ δεν ικανοποίησε τις προσδοκίες του Πεκίνου.
Μεγαλοπρέπεια
Ο οικοδεσπότης της συνόδου επιφύλαξε θερμή υποδοχή στον φιλοξενούμενό του έξω από το Μέγαρο του Λαού, στην πλατεία της Ουράνιας Ειρήνης (Τιενανμέν) του Πεκίνου. Η καθιερωμένη πυροβολαρχία με τα 21 κανόνια απέδωσε τιμές κατά την ανάκρουση των εθνικών ύμνων, ενώ αγόρια και κορίτσια εκτέλεσαν χορευτικά και υποδέχθηκαν τους δύο ηγέτες με σημαιάκια και λουλούδια. Στις σύντομες δηλώσεις τους μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες, προτού οι δύο ηγέτες αποσυρθούν για τις κατ’ ιδίαν συνομιλίες τους, ο Τραμπ έπλεξε το εγκώμιο του Σι λέγοντας: «Είστε μεγάλος ηγέτης. Μερικές φορές κάποιοι δεν θέλουν να το λέω, αλλά εγώ το λέω γιατί είναι αλήθεια. Είναι τιμή μου που βρίσκομαι μαζί σας. Είναι τιμή μου που είμαι φίλος σας». Νωρίτερα, ο Σι είχε ανοίξει τη συνάντηση σε πιο αυστηρό τόνο, εκφράζοντας την ελπίδα «να αποφύγουν οι δύο χώρες την παγίδα του Θουκυδίδη» και «να σφυρηλατήσουν ένα νέο μοντέλο στις σχέσεις μεταξύ μεγάλων δυνάμεων». Ο όρος παραπέμπει στην «Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου», όπου ο συγγραφέας της εκτιμά ότι η δυναμική άνοδος της Αθήνας ώθησε τη Σπάρτη σε πόλεμο για να ανακόψει την πορεία του ανταγωνιστή της προς την ηγεμονία. Πάντως, ο Σι φρόντισε να δώσει θετικό τόνο στις δηλώσεις του τονίζοντας ότι οι δύο χώρες «πρέπει να είναι εταίροι και όχι αντίπαλοι».


Μετά την ολοκλήρωση των συνομιλιών, ο Σι ξενάγησε τον Τραμπ στον Ναό του Ουρανού, ιστορικό μνημείο της αυτοκρατορικής Κίνας, που περιλαμβάνεται στον κατάλογο της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς της UNESCO. Ακολούθησε το επίσημο δείπνο προς τιμήν των δύο αντιπροσωπειών, με δέκα πιάτα που περιελάμβαναν σούπα αστακού, πάπια Πεκίνου και τιραμισού. Ο Σι είπε στους προσκεκλημένους του ότι η σχέση ΗΠΑ – Κίνας είναι «η πιο σημαντική στον κόσμο» και ότι η δική του στρατηγική για τη «Μεγάλη Ανανέωση του Κινεζικού Εθνους» και η στρατηγική Τραμπ «Να Κάνουμε την Αμερική Μεγάλη Ξανά (MAGA)» μπορούν να βαδίσουν χέρι χέρι. Από την πλευρά του ο Αμερικανός πρόεδρος ευχαρίστησε τον οικοδεσπότη του για τη «θαυμάσια, ανεπανάληπτη φιλοξενία» και τον προσκάλεσε να επισκεφθεί την Ουάσιγκτον στις 24 Σεπτεμβρίου. Οι δύο άνδρες θα ολοκληρώσουν τη σύνοδο κορυφής σήμερα, όπου ο Σι θα προσφέρει στον Αμερικανό πρόεδρο τσάι και στη συνέχεια γεύμα εργασίας.
Εμπορικές συμφωνίες
Σε ό,τι αφορά το εμπορικό πεδίο, ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ δήλωσε χθες ότι αναμένει να υπάρξουν μεγάλες κινεζικές παραγγελίες για την αγορά αεροπλάνων της Boeing. Οι δύο πλευρές συζητούν επίσης την προοπτική αγοράς αμερικανικών αγροτικών προϊόντων (σόγια, κρέας) και ενέργειας από την Κίνα, όπως και την πραγματοποίηση κινεζικών επενδύσεων σε «μη στρατηγικούς», όπως φρόντισε να διευκρινίσει ο Μπέσεντ, τομείς της αμερικανικής οικονομίας. Ρεπορτάζ του πρακτορείου Reuters ανέφερε ότι η κυβέρνηση Τραμπ έδωσε το πράσινο φως στην αμερικανική εταιρεία Nvidia, ο επικεφαλής της οποίας συνόδευσε τον Αμερικανό πρόεδρο στο Πεκίνο, να πουλήσει τελευταίας γενιάς μικροτσίπ Η200 σε δέκα κινεζικές εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης.
Αλλάζουν οι ισορροπίες ισχύος
Η τελευταία επίσκεψη του Τραμπ στην Κίνα, πριν από την τρέχουσα, είχε λάβει χώρα κατά την πρώτη θητεία του στην προεδρία των ΗΠΑ, τον Νοέμβριο του 2017. Τότε, προτού καν συμπληρώσει την πρώτη χρονιά του στον Λευκό Οίκο, ο Αμερικανός ηγέτης είχε μεταβεί στο Πεκίνο συνοδευόμενος από τη σύζυγό του, Μελάνια. Σχεδόν δέκα χρόνια μετά, ο Ντόναλντ Τραμπ βρέθηκε ξανά στο Πεκίνο, χωρίς όμως να συνοδεύεται από τη σύζυγό του. Η δεύτερη θητεία του στην προεδρία είναι πολύ πιο «έντονη» από την πρώτη. Για του λόγου το αληθές μπορεί να ανατρέξει μεταξύ άλλων κανείς στα θέματα των δασμών (που αγγίζουν άμεσα την Κίνα), της Γροιλανδίας και του πολέμου στο Ιράν. Παράλληλα ωστόσο και η Κίνα του Σι Τζινπίνγκ είναι αρκετά διαφορετική σε σχέση με το παρελθόν. «Μία δεκαετία μετά, ο Τραμπ επιστρέφει σε μια ισχυρότερη και πιο διεκδικητική Κίνα. Τώρα που διανύει μια άνευ προηγουμένου τρίτη θητεία (σ.σ. ο Σι Τζινπίνγκ έγινε το 2023 ο πρώτος Κινέζος ηγέτης που εξασφάλισε τρίτη συναπτή θητεία στην προεδρία), ο φιλόδοξος Σι προωθεί σχέδια για “νέες παραγωγικές δυνάμεις” με μεγάλες επενδύσεις σε ΑΠΕ, στη ρομποτική και στην ΑΙ», γράφει η Λόρα Μπίκερ, ανταποκρίτρια του BBC στην Κίνα. Σύμφωνα με την ίδια ανάλυση, «ο Τραμπ έχτισε ένα πολιτικό brand μιλώντας σκληρά για την Κίνα, πλην όμως χθες επαίνεσε τον οικοδεσπότη του». «Είσαι ένας σπουδαίος ηγέτης. Το λέω σε όλους», είπε ο Τραμπ απευθυνόμενος στον Σι. Η κινεζική ηγεσία επιφύλαξε στον Αμερικανό ηγέτη μια μεγαλοπρεπή υποδοχή, γνωρίζοντας ότι αυτή επρόκειτο να κάνει τον γύρο του κόσμου και να γίνει πρώτο θέμα στα αμερικανικά δίκτυα. «Το θέαμα σχεδιάστηκε για να δείξει ότι οι πύλες της Κίνας είναι ανοιχτές στους επισκέπτες. Ο Σι είχε στρώσει το κόκκινο χαλί για αρκετούς ηγέτες τους τελευταίους μήνες, συμπεριλαμβανομένων εκείνων του Καναδά, της Βρετανίας και της Γερμανίας – που είναι όλοι πρόθυμοι να συνάψουν συμφωνίες με το Πεκίνο. Και τώρα, αυτή η μεγαλοπρεπής υποδοχή (σ.σ. που επιφύλαξε στον Τραμπ) μπορεί να οδηγήσει ορισμένους στο συμπέρασμα ότι η ισορροπία δυνάμεων μετατοπίζεται προς την κατεύθυνση της Κίνας», σχολιάζει η Μπίκερ στο BBC. «Καθώς η ισχύς της Κίνας αυξήθηκε και η χώρα απέκτησε μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση –κάποιοι θα πουν αλαζονεία– στις επαφές της με τις ΗΠΑ, η δυναμική των σινοαμερικανικών συνόδων κορυφής άλλαξε. Πολλοί Κινέζοι αξιωματούχοι και αναλυτές θεωρούν πλέον ότι οι ΗΠΑ είναι ένα έθνος σε οριστική παρακμή», σημειώνει στους New York Times ο Εντουαρντ Γουόνγκ σε ανάλυσή του.

