Τα φέρνει καμιά φορά έτσι η πολιτική συγκυρία, ώστε ο Νάιτζελ Φάρατζ, o ιθύνων νους του Βrexit, να πανηγυρίζει την πρώτη του επικράτηση σε λονδρέζικο έδαφος σε μία περιοχή που έχει ζητήσει την ανεξαρτησία της από την πρωτεύουσα. Το Χέιβερρινγκ, στη βορειοανατολική άκρη του Λονδίνου, διαμαρτύρεται από το 1965 ότι θέλει να γυρίσει εκεί που ανήκει: στο Έσεξ, διεκδικώντας το δικό του «Hexit».
O Φάρατζ έλαμπε το πρωί της Παρασκευής έξω από το δημαρχείο της πόλης. Χαρακτήρισε το αποτέλεσμα των τοπικών εκλογών σε όλη την Αγγλία ως ιστορική στιγμή για το πολιτικό σκηνικό της Βρετανίας, αφού το Reform εγκαθιδρύεται πλέον ως εθνικό κόμμα με κυρίαρχη παρουσία σε όλη τη βρετανική επικράτεια διαπερνώντας την παραδοσιακή γραμμή Αριστεράς-Δεξιάς. Το μόνο που τον «στενοχώρησε αληθινά», όπως είπε, ήταν το γεγονός «ότι πλέον το Reform θα χάσει το μεγαλύτερο του ατού του ενόψει των εθνικών εκλογών του 2029: τον πρωθυπουργό Κιρ Στάρμερ».
Ο αβίαστος τρόπος με τον οποίον ο Φάρατζ μιλάει τη γλώσσα της μέσης Βρετανίας μπροστά στην κάμερα, συμπυκνώνοντας το νόημα της ημέρας ως σχολιαστής της πολιτικής επικαιρότητας που περιλαμβάνει τον ίδιο ως κεντρικό της πρόσωπο είναι εντυπωσιακός. Τον ψηφίζουν οι μικρομεσαίοι και οι ψηφοφόροι της Εργατικής Τάξης σε μέρη που μέχρι πρότινος ούτε κατά διάνοια θα μπορούσε να σταθεί υποψήφιος που δεν ανήκει στο Εργατικό Κόμμα. Ένας φωνακλάς που ξέρει να κρατάει τον τόνο τόσο-όσο, ώστε να μιλάει στο αυτί της σιωπηρής πλειοψηφίας. Όσο η βρετανική κοινωνία τον αφουγκράζεται, κρατά τα μάτια της κλειστά σε σκάνδαλα που σε άλλους πολιτικούς θα στοίχιζαν την πολιτική τους καριέρα. Λίγες ώρες πριν ανοίξουν οι κάλπες, ο Φάρατζ παραδέχθηκε ότι έλαβε ένα αδήλωτο «προσωπικό δώρο» ύψους 5 εκατομμυρίων λιρών από τον Κρίστοφερ Χάρμπορν, έναν crypto δισεκατομμυριούχο στην Ταϊλάνδη.
Την ίδια ακριβώς ώρα με τις δηλώσεις του Φάρατζ, ο Στάρμερ, 38 χιλιόμετρα δυτικά στη γιγαντιαία μητρόπολη του Λονδίνου, στον δήμο του Ίλιγκ, ακουγόταν σαν να εκφωνεί τα Επίκαιρα του Εργατικού Κόμματος. Απολογήθηκε στους ακτιβιστές για τα αβίαστα λάθη της κυβέρνησης, αλλά δήλωσε αποφασισμένος να συνεχίσει στη θέση του. Είναι εύκολη αποστολή να μιλάς σαν να διαβάζεις από μέσα αν θέλεις να μην διαταράξεις ένα ασφαλές προβάδισμα απέναντι στους Τόρις, όπως συνέβη το 2024. Είναι πρακτικά αδύνατον να ανατρέψεις μια συντριβή με το ίδιο ακριβώς προφίλ, όταν ακόμη και η αναφορά του ονόματος σου είναι τοξική για τους ψηφοφόρους.
«Σταρμεγεδών»
Το αποτέλεσμα ήταν τόσο αναμενόμενα κακό για τους Εργατικούς, οι διαστάσεις τόσο κοινότοπα επαναλαμβανόμενες ως «σεισμικές» («Σταρμεγεδών» έγραψε ο πρώην υπουργός και διευθυντής του Spectator Μάικλ Γκόουβ, ξεπερνώντας τους πάντες στα εξεζητημένα ευφυολογήματα καταστροφής), ώστε ο πολιτικός σεισμός στις αγγλικές τοπικές εκλογές να μην ταρακούνησε ιδιαίτερα κανέναν.
Πράγματι το Reform, για πρώτη φορά στην ιστορία του, εξασφαλίζει περισσότερους από 1.400 δημοτικούς συμβούλους (όσους περίπου χάνουν οι Εργατικοί). Όμως το ποσοστό του Reform έχει μειωθεί σε σχέση με πέρσι, και δεν είναι καν πολύ μεγάλο: 25% με τα υπόλοιπα τέσσερα κόμματα (Labour, Τόρις, Lib Dems και Πράσινους) ουσιαστικά ισόβαθμα στο 16-18%. Σύμφωνα με το πλέον εξελιγμένο βρετανικό μοντέλο δημοσκοπικών δεδομένων (Electoral Calculus), αν οι εθνικές εκλογές γίνονταν σήμερα, το Reform θα είχε 188 βουλευτές, και θα χρειαζόταν περίπου άλλους τόσους από το Συντηρητικό Κόμμα για να σχηματίσει κυβέρνηση.
«Το κρίσιμο που πρέπει να καταλάβει κανείς για τη βρετανική πολιτική σκηνή αυτή τη στιγμή είναι ότι το Reform προηγείται με μικρότερα ποσοστά από όσα είχε λάβει ο Μάικλ Φουτ το 1983, ή ο Τζέρεμι Κόρμπιν το 2019 [αμφότεροι ριζοσπάστες Αριστεροί ηγέτες του Εργατικού Κομματος]. Με άλλα λόγια, το τεράστιο προβάδισμά του είναι στην πραγματικότητα συμβατό με μερικές από τις μεγαλύτερες εκλογικές συντριβές του περασμένου αιώνα», λέει στην Καθημερινή ο Ντάνιελ Φίνκελσταϊν, πολιτικός αναλυτής στους Times.
Η ίδια συνταγή ισχύει και για τους Πράσινους με τις πρωτοφανείς, εντυπωσιακές νίκες μέσα στο Λονδίνο. Τα φώτα είναι στραμμένα και στη δική τους μετεωρική άνοδο. Στην ανατολική συνοικία του, κάποτε φτωχού και τώρα οικονομικά απλησίαστου για αγορά κατοικίας, Χάκνεϊ, το κόμμα αναγκάστηκε να εκδώσει οδηγία ώστε οι δημοσιογράφοι να πάψουν να εμφανίζονται ακάλεστοι στην καμπάνια των υποψηφίων του. Όπως ο Φάρατζ δεν πτοείται από τα δικά του σκάνδαλα, ούτε εκείνοι φαίνεται να πληρώνουν στην κάλπη τις ιστορίες αντισημιτισμού που στιγματίζουν τους υποψηφίους Πράσινους συμβούλους: Πάνω από 30 ελέγχονται για αντισημιτικά σχόλια.
Μόνο που και οι Πράσινοι φαίνεται να έχουν επίσης φτάσει το ταβάνι τους. Κατέβηκαν στις εκλογές με 142 έδρες και τώρα εξασφαλίζουν περίπου 500. Η αύξηση είναι πάρα πολύ μεγάλη, αλλά μέσα στη συνολική εικόνα η δύναμή τους είναι περιορισμένη.
Πίσω από τις εντυπωσιακές νίκες και τον ασυγκράτητο πανηγυρικό τόνο των λαϊκιστών κρύβεται μία πολύ δύσκολη πραγματικότητα και για εκείνους: η απήχηση τους έχει συγκεκριμένα όρια, η δε απειλή από τους ιστορικά μεγάλους συνασπισμούς των Εργατικών και Συντηρητικών παραμένει τεράστια. «Στην πραγματικότητα, αν κάποιος καταφέρει να ανασυγκροτήσει έναν μεγάλο συνασπισμό, όπως παραδοσιακά έχουν υπάρξει οι Labour και οι Tories, θα τους συντρίψει. Και τότε, ξαφνικά, οι εντυπωσιακές ιστορικές ανατροπές που βλέπουμε σήμερα θα φαίνονται αξιολύπητες και καθόλου εντυπωσιακές», λέει ο Φίνκελσταϊν.
Μία συναρπαστική στροφή της ιστορίας
Αυτός ο παράδοξος συνδυασμός μίας τεκτονικής αλλαγής, αλλά με αμφίβολλο ουσιαστικό αντίκτυπο ισχύει και στα αποτελέσματα της Σκωτίας και της Ουαλίας. Στην Ουαλία για πρώτη φορά στα χρονικά κέρδισε τις εκλογές το Εθνικό Κόμμα της χώρας (Plaid Cymru). Στη Σκωτία το Εθνικό Κόμμα (SNP), υποσχόμενο εκ νέου δημοψήφισμα ανεξαρτησίας, κέρδισε για πολλοστή φορά τις εκλογές. Το 2030 θα συμπληρώσει 23 χρόνια στην εξουσία, καταρρίπτοντας το ευρωπαϊκό ρεκόρ μακροβιότητας του Βίκτορ Όρμπαν. Αν συνδυάσει κανείς τα χθεσινά αποτελέσματα στις δύο χώρες με την επίσης πρωτοφανή νίκη του Σιν Φέιν στη Βόρειο Ιρλανδία του 2022, βρισκόμαστε σε μία συναρπαστική στιγμή της ιστορίας. Είναι η πρώτη φορά που τα τρία από τα τέσσερα έθνη που απαρτίζουν το Ηνωμένο Βασίλειο θα κυβερνηθούν ταυτόχρονα από κόμματα που δημιουργήθηκαν με καταστατικό τους σκοπό τη διάλυση του.
Ούτε όμως στις τρεις χώρες προμηνύεται κάτι συνταρακτικό στην πράξη. Για το Plaid Cymru το ζητούμενο σε αυτές τις εκλογές δεν ήταν η ανεξαρτησία, αλλά η εκλογική του επικράτηση. Προκειμένου να πετύχει τον στόχο του έπρεπε να απευθυνθεί σε ανθρώπους που δεν είναι υπέρ της απόσχισης της Ουαλίας. «Αυτός είναι ο λόγος που το κόμμα ξεκαθάρισε προεκλογικά ότι στην πρώτη του κυβερνητική θητεία δεν θα ασχοληθεί με το θέμα της ανεξαρτησίας. Ο στόχος του είναι οι Ουαλοί να βλέπουν το Plaid Cymru ως το κόμμα για την Ουαλία, χωρίς αυτό απαραίτητα να σημαίνει μία ανεξάρτητη Ουαλία», λέει στην Καθημερινή η Ρέιτσελ Μίντο, Λέκτορας στο Πανεπιστήμιο του Κάρντιφ με έδρα στο Κέντρο Διακυβέρνησης της Ουαλίας.
Το Plaid γνώριζε επίσης ότι χωρίς αυτοδυναμία θα έπρεπε να αναζητήσει μετεκλογικές συνεργασίες μέσα στο κοινοβούλιο με προοδευτικά κόμματα που είναι όμως Ενωτικά. Οι Φιλελεύθεροι Δημοκράτες είχαν καταστήσει σαφές ότι ότι δεν θα στηρίξουν καμία χρηματοδότηση πρωτοβουλίας για την απόσχιση της Ουαλίας. Στην πραγματικότητα, το Plaid Cymru περιστοιχίζεται στο κοινοβούλιο από μία πλειοψηφία βουλευτών που υποστηρίζουν την Ένωση. «Το συναρπαστικό είναι ότι μία ανάλογη συνθήκη ισχύει και στη Σκωτία. Το SNP είναι μεν πιο προχωρημένο όσον αφορά τη σκωτσέζικη αποσχιστική ατζέντα, αλλά όπως και στην Ουαλία, η ισορροπία μέσα στο Κοινοβούλιο ανάμεσα στις ενωτικές και τις αποσχιστικές τάσεις λέει μία διαφορετική ιστορία. Στην πραγματικότητα η πλειοψηφία των βουλευτών στη Σκωτία είναι Ενωτικοί βουλευτές», λέει η Μίντο.
Στη Σκωτία, ο αρχηγός του SNP Τζον Σουίνι έχει πει ότι αν εξασφάλιζε αυτοδυναμία, το κόμμα του θα ζητούσε νέο δημοψήφισμα ανεξαρτησίας. Δεν τα κατάφερε αφού το SNP χρειαζόταν 65 έδρες και κέρδισε τελικά 58. «Ακόμη κι αν ο Σουίνι κέρδιζε την αυτοδυναμία, η θέση της βρετανικής κυβέρνησης παραμένει ότι δεν θα επιτρέψει τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος. Ούτε οι Συντηρητικοί, ούτε οι Εργατικοί, ούτε το Reform έχουν δηλώσει ότι θα δώσουν άδεια για νέο δημοψήφισμα. Άρα δεν ήταν ποτέ σαφές ότι μια πλειοψηφία του SNP θα τους έφερνε απαραίτητα πιο κοντά στην ανεξαρτησία», λέει στην «Κ» ο Άλαν Κόνβερι λέκτορας στη Σχολή Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου.
Όσο το κυρίαρχο πολιτικό ζήτημα στη Σκωτία ήταν η ανεξαρτησία, ένα απλό «ναι ή όχι», οι Συντηρητικοί μπορούσαν πράγματι να παρουσιαστούν ως η επιλογή για όσους δεν ήθελαν δεύτερο δημοψήφισμα. Ωστόσο το ζήτημα της ανεξαρτησίας έχει ουσιαστικά χάσει την καθοριστική επιρροή του στη σκωτσέζικη πολιτική -ιδίως μετά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου ότι το Σκωτσέζικο Κοινοβούλιο δεν μπορεί να προκηρύξει δεύτερο δημοψήφισμα χωρίς την έγκριση της κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου.
«Σε αυτό το κενό αναδύεται τώρα το Reform. Από πολλές απόψεις, η Σκωτία αρχίζει πια να μοιάζει με άλλες ευρωπαϊκές χώρες που εδώ και χρόνια έχουν ένα λαϊκιστικό ριζοσπαστικό δεξιό κόμμα», λέει ο Κόνβερι. «Αν και η θέση του Reform είναι, στα χαρτιά, ενωτική ωστόσο η άνοδος του σε όλο το Ηνωμένο Βασίλειο μπορεί να θεωρηθεί κακή εξέλιξη για την Ένωση. Μία βρετανική κυβέρνηση υπό τον Φάρατζ θα αποτελούσε σοκ για τον τρόπο με τον οποίο πολλοί Σκωτσέζοι αντιλαμβάνονται την Ένωση».
Ανάλογη είναι η στάση του Reform και στην Ουαλία όπου το κόμμα πλέον βρίσκεται στην αξιωματική αντιπολίτευση. «Για να είμαι ειλικρινής, δεν νομίζω ότι το Reform ενδιαφέρεται πραγματικά για την Ουαλία και τη Σκωτία. Δεν ανησυχούν πραγματικά για το μέλλον αυτών των εθνών. Νομίζω ότι το μεγάλο έπαθλο για εκείνους είναι ο έλεγχος του Γουέστμινστερ το 2029, και το αποτέλεσμά τους στην Ουαλία αποτελεί ένα βήμα προς την κατεύθυνση να το πετύχουν», λέει η Μίντο.
Η Βρετανία φαίνεται να έχει μπει σε μία διαρκή περιδίνηση μετά το Brexit, με συνεχείς εναλλαγές πρωθυπουργών και αλλεπάλληλες οβιδιακές μεταμορφώσεις κομμάτων στην κάλπη. Όμως, κάτω από την επιφάνεια, έχεις το παράδοξο συναίσθημα ότι επικρατεί μία ακινησία. Σαν να η χώρα να στριφογυρίζει με ιλιγγιώδη ταχύτητα, αλλά γύρω από τον εαυτό της, και στο ίδιο σημείο. Είναι το γνώριμο συναίσθημα που δοκιμάζει η χώρα την επομένη μίας ακόμη σεισμικής εκλογικής ανατροπής.

