«Ο κόσμος αντιμετωπίζει πιθανώς τη σοβαρότερη ενεργειακή κρίση στην Ιστορία του, μια κρίση που δοκιμάζει την ανθεκτικότητα των οικονομιών μας, των κοινωνιών μας και των συνεργασιών μας», τόνισε σήμερα ο επίτροπος Ενέργειας Νταν Γιόργκενσεν.
Οι δηλώσεις του επιτρόπου σε συνέντευξη Τύπου στις Βρυξέλλες αποτυπώνουν το πώς αξιολογεί η Κομισιόν την τρέχουσα κρίση, καθώς σύμφωνα με τα στοιχεία της τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης έχουν ήδη δαπανήσει περισσότερα από 30 δισ. ευρώ επιπλέον για εισαγωγές ορυκτών καυσίμων μετά την έναρξη της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, χωρίς να εξασφαλίσουν αντίστοιχη αύξηση στις προμήθειες.
Το ποσό αυτό, μάλιστα, υπερβαίνει την πρόσφατη εκτίμηση των 27 δισ. ευρώ που είχε αναφέρει την περασμένη εβδομάδα η πρόεδρος της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν.
Ο Δανός επίτροπος φαίνεται ότι ευθυγραμμίστηκε με τις προειδοποιήσεις του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, που πρόσφατα έκανε λόγο για τη «μεγαλύτερη ενεργειακή κρίση στην Ιστορία», ως άμεση συνέπεια της σύρραξης στη Μέση Ανατολή.
Ο επικεφαλής του οργανισμού Φατίχ Μπαρόλ προειδοποίησε ότι οι αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου θα αντιμετωπίσουν σοβαρές δυσκολίες.
Πάντως, ο Νταν Γιόργκενσεν εμφανίστηκε επιφυλακτικός ως προς τη χρονική εξέλιξη της κρίσης, σημειώνοντας ότι είναι «πολύ νωρίς» για να προβλεφθεί πότε θα ομαλοποιηθεί η κατάσταση.
Ακόμη και στο πιο αισιόδοξο σενάριο, όπως τόνισε, «η κατάσταση θα παραμείνει αρκετά σοβαρή». Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η εκτεταμένη ζημιά σε ενεργειακές υποδομές, ιδίως στο Κατάρ, γεγονός που σημαίνει ότι η πλήρης αποκατάσταση της παραγωγής φυσικού αερίου ενδέχεται να απαιτήσει χρόνια.
Παράλληλα, αν και η παραγωγή πετρελαίου ενδέχεται να επανέλθει ταχύτερα, η επιστροφή σε μια κανονικότητα στην αγορά ενέργειας θα καθυστερήσει.
Ο Ευρωπαίος αξιωματούχος προειδοποίησε επίσης για την αστάθεια της κατάστασης και την αβεβαιότητα για το μέλλον, τονίζοντας ότι η Ε.Ε. προετοιμάζεται για πιθανά σενάρια διαταραχών στην ασφάλεια εφοδιασμού — ιδίως στον τομέα των αεροπορικών καυσίμων.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ήδη προχωρήσει στη δημιουργία ενός παρατηρητηρίου για την παρακολούθηση των αποθεμάτων κηροζίνης στην Ευρώπη, με στόχο την έγκαιρη λήψη μέτρων, εφόσον απαιτηθεί πολιτικός συντονισμός ή ανακατανομή πόρων.

