Η αντίληψη ότι η ασφάλεια και η οικονομία είναι αλληλένδετες έχει πλέον εδραιωθεί ως κυρίαρχη τάση στο διεθνές σύστημα. Ανεξαρτήτως ακαδημαϊκών διακρίσεων, ο διαχωρισμός μεταξύ γεωπολιτικής και γεωοικονομίας εμφανίζεται ολοένα και λιγότερο λειτουργικός. Κράτη με ισχυρή θέση στις διεθνείς αγορές αξιοποιούν την οικονομική τους ισχύ ως εργαλείο στρατηγικής επιρροής, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την επιβολή περιορισμών στις εξαγωγές σπάνιων γαιών.
Ωστόσο, η εργαλειοποίηση της οικονομίας δεν περιορίζεται σε στενά οριζόμενα στρατηγικά αγαθά. Στην περίπτωση της σύγκρουσης με το Ιράν, ζητήματα όπως η ελευθερία της ναυσιπλοΐας και η διακοπή θαλασσίων οδών ανέδειξαν την ευαλωτότητα της παγκόσμιας οικονομίας. Οι επιπτώσεις επεκτάθηκαν πέραν των βασικών ενεργειακών πόρων, επηρεάζοντας και αλυσίδες εφοδιασμού πετροχημικών προϊόντων ευρείας χρήσης. Η εξάρτηση από συγκεκριμένες χώρες ή διαδρομές εφοδιασμού συνεπάγεται αυξανόμενους κινδύνους.
Ο εντεινόμενος ανταγωνισμός για την τεχνολογική υπεροχή ενισχύει περαιτέρω τη σύνδεση μεταξύ οικονομίας και ασφάλειας. Τεχνολογίες αιχμής, όπως οι ημιαγωγοί, η τεχνητή νοημοσύνη, η κβαντική τεχνολογία και η βιοτεχνολογία επηρεάζουν άμεσα τόσο την οικονομική όσο και τη στρατιωτική ισχύ των κρατών. Ως εκ τούτου, η ανάπτυξη και ο έλεγχος αυτών των τεχνολογιών αναδεικνύονται σε μείζονες εθνικές προτεραιότητες.
Στο πλαίσιο ενίσχυσης της ανθεκτικότητας των αλυσίδων εφοδιασμού, τα κράτη επιδιώκουν τη μείωση της εξάρτησης από περιορισμένο αριθμό προμηθευτών και τη διαφοροποίηση των πηγών εφοδιασμού. Στην περιοχή του Ινδοειρηνικού καταγράφεται η τάση «China Plus One», η οποία συνίσταται στη μετατόπιση παραγωγικών και εμπορικών δραστηριοτήτων προς χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας και την Ινδία. Εμφαση δίδεται σε κρίσιμα αγαθά για τη λειτουργία της οικονομίας και της κοινωνίας, όπως οι ημιαγωγοί, τα κρίσιμα ορυκτά, οι μπαταρίες και τα φαρμακευτικά προϊόντα.
Προωθούνται, παράλληλα, πολιτικές επαναπατρισμού της παραγωγής, ενίσχυσης στρατηγικών αποθεμάτων και ανάπτυξης εναλλακτικών τεχνολογιών και υλικών. Η ναυπηγική βιομηχανία, ως υποδομή διπλής χρήσης, αποτελεί επίσης αντικείμενο πολιτικών ενίσχυσης σε χώρες όπως η Ιαπωνία, οι ΗΠΑ και η Νότια Κορέα.
Ωστόσο, οι εθνικές πρωτοβουλίες παρουσιάζουν εγγενείς περιορισμούς. Η συνεργασία μεταξύ αξιόπιστων εταίρων και η διαμόρφωση μηχανισμών αμοιβαίας υποστήριξης σε περιόδους κρίσης καθίστανται κρίσιμης σημασίας. Σε αντίθεση με την Ευρωπαϊκή Ενωση, στον Ινδοειρηνικό δεν υφίσταται ένα ολοκληρωμένο πολυμερές θεσμικό πλαίσιο. Ως εκ τούτου, αναπτύσσονται επιμέρους συνεργασίες μεταξύ της Ιαπωνίας, των ΗΠΑ, της Αυστραλίας, της Νότιας Κορέας και των κρατών της Νοτιοανατολικής Ασίας. Οι συνεργασίες αυτές περιλαμβάνουν ανταλλαγή πληροφοριών, ενίσχυση της διαφάνειας των αλυσίδων εφοδιασμού, καθώς και μηχανισμούς αντιμετώπισης διαταραχών τους. Επιπλέον, προωθούνται κοινές επενδύσεις και επιχειρηματικές συμπράξεις για τη δημιουργία νέων παραγωγικών και εφοδιαστικών δικτύων, όπως καταδεικνύει η συνεργασία μεταξύ της Lynas και του ιαπωνικού οργανισμού JOGMEC στη Μαλαισία.
Οι πολιτικές οικονομικής ασφάλειας οφείλουν να ευθυγραμμίζονται με τις αρχές μιας ελεύθερης και δίκαιης διεθνούς οικονομικής τάξης. Η πρωτοβουλία «Ελεύθερος και ανοικτός Ινδοειρηνικός» (FOIP), η οποία παρουσιάστηκε από την Ιαπωνία το 2016, αποσκοπεί στη διαμόρφωση ενός πλαισίου βασισμένου στο κράτος δικαίου, στην ελευθερία ναυσιπλοΐας, στη συνδεσιμότητα, στη συμπερίληψη και την πολυμορφία. Το 2026, με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την έναρξή της, αναμένεται ότι η πρωθυπουργός Τακαΐτσι θα παρουσιάσει μια επικαιροποιημένη προσέγγιση, προσαρμοσμένη στις εξελισσόμενες διεθνείς συνθήκες, που εκτιμάται ότι θα συμβάλει στη σύζευξη της οικονομικής ασφάλειας με τη διατήρηση μιας ανοικτής διεθνούς τάξης.
Παρότι η έννοια του Ινδοειρηνικού έχει σαφή γεωγραφική διάσταση, οι αρχές που τη διέπουν υπερβαίνουν τα όρια της συγκεκριμένης περιοχής. Η έμφαση στη συνδεσιμότητα, στη συμπερίληψη και στην πολυμορφία ευνοεί τη διασύνδεση με τον Περσικό Κόλπο και τη Μεσόγειο, που αποτελούν κομβικά σημεία των παγκόσμιων αλυσίδων εφοδιασμού, καθώς και με την Ευρώπη και τον Ατλαντικό χώρο. Η ασφάλεια των περιοχών αυτών εμφανίζει αυξανόμενο βαθμό αλληλεξάρτησης, γεγονός που καθιστά αναγκαία την ενίσχυση της διαπεριφερειακής συνεργασίας και της συνδεσιμότητας.
Υπό το πρίσμα των εξελίξεων στη Μέση Ανατολή, εξετάζεται επίσης η δυνατότητα ανάπτυξης νέων θαλασσίων οδών και οικονομικών διαδρόμων. Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στις έννοιες της στρατηγικής αυτονομίας και της στρατηγικής αναντικαταστασιμότητας. Η στρατηγική αυτονομία δεν συνεπάγεται αποσύνδεση ή πλήρη αυτάρκεια. Αντιθέτως, προϋποθέτει την ενίσχυση της συλλογικής ανθεκτικότητας μέσω συνεργασιών με αξιόπιστους εταίρους. Παράλληλα, η ανάπτυξη τεχνολογιών και προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας, τα οποία είναι δύσκολο να υποκατασταθούν, ενισχύει τη στρατηγική θέση των κρατών στο διεθνές σύστημα.
* Ο κ. Τομόγιουκι Γιοσίντα είναι γενικός εκτελεστικός διευθυντής του The Japan Institute of International Affairs.

