Μπορεί μια ημερήσια δόση ασπιρίνης να προστατεύει από την εμφάνιση καρκίνου; Κι όμως, αυξανόμενος όγκος στοιχείων δείχνει ότι αυτό το ευρείας κυκλοφορίας παυσίπονο εμποδίζει τη δημιουργία και την εξάπλωση ορισμένων όγκων στον οργανισμό, γεγονός που ήδη αλλάζει τις πολιτικές στον τομέα της υγείας, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά σε άρθρο του το BBC.
Πρόσφατα ερευνητικά ευρήματα προσφέρουν αξιοσημείωτη νέα τροπή στη μακρόχρονη ιστορία του εν λόγω φαρμάκου. Σύμφωνα με το BBC, εδώ και καιρό υπάρχουν ενδείξεις ότι η ασπιρίνη μπορεί να μειώσει τις πιθανότητες εξάπλωσης του καρκίνου του παχέος εντέρου ή ακόμα και την ίδια την εμφάνισή του. Ορισμένες χώρες έχουν ήδη τροποποιήσει τις ιατρικές τους οδηγίες ώστε να συμπεριλάβουν το χάπι ως πρώτη γραμμή προστασίας για όσους διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο (αν και οι ειδικοί τονίζουν ότι αυτό πρέπει πάντοτε να γίνεται υπό την επίβλεψη γιατρού). Σε μια έρευνα-σημείο αναφοράς που δημοσιεύθηκε το 2020, ο καθηγητής κλινικής γενετικής στο Πανεπιστήμιο του Νιούκαστλ, Τζον Μπερν, και η ομάδα του διαπίστωσαν ότι άτομα που είχαν λάβει 600 mg ασπιρίνης ημερησίως για τουλάχιστον δύο χρόνια μείωσαν περίπου κατά το ήμισυ τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του παχέος εντέρου. Στην εν λόγω έρευνα συμμετείχαν 861 ασθενείς, τους οποίους οι επιστήμονες παρακολούθησαν για δέκα χρόνια. Εν τω μεταξύ, η ομάδα του Μπερν πραγματοποίησε και μια δεύτερη μελέτη, η οποία επί του παρόντος βρίσκεται υπό επιστημονική αξιολόγηση. Τα πρώτα αποτελέσματα δείχνουν ότι μια πολύ χαμηλότερη δόση ασπιρίνης (75-100 mg), παρόμοια με αυτή που λαμβάνουν οι άνθρωποι για την πρόληψη καρδιαγγειακών επεισοδίων, είναι εξίσου αποτελεσματική, αν όχι περισσότερο.
Η σημασία της δόσης
Το ύψος της δόσης έχει σημασία, καθώς η ασπιρίνη μπορεί να έχει δυσάρεστες παρενέργειες, όπως δυσπεψία, εσωτερική αιμορραγία, έλκη στομάχου και ακόμη και εγκεφαλική αιμορραγία. Ως εκ τούτου, η μικρότερη δόση μπορεί να είναι προτιμότερη.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο, μετά την προαναφερθείσα έρευνα, οι γιατροί ξεκίνησαν να συνιστούν στα άτομα με σύνδρομο Lynch την καθημερινή λήψη ασπιρίνης από την ηλικία περίπου των 20 ετών, ή από την ηλικία των 35 ετών για τις λιγότερο σοβαρές περιπτώσεις.
Μια άλλη μελέτη εξέτασε αν η ασπιρίνη μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο μετάστασης σε άτομα που έχουν ήδη διαγνωστεί με καρκίνο του παχέος εντέρου. Ασθενείς με συγκεκριμένες μεταλλάξεις, που έλαβαν ασπιρίνη μέσα σε τρεις μήνες από την εγχείρησή τους, παρουσίασαν μειωμένο κίνδυνο υποτροπής. Η σχετική μελέτη δημοσιεύθηκε τον Σεπτέμβριο του 2025 στη Σουηδία. Από τον Ιανουάριο του 2026, στη Σουηδία οι ασθενείς με καρκίνο του παχέος εντέρου υποβάλλονται σε έλεγχο για τις εν λόγω μεταλλάξεις και, σε περίπτωση που ανιχνευθούν, τους προσφέρεται χαμηλή δόση ασπιρίνης. Παρότι δεν είναι ακόμη πλήρως κατανοητό το αν η ασπιρίνη μπορεί να προσφέρει προστασία και από άλλους τύπους καρκίνου, ενδέχεται σύντομα να δοθούν απαντήσεις. Η Ρουθ Λάνγκλεϊ, καθηγήτρια ογκολογίας και κλινικών δοκιμών στο UCL, διεξάγει επί του παρόντος μια μεγάλη μελέτη με 11.000 συμμετέχοντες που είχαν καρκίνο του παχέος εντέρου, του μαστού, του γαστροοισοφάγου ή του προστάτη στο Ηνωμένο Βασίλειο, την Ιρλανδία και την Ινδία. Η ομάδα της θα εξετάσει την επίδραση μιας ημερήσιας προληπτικής δόσης 100 mg ή 300 mg ασπιρίνης και τα αποτελέσματα της έρευνας αναμένονται μέσα στο επόμενο έτος.
Θέμα συζήτησης παραμένει και το ποιος ακριβώς πρέπει να παίρνει ασπιρίνη και πότε. Ορισμένοι ερευνητές πιστεύουν ότι τα συνδυαστικά οφέλη για τις καρδιαγγειακές παθήσεις και τον καρκίνο θα πρέπει να ενθαρρύνουν την ευρύτερη χρήση της. Ωστόσο, η πλειοψηφία των ειδικών υποστηρίζει ότι αυτή η χρήση θα πρέπει να περιορίζεται σε συγκεκριμένους τύπους ασθενών.

