Το Κρεμλίνο φαίνεται να μην μπορεί πια να θέσει υπό πλήρη έλεγχο τις εντεινόμενα επικριτικές φωνές που προέρχονται εκ των έσω, όπως αναφέρουν σε άρθρο τους οι Times του Λονδίνου, ενώ παράλληλα υποχωρεί η δημοτικότητα του Ρώσου προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν στις δημοσκοπήσεις. Με φόντο την κλονισμένη ρωσική οικονομία, ο βετεράνος πολιτικός και ηγέτης του Ρωσικού Κομμουνιστικού Κόμματος, Γκενάντι Ζιουγκάνοφ, έθεσε στο στόχαστρο την πολιτική του Κρεμλίνου κάνοντας λόγο, από το βήμα της κρατικής Δούμας, για μια ενδεχόμενη αναβίωση της Οκτωβριανής Επανάστασης του 1917.
Η αυτοκρατορία «Πούτιν» φαίνεται να βρίσκεται υπό αυξανόμενη πίεση, σύμφωνα με τους Times. Πριν από τις δηλώσεις του Ζιουγκάνοφ, είχαν προηγηθεί οι κατηγορίες της Ρωσίδας πρώην τηλεοπτικής σταρ και μοντέλου Βικτόρια Μπόνια, η οποία ζει πια στο Μονακό. Σε βίντεο που ανήρτησε στα κοινωνικά της δίκτυα, η Μπόνια κατηγόρησε το Κρεμλίνο ότι αδυνατεί να αντιμετωπίσει πλήθος προβλημάτων, από την οικονομία έως τους περιορισμούς στο Διαδίκτυο. Από τη στιγμή που δημοσιεύθηκε, την περασμένη εβδομάδα, το διάρκειας 18 λεπτών βίντεο έχει ήδη προβληθεί πάνω από 30 εκατομμύρια φορές. «Οι άνθρωποι θα σταματήσουν να φοβούνται, πιέζονται σαν ελατήριο και κάποια μέρα αυτό το ελατήριο θα σπάσει», λέει η Μπόνια στο επίμαχο βίντεο.
«Είναι βέβαιο ότι η οικονομία θα καταρρεύσει. Το πρώτο τρίμηνο ήταν μια απόλυτη καταστροφή. Αν δεν λάβετε επειγόντως μέτρα, τότε το φθινόπωρο θα ζήσουμε αυτό που συνέβη το 1917. Δεν έχουμε κανένα δικαίωμα να το επαναλάβουμε», δήλωσε, από την πλευρά του, ο Γκενάντι Ζιουγκάνοφ ενώπιον του κοινοβουλίου, αναφερόμενος στην κατάληψη της εξουσίας από τον Λένιν μετά την ανατροπή του Νικολάου Β΄, του τελευταίου τσάρου της Ρωσίας.
Στα χαμηλότερα επίπεδα από την εισβολή στην Ουκρανία τα ποσοστά αποδοχής του Ρώσου προέδρου, σύμφωνα με δημοσκοπήσεις.
Το κόμμα του Ζιουγκάνοφ, το δεύτερο μεγαλύτερο στο ρωσικό κοινοβούλιο, παρουσιάζεται ως διάδοχος των ιδεών του Λένιν και του Μαρξ, ωστόσο θεωρείται ευρέως ότι ανήκει στην καλούμενη «ψευδο-αντιπολίτευση» αποστολή της οποίας είναι, όπως καταγγέλλεται, να προσφέρει μια ψευδαίσθηση δημοκρατίας στη χώρα.
Παρότι το Κρεμλίνο αρνήθηκε τους ισχυρισμούς της Μπόνια περί ύπαρξης Ρώσων αξιωματούχων που «φοβούνται» να πουν την αλήθεια στον Πούτιν για τα αυξανόμενα προβλήματα της Ρωσίας, ο Ζιουγκάνοφ παραπονέθηκε ότι οι Αρχές αγνοούν συστηματικά τις εκκλήσεις του κόμματός του για δράση. «Κάναμε ό,τι μπορούσαμε για να υποστηρίξουμε τον Πούτιν, τη στρατηγική, τις πολιτικές του. Και μετά ήρθε αυτή η κυρία από το Μονακό – εκείνη την άκουσαν!», τόνισε ο ίδιος. Αναλυτές που επικαλείται η βρετανική εφημερίδα Times, αντιμετώπισαν με χλευασμό τις αναφορές περί νέας Οκτωβριανής Επανάστασης. «Αυτοί δεν είναι κομμουνιστές – είναι κάτι σαν αντικομμουνιστές», σχολίασε ο πολιτικός αναλυτής Αμπάς Γκαλιγιάμοφ. «Κάποιο περίεργο είδος κομμουνιστή», έγραψε ο Ουκρανός δημοσιογράφος Γιούρι Μπουτούσοφ.
Ο κρατικός οργανισμός δημοσκοπήσεων της Ρωσίας (Vtsiom) παραδέχθηκε πρόσφατα ότι τα ποσοστά αποδοχής του προέδρου Πούτιν έχουν υποχωρήσει στο χαμηλότερο επίπεδό τους από την έναρξη της εισβολής στην Ουκρανία, το 2022. Το 66% των Ρώσων δηλώνει ότι εγκρίνει τις ενέργειές του, ποσοστό μειωμένο κατά 11 μονάδες από τον Δεκέμβριο, σύμφωνα με τον Vtsiom. Ωστόσο, η επιρροή του Κρεμλίνου στα κρατικά ΜΜΕ καθιστά το ποσοστό αυτό υψηλό για τα δυτικά πρότυπα.
Τα επικριτικά για το Κρεμλίνο σχόλια της Μπόνια προκάλεσαν κύμα αντιδράσεων. Στην επίθεσή της, πάντως, η ίδια απέφυγε να αναφερθεί στο πρόσωπο του ιδίου του Πούτιν, γεγονός που κίνησε υποψίες για σκηνοθετημένη από το Κρεμλίνο προσπάθεια, που δείχνει ότι οι ρωσικές αρχές ανταποκρίνονται στα προβλήματα των απλών πολιτών.
Δυσαρεστούν οι περιορισμοί στο Διαδίκτυο
Επικριτές του Πούτιν σκιαγραφούν έναν ηγέτη εμμονικό με τον πόλεμο στην Ουκρανία και τις «δόξες» της σοβιετικής εποχής, ο οποίος όμως, όπως καταγγέλλουν, χάνει ολοένα και περισσότερο την επαφή του με τα καθημερινά προβλήματα των Ρώσων. Το μέτωπο του πολέμου μετράει πια τέσσερα χρόνια, ωστόσο ο Πούτιν δεν φαίνεται διατεθειμένος να μετριάσει τις φιλοδοξίες του εκεί. Μόλις την Τρίτη, για παράδειγμα, συνέκρινε για άλλη μια φορά την «ειδική στρατιωτική επιχείρηση» του Κρεμλίνου με τη νίκη της Σοβιετικής Ενωσης επί της ναζιστικής Γερμανίας. Η δυσαρέσκεια πολλών Ρώσων απέναντι στον Πούτιν οφείλεται εν μέρει στην απαγόρευση της δημοφιλούς σε εκατομμύρια Ρώσους εφαρμογής μηνυμάτων Telegram, καθώς και σε άλλους περιορισμούς που έχουν επιβληθεί στο Διαδίκτυο. Η καταστολή στο πεδίο του Δια-δικτύου φαίνεται πως έχει προ-καλέσει πια μια «εσωτερική πληγή» για τον Ρώσο πρόεδρο, μια «πληγή» που θέτει σε κίνδυνο τον απόλυτο έλεγχο που εκείνος θα ήθελε να συνεχίσει να ασκεί. Οπως έγραψε πρόσφατα η εξόριστη Ρωσίδα αναλύτρια Τατιάνα Στανοβάγια σε άρθρο της για τη δεξαμενή σκέψης Carnegie Russia Eurasia Centre: «Το πλεονέκτημα του Πούτιν ήταν η δύναμή του. Ενας αδύναμος Πούτιν δεν είναι χρήσιμος σε κανέναν, ούτε και στον μηχανισμό ασφαλείας της χώρας».

