Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, περιέγραψε την ιρανική κυβέρνηση ως «διασπασμένη», στο πλαίσιο της απόφασής του να παρατείνει την κατάπαυση του πυρός ώστε η Τεχεράνη να καταθέσει «ενιαία» πρόταση.
Σύμφωνα με τον Λευκό Οίκο, η απουσία του Ιράν από τις συνομιλίες στο Πακιστάν με τον αντιπρόεδρο Τζέι Ντι Βανς θεωρήθηκε ένδειξη εσωτερικής αποδιοργάνωσης.
Ωστόσο, αναλυτές για το Ιράν εκφράζουν ενστάσεις για αυτή την εκτίμηση, υποστηρίζοντας ότι η εικόνα είναι πιο περίπλοκη και πως το καθεστώς εμφανίζει συνοχή.
«Πρόκειται για σοβαρά λανθασμένη εκτίμηση», δήλωσε ο Μιχράντ Καμράβα, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Τζόρτζταουν στο Κατάρ, μιλώντας στο CNN. «Η ηγεσία έχει επιδείξει σημαντική συνοχή, κάτι που φαίνεται τόσο στη διεξαγωγή του πολέμου όσο και στις διαπραγματεύσεις», πρόσθεσε.
Η Τεχεράνη από την πλευρά της επιμένει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να άρουν τον ναυτικό αποκλεισμό των ιρανικών λιμανιών, προκειμένου να επαναληφθούν οι συνομιλίες.
Η διαφορά ανάμεσα στις προσεγγίσεις των δύο πλευρών αντανακλά την ευρύτερη εικόνα: ενώ η Ουάσιγκτον παρουσιάζει ένα καθεστώς σε αποδιοργάνωση και εσωτερική κρίση, πολλοί ειδικοί εκτιμούν ότι το ιρανικό σύστημα λειτουργεί με υψηλό βαθμό συνοχής, ειδικά υπό συνθήκες πολέμου και εξωτερικής πίεσης.
Τι συνέβη μετά την απώλεια κορυφαίων ηγετών
Η διακυβέρνηση στο Ιράν έχει γίνει αρκετά πιο σύνθετη μετά τις επιχειρήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ, οι οποίες «εξουδετέρωσαν» μεγάλο μέρος της ανώτατης στρατιωτικής και πολιτικής ηγεσίας του καθεστώτος, συμπεριλαμβανομένου του ανώτατου ηγέτη, αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ.
Στο νέο αυτό περιβάλλον, πρώην ανταγωνιστικά στελέχη από διαφορετικές πτέρυγες του ιρανικού πολιτικού συστήματος καλούνται πλέον να καθορίσουν την πορεία της χώρας, υπό την πίεση του πολέμου και εν μέσω της απουσίας ενός κέντρου αποφάσεων. Σύμφωνα με το κείμενο, ο Μοτζταμπά Χαμενεΐ έχει αναλάβει ρόλο διαδόχου, ωστόσο η φυσική απουσία του ανώτατου ηγέτη δημιουργεί σημαντικό κενό εξουσίας.
Οι εσωτερικές ομάδες καλούνται ταυτόχρονα να ισορροπήσουν ανάμεσα σε:
- εσωτερικές πιέσεις από σκληροπυρηνικά στοιχεία που απορρίπτουν την ιδέα της ήττας
- εξωτερικές πιέσεις από τον Ντόναλντ Τραμπ, που επιχειρεί να παρουσιάσει το Ιράν ως ηττημένο ή αποδυναμωμένο και
- διαφορετικές στρατηγικές για τον πόλεμο και τη διπλωματία
Παρά τις διαφωνίες, αναλυτές σημειώνουν ότι η ηγεσία επιδιώκει να εμφανίζει δημόσια εικόνα συνοχής.
«Οι διαφορετικές φατρίες της ιρανικής ηγεσίας είναι σήμερα πιο ευθυγραμμισμένες σε σχέση με την περίοδο πριν από τον πόλεμο», δήλωσε ο Τρίτα Παρσί, εκτελεστικός αντιπρόεδρος του Quincy Institute for Responsible Statecraft, μιλώντας στο αμερικανικό δίκτυο. «Επειδή πρόκειται για έναν πολύ μικρότερο κύκλο λήψης αποφάσεων… αυτός ο κύκλος είναι πιο συσπειρωμένος ως προς τη στρατηγική που ακολουθεί στον πόλεμο», σε σύγκριση με την προηγούμενη περίοδο υπό τον Αλί Χαμενεΐ.
Συνολικά, η εικόνα που προκύπτει δεν είναι ενός καθεστώτος που έχει καταρρεύσει, αλλά ενός πιο στενού και ελεγχόμενου κέντρου εξουσίας, όπου οι εσωτερικές διαφωνίες παραμένουν, αλλά περιορίζονται λόγω πολέμου και ανάγκης για επίδειξη ενότητας, υποστηρίζει.
Ιδιες «κόκκινες γραμμές»
Εν μέσω εικασιών για το αν το Ιράν θα συμμετείχε σε νέες συνομιλίες αυτή την εβδομάδα, η Τεχεράνη διατήρησε σταθερή δημόσια θέση ότι οι διαπραγματευτές της δεν θα λάβουν μέρος.
Η ιρανική πλευρά κατηγόρησε την Ουάσιγκτον ότι παραβίασε την εκεχειρία και πως δεν επιδιώκει πραγματικά διπλωματική λύση.
Παράλληλα, Ιρανοί αξιωματούχοι έχουν επανειλημμένα συνδέσει την επανέναρξη οποιασδήποτε διαπραγμάτευσης με τον τερματισμό του αμερικανικού ναυτικού αποκλεισμού, ο οποίος θεωρούν ότι συνιστά παραβίαση της συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός.
Αναλυτές εκτιμούν ότι αυτή η δημόσια στάση εντάσσεται σε ευρύτερη προσπάθεια της Τεχεράνης να εμφανίσει εικόνα συνοχής και εσωτερικού ελέγχου, παρά τις πιέσεις που δέχεται στο διπλωματικό και στρατιωτικό πεδίο.
Σύμφωνα με την εκτίμηση ειδικών, που επικαλείται το δημοσίευμα, η σταθερή ρητορική περί «μη συμμετοχής» και η απόδοση ευθυνών στις ΗΠΑ λειτουργούν ως εργαλείο διαπραγματευτικής πίεσης, αλλά και ως μέσο εσωτερικής συσπείρωσης, σε μια περίοδο αυξημένης έντασης και αβεβαιότητας για την έκβαση της σύγκρουσης.
Ακόμη και πριν από τον πόλεμο, η Ισλαμική Δημοκρατία υπό τον Αλί Χαμενεΐ διατηρούσε σαφή λίστα «κόκκινων γραμμών», η οποία περιλάμβανε το δικαίωμα εμπλουτισμού ουρανίου, τη συνέχιση της ανάπτυξης βαλλιστικών πυραύλων και τη στήριξη των περιφερειακών οργανώσεων που υποστηρίζει. Οι θέσεις αυτές, σύμφωνα με το ρεπορτάζ, έχουν μεταφερθεί και στις τρέχουσες διαπραγματεύσεις με την κυβέρνηση Τραμπ.
Η ιρανική πολιτική ηγεσία έχει απορρίψει αναφορές περί εσωτερικών διαφωνιών και προβάλλει ενιαία γραμμή τόσο ως προς τους στρατιωτικούς στόχους της όσο και ως προς τη διαπραγματευτική στρατηγική της.
«Οι συζητήσεις περί διαιρέσεων μεταξύ ανώτερων αξιωματούχων αποτελούν ξεπερασμένη και προπαγανδιστική τακτική των αντιπάλων του Ιράν», έγραψε ο Μεχντί Ταμπαταμπάι, αναπληρωτής εκπρόσωπος Τύπου της ιρανικής προεδρίας, σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X. «Η ενότητα και η συναίνεση στο πεδίο της μάχης, στην κοινωνία και στο διπλωματικό πεδίο είναι αυτή την περίοδο εξαιρετική και αξιοσημείωτη», υπογράμμισε ο ίδιος.
Στο πλαίσιο αυτής της προσπάθειας επίδειξης συνοχής, το καθεστώς έχει αναδείξει συγκεκριμένα πρόσωπα ως σύμβολα ενιαίας εκπροσώπησης. Μεταξύ αυτών, ο Μοχαμάντ Μπαγέρ Γκαλιμπάφ –πρόεδρος του ιρανικού Κοινοβουλίου και πρώην διοικητής των Φρουρών της Επανάστασης– έχει ηγηθεί του πρώτου γύρου συνομιλιών με τις ΗΠΑ στο Ισλαμαμπάντ και πλέον θεωρείται μία από τις κεντρικές πολιτικές φυσιογνωμίες που εκπροσωπούν την Ισλαμική Δημοκρατία.
Οι «φωτιές» του Τραμπ
Εν μέσω εικασιών για εσωτερικές αντιθέσεις, ο Μοχαμάντ Μπαγέρ Γκαλιμπάφ έφτασε στο Ισλαμαμπάντ για τον πρώτο γύρο συνομιλιών συνοδευόμενος από διευρυμένη ομάδα Ιρανών αξιωματούχων από διαφορετικές πολιτικές τάσεις. Η σύνθεση αυτή ερμηνεύτηκε ως συνειδητή προσπάθεια επίδειξης ενότητας και θεσμικής συνοχής.
«Υπάρχουν διαφωνίες; Φυσικά και υπάρχουν», δήλωσε ο αναλυτής Τρίτα Παρσί. Ωστόσο, όπως τόνισε, η άποψη ότι η αδυναμία επίτευξης συμφωνίας οφείλεται σε «διασπασμένη ιρανική ηγεσία» και όχι στις αντιφατικές ενδείξεις της αμερικανικής πλευράς, είναι «εκτός πραγματικότητας».
Την ίδια περίοδο, Ηνωμένες Πολιτείες και Ιράν φέρονται να είχαν πλησιάσει σε συμφωνία για τον τερματισμό του πολέμου, σύμφωνα με το CNN. Ωστόσο, ο Ντόναλντ Τραμπ άρχισε στη συνέχεια να δημοσιοποιεί αναρτήσεις για τις διαπραγματεύσεις και να μιλά σε δημοσιογράφους, καθώς Πακιστανοί μεσολαβητές τον ενημέρωναν για τις εξελίξεις των συνομιλιών με Ιρανούς αξιωματούχους στην Τεχεράνη.
Σύμφωνα με πηγές της αμερικανικής κυβέρνησης που μίλησαν στο CNN, κάποιοι αξιωματούχοι της κυβέρνησης Τραμπ αναγνωρίζουν ιδιωτικά ότι η δημόσια τοποθέτηση του προέδρου έχει λειτουργήσει αρνητικά στις διαπραγματεύσεις. Οπως σημειώνουν, το διαπραγματευτικό περιβάλλον είναι εξαιρετικά ευαίσθητο, ενώ η βαθιά δυσπιστία των Ιρανών απέναντι στις ΗΠΑ επιβαρύνει περαιτέρω την προσπάθεια επίτευξης συμφωνίας.
«Πολεμική δομή» στην ιρανική εξουσία
Υπό την πίεση μιας απειλής που η ηγεσία της θεωρεί υπαρξιακή, η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν έχει αναδιαμορφώσει το παραδοσιακό της σύστημα ανταγωνιστικών κέντρων εξουσίας, το οποίο για σχεδόν πέντε δεκαετίες λειτουργούσε με εσωτερικές ισορροπίες και αντιπαραθέσεις.
Το προηγούμενο μοντέλο –στο οποίο πολιτικά, θεσμικά και στρατιωτικά κέντρα εξουσίας ανταγωνίζονταν μεταξύ τους– έχει αντικατασταθεί από μια πιο συγκεντρωτική «πολεμική δομή».
Σε αυτό το νέο πλαίσιο, διαπραγματευτές και πολιτικοί παράγοντες έχουν τεθεί υπό έναν ενιαίο στρατιωτικό συντονισμό, με στόχο τη διαχείριση της κρίσης και την έξοδο από τον πόλεμο χωρίς παραδοχή πολιτικής ήττας.
Αναλυτές σημειώνουν ότι, παρά την αλλαγή στη δομή, το καθεστώς δεν έχει εγκαταλείψει την προσπάθεια προβολής εσωτερικής συνοχής. Αντίθετα, επιχειρεί να παρουσιάσει εικόνα ενιαίας στρατηγικής κατεύθυνσης, ακόμη κι αν στο παρασκήνιο εξακολουθούν να υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις για τη διαχείριση του πολέμου και τις συνομιλίες με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Παράλληλα, επισημαίνεται ότι η συγκέντρωση εξουσίας στο στρατιωτικό σκέλος –κυρίως γύρω από τους Φρουρούς της Επανάστασης– ενισχύει την επιχειρησιακή συνέχεια του κράτους σε συνθήκες σύγκρουσης, αλλά περιορίζει τα παραδοσιακά πολιτικά αντίβαρα που χαρακτήριζαν παλαιότερα το ιρανικό σύστημα διακυβέρνησης.
Εντάσεις στο εσωτερικό του Ιράν
Στους δρόμους του Ιράν, πραγματοποιούνται μεγάλες συγκεντρώσεις που εκπροσωπούν σκληροπυρηνικές πολιτικές τάσεις, καθώς και καθημερινές διαδηλώσεις υπέρ του καθεστώτος και κατά οποιασδήποτε συμφωνίας με την Ουάσιγκτον που θα μπορούσε να εκληφθεί ως παραχώρηση ή ήττα.
Οι θέσεις αυτές φαίνεται να έχουν ισχυρή επιρροή στο Κοινοβούλιο και στα κρατικά μέσα ενημέρωσης, όπου κάθε ένδειξη διάθεσης για συμβιβασμό από Ιρανούς αξιωματούχους απέναντι στον Ντόναλντ Τραμπ προκαλεί σφοδρές αντιδράσεις. Ενδεικτικά, όταν ο υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγκτσί δήλωσε την περασμένη εβδομάδα ότι τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν ανοικτά για εμπορική ναυσιπλοΐα, δέχθηκε κριτική από σκληροπυρηνικούς κύκλους, γεγονός που οδήγησε άλλους αξιωματούχους σε άμεσες διευκρινίσεις.
Η δομή αυτή, που διαμορφώνεται υπό συνθήκες πολέμου, διαφέρει σημαντικά από τον τρόπο διακυβέρνησης της Ισλαμικής Δημοκρατίας κατά τη διάρκεια των 37 ετών της ηγεσίας του ανώτατου ηγέτη Αλί Χαμενεΐ.
Στο πλαίσιο των πρόσφατων εξελίξεων, ο γιος του, Μοτζταμπά Χαμενεΐ, φέρεται να έχει αναλάβει ρόλο ηγεσίας, αλλά παραμένει η αβεβαιότητα ως προς τη φυσική του παρουσία και τη δυνατότητά του να ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο. Αναφορές κάνουν λόγο για πιθανό τραυματισμό του, γεγονός που εντείνει την αβεβαιότητα σχετικά με το αν δίνει σαφείς κατευθύνσεις στους υφισταμένους του ή αν οι αποφάσεις λαμβάνονται μέσω ερμηνείας των προθέσεών του από άλλα κέντρα εξουσίας.
Συνολικά, το σύστημα διακυβέρνησης χαρακτηρίζεται από έντονη συγκέντρωση ισχύος αλλά και περιορισμένη διαφάνεια ως προς τη λήψη αποφάσεων, καθώς η χώρα βρίσκεται υπό εξωτερική στρατιωτική και διπλωματική πίεση.
«Το σύστημα λειτουργεί πλέον με διαφορετικό τρόπο. Στο παρελθόν είχαμε θεσμούς… που υποτίθεται ότι συζητούσαν στρατηγικά ζητήματα και παρουσίαζαν στον ανώτατο ηγέτη εισηγήσεις, ώστε εκείνος να λάβει την τελική απόφαση», δήλωσε ο Χαμιντρεζά Αζίζι, ερευνητής στο Γερμανικό Ινστιτούτο Διεθνών και Ασφαλείας Υποθέσεων.
«Η πρόσβαση στον ανώτατο ηγέτη δεν μπορεί πλέον να είναι τόσο τακτική όσο θα έπρεπε», πρόσθεσε. «Αυτό αυτομάτως σημαίνει ότι άλλοι αξιωματούχοι έχουν μεγαλύτερο περιθώριο ελιγμών ως προς τις αποφάσεις για ζητήματα πολέμου και ειρήνης».
Με πληροφορίες από CNN

