«Είναι μία τραγική στιγμή για την αμερικανική ισχύ, και για μία διεθνή τάξη που εδράζεται στη συνετή χρήση της». Με αυτή τη φράση συνοψίζει τη στρατιωτική εκστρατεία των Ηνωμένων Πολιτειών κατά του Ιράν η Κόρι Σάκε. Διευθύντρια εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής στο συντηρητικό American Enterprise Institute, η Σάκε υπηρέτησε σε υψηλόβαθμες θέσεις στον Λευκό Οίκο και στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ επί προεδρίας του Τζορτζ Ουόκερ Μπους. Το 2020 ήταν μία από 130 Ρεπουμπλικανούς πρώην αξιωματούχους εθνικής ασφαλείας που συνυπέγραψαν δήλωση χαρακτηρίζοντας τον Ντόναλντ Τραμπ ακατάλληλο για την προεδρία και υποστηρίζοντας την υποψηφιότητα του Τζο Μπάιντεν. Κατά τη δεύτερη θητεία του Τραμπ, έχει εστιάσει ειδικά στην απόπειρα πολιτικοποίησης των ενόπλων δυνάμεων και στους κινδύνους που συνεπάγεται για την Αμερικανική Δημοκρατία.
«Οι ΗΠΑ χάνουν τον πόλεμο κατά του Ιράν», λέει η Σάκε στην «Κ». «Το ιρανικό καθεστώς, παρότι τρομακτικά αντιδημοφιλές, πέτυχε, χάρη στην αμερικανοϊσραηλινή επίθεση, τη μεταβίβαση της εξουσίας από τον πρεσβύτερο στον νεότερο Χαμενεΐ, που μέχρι πρότινος το κληρικό κατεστημένο είχε θέσει εκτός πλαισίου διαδοχής. Το Σώμα Φρουρών της Επανάστασης ελέγχει πλέον πιο σφιχτά τη χώρα. Αφού σκότωσαν περισσότερους από 30.000 πολίτες, δεν υπάρχει προοπτική λαϊκής εξέγερσης – ειδικά αφού ο πρόεδρος Τραμπ αθέτησε την υπόσχεσή του τον Ιανουάριο να υποστηρίξει τους διαδηλωτές. Τρίτον, το καθεστώς ελέγχει τα Στενά του Ορμούζ και επιβάλλει τέλη στα διερχόμενα πλοία».
Οι ΗΠΑ σπατάλησαν «τεράστιες ποσότητες πυραύλων, συστημάτων αναχαίτισης και άλλου υλικού που δεν αφθονεί», χαλάρωσαν τις κυρώσεις στις εξαγωγές ρωσικού και ιρανικού πετρελαίου, και σήμερα «επιτρέπουν σε κινεζικά πλοία προερχόμενα από ιρανικά λιμάνια να παρακάμψουν τον εξ αποστάσεως ναυτικό αποκλεισμό που έχουν επιβάλει στα Στενά», προσθέτει. «Δείξαμε ότι η στρατιωτική αριστεία δεν μεταφράζεται σε νίκη, γιατί ο πρόεδρος των ΗΠΑ είναι τόσο απείθαρχος σχετικά με τους πολιτικούς στόχους. Οι νικητές του πολέμου είναι η Κίνα και η Ρωσία».
Δεν άκουσε κανέναν
Ο «κύριος λόγος» που η κυβέρνηση Τραμπ βρίσκεται σε αυτή τη δεινή θέση, σύμφωνα με την Αμερικανίδα ειδικό, είναι ότι «δεν είχε μία στρατηγική για τη διαχείριση των προφανών κινδύνων», όπως το κλείσιμο των Στενών. Γιατί λοιπόν δεν υπήρξε σχεδιασμός για την αντιμετώπιση αυτών των κινδύνων, αφού ήταν τόσο προφανείς;
Πανίσχυροι οι Φρουροί – Το Σώμα Φρουρών της Επανάστασης ελέγχει πλέον πιο σφιχτά το Ιράν. Αφού σκότωσαν πάνω από 30.000 πολίτες, δεν υπάρχει προοπτική λαϊκής εξέγερσης.
«Αυτό που έχουμε μάθει από τη δημοσιογραφική έρευνα είναι ότι μία σειρά αξιωματούχων, από τον διευθυντή της CIA έως τον αρχηγό ΓΕΕΘΑ, είχαν εκφράσει ανησυχίες για το πόσο επιτεύξιμοι ήταν οι πολιτικοί στόχοι του προέδρου Τραμπ. Ο πρόεδρος, όμως, μεθυσμένος από την επιτυχία της στρατιωτικής επιχείρησης στη Βενεζουέλα, πίστευε ότι η ιρανική ηγεσία θα κατέρρεε. Δεν είχε καταλάβει ότι αυτός ακριβώς ήταν ο πόλεμος για τον οποίο προετοιμάζεται το Ιράν εδώ και δεκαετίες. Και η ευθύνη για αυτό είναι αποκλειστικά δική του».
Και τι θα συμβεί τώρα; Υπάρχει προοπτική για μια πιο στέρεη κατάπαυση του πυρός; «Ενδεχομένως. Ο πρόεδρος Τραμπ είναι σαφές ότι έχει βαρεθεί με το εγχείρημα και επιθυμεί να ασχοληθεί με κάτι πιο εύκολo, πιο φωτογενές για την τηλεόραση. Και η ιρανική οικονομία είναι σε τόσο διαλυμένη κατάσταση, που μοιάζει να είναι προς το συμφέρον του καθεστώτος να πάρει μια ανάσα και να επιχειρήσει να στραφεί στην ανοικοδόμηση. Αλλά θα είναι δύσκολο για τον πρόεδρο Τραμπ να αποδεχθεί μία συμφωνία τύπου JCPOA [σ.σ.: τη συμφωνία Ιράν – ΗΠΑ για το πυρηνικό πρόγραμμα που συνήφθη επί ημερών Ομπάμα]. Θα τον κατακεραυνώσουν για αυτό, και είναι ευαίσθητος σε τέτοιου είδους κριτική. Αρα, θα εκπλησσόμουν αν οι διαπραγματεύσεις καταλήξουν κάπου άμεσα. Και οι δύο πλευρές έχουν συμφέρον να τις αφήσουν να παραταθούν και το ζήτημα να υποχωρήσει σιωπηρά από τη συνείδηση της κοινής γνώμης. Οι Ιρανοί θεωρούν ότι ο χρόνος είναι με το μέρος τους – και μάλλον έχουν δίκιο».
Ο πόλεμος στο Ιράν, μεταξύ άλλων δεινών, διεύρυνε το χάσμα ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και στους Ευρωπαίους συμμάχους της, η άρνηση των οποίων να συνδράμουν στρατιωτικά τις ΗΠΑ προκάλεσε την οργή του Τραμπ. «Ο λόγος που οι Ευρωπαίοι δικαιολογημένα εξανίστανται είναι ότι ο πρόεδρος Τραμπ επέβαλε τεράστια κόστη σε ολόκληρο τον κόσμο –και ειδικά στους συμμάχους του– με αυτό που έκανε», σχολιάζει η Σάκε. «Χαλαρώσαμε τις κυρώσεις στο ρωσικό πετρέλαιο, ακόμα και στο ιρανικό πετρέλαιο, και προκαλούμε οικονομική κρίση στους συμμάχους μας, με τους οποίους δεν διαβουλευτήκαμε καν πριν πάρουμε αυτή την απόφαση. O πρόεδρος [Τραμπ] φωνασκεί επειδή συνειδητοποίησε για πρώτη φορά πόσο βαθιά εξαρτημένες είναι οι ΗΠΑ από την εθελοντική συνεργασία των συμμάχων μας. Και είναι σοκαρισμένος που η κακή του συμπεριφορά έχει συνέπειες».
Ο Χέγκσεθ και οι στρατηγοί
Εν μέσω του πολέμου, ο υπουργός Αμυνας των ΗΠΑ απέπεμψε τον αρχηγό των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων και άλλους κορυφαίους αξιωματικούς. Ρώτησα τη Σάκε, που κυκλοφόρησε πέρυσι έναν βαρύ τόμο για την ιστορία των σχέσεων της στρατιωτικής με την πολιτική ηγεσία στις ΗΠΑ («The State and the Soldier»), πώς βλέπει τις συνεχείς εκκαθαρίσεις επί ημερών Χέγκσεθ. «Ο υπουργός Αμυνας κατασπαταλά αιώνες στρατιωτικής εμπειρίας, έχοντας αποπέμψει 21 υψηλόβαθμους αξιωματικούς χωρίς καν να εξηγεί τους λόγους», απαντά.

