Τον Νοέμβριο του 2017, κατά τη διάρκεια μιας βόλτας με ποδήλατο, η Λόρελ Σμιντ χτυπήθηκε από αυτοκίνητο και, παρότι νόμιζε ότι γλίτωσε με έναν μελανιασμένο αγκώνα και έναν απλό πονοκέφαλο, τις ημέρες που ακολούθησαν ο πόνος στο κεφάλι της έγινε αφόρητος. Τότε ήταν περίπου 35 ετών και ο πονοκέφαλός της δεν υποχώρησε για δέκα ολόκληρα χρόνια.
Η Σμιντ διαγνώστηκε τελικά με εγκεφαλικές κακώσεις και σοβαρό μεταδιασεισικό σύνδρομο, για το οποίο δεν υπάρχει θεραπεία. Η Σμιντ ζαλιζόταν συχνά, δεν έβλεπε καλά και η μνήμη της είχε εξασθενήσει. Τις περισσότερες ημέρες απομονωνόταν σε ένα σκοτεινό δωμάτιο, βλέποντας τα παιδιά της μόνο για μικρά χρονικά διαστήματα.
Αποτελέσματα από τις πρώτες ημέρες
Ολα αυτά άλλαξαν στις αρχές του 2025, όταν η Σμιντ ανακάλυψε πως έρευνες σε ζώα έδειξαν ότι τα φάρμακα GLP-1, όπως το Ozempic και το Wegovy, θα μπορούσαν ενδεχομένως να τη βοηθήσουν να αντιμετωπίσει τις συνέπειες της διάσεισης. Οταν επικοινώνησε με τους ερευνητές της μελέτης, ένας εξ αυτών της πρότεινε να ζητήσει από τον γιατρό της να δοκιμάσει ένα φάρμακο GLP-1 παρότι δεν υπέφερε από κάποιο από τα «προβλεπόμενα» προβλήματα υγείας.
Ξεκίνησε να παίρνει Zepbound τον περασμένο Φεβρουάριο και μέσα σε λίγες ημέρες ένιωσε τα συμπτώματα της διάσεισης να υποχωρούν. Πρώην αθλήτρια αντοχής και σχολαστική στην καταγραφή δεδομένων, χρησιμοποίησε την κλίμακα συμπτωμάτων μετά τη διάσειση για να αξιολογήσει την κατάστασή της. Τις εβδομάδες μετά το ατύχημα είχε σκορ πάνω από 100 σε σύνολο 132 – μία ένδειξη σοβαρής δυσλειτουργίας. Το φθινόπωρο του 2025 το σκορ της είχε πέσει στο έξι.
Οπως τόσοι άλλοι που λαμβάνουν αυτά τα φάρμακα για επίμονα και ποικίλα συμπτώματα, η Σμιντ συμμετείχε, πρακτικά, στο «μεγάλο αμερικανικό πείραμα των GLP-1», όπως χαρακτηριστικά αποκαλούν αυτή την τάση οι New York Times, παρατηρώντας ότι τα GLP-1 είναι ίσως τα πρώτα «μπλοκμπάστερ» φάρμακα, που υιοθετήθηκαν με ενθουσιασμό από εκατομμύρια ανθρώπους για διάφορα ζητήματα.
«Στο διαδίκτυο, χρήστες προωθούν προγράμματα μικρών δόσεων GLP-1 για μακροζωία, γυναίκες ανταλλάζουν τις εμπειρίες τους σε φόρουμ για χρήση στην εμμηνόπαυση και ινφλουένσερ της ευεξίας προωθούν μη εγκεκριμένες χρήσεις για μυϊκή ανάπτυξη.
Μεγάλο μέρος αυτού του «πειραματισμού» γίνεται εκτός παραδοσιακών ερευνητικών πλαισίων, χωρίς προσεκτικές κλινικές δοκιμές, ακόμη και εκτός του συστήματος υγείας, σημειώνουν οι NYT.
Ασθενείς που λαμβάνουν GLP-1 αναφέρουν πως με την «ανορθόδοξη» αγωγή εξαφανίστηκαν εξουθενωτικά συμπτώματα της long Covid, υποχώρησαν χρόνια επεισόδια συνδρόμου ευερέθιστου εντέρου και μειώθηκε η εξάρτησή τους από ουσίες. Κάποιοι ανέφεραν μέχρι και ψυχονοητικά οφέλη, όπως μειωμένο άγχος και βελτιωμένη συγκέντρωση.
Ερευνα της εταιρείας δημοσκοπήσεων Morning Consult για λογαριασμό των NYT κατέγραψε τις απαντήσεις περισσότερων από 2.000 ενηλίκων που έχουν χρησιμοποιήσει GLP-1, με το 65% να δηλώνει ότι ενδιαφέρεται «ιδιαιτέρως» να συνεχίσει τη λήψη τους. Μάλιστα το 63% δήλωσε ότι, ακόμη κι αν το GLP-1 δεν τους βοήθησε με την πάθηση για την οποία είχαν λάβει GLP-1, θα συνέχιζε σίγουρα ή πιθανότατα να λαμβάνει αυτές τις ουσίες, επειδή είχε διαπιστώσει άλλα οφέλη.
Πιο αναλυτικά, το 64% ανέφερε πως η λήψη του φαρμάκου τους βοήθησε με την εικόνα που είχαν για το σώμα τους. Το 59% ανέφερε βελτίωση στην παραγωγικότητα και το 45% είδε θετική αλλαγή στη μνήμη.

Τα αποτελέσματα της δημοσκόπησης συνοδεύονται ωστόσο από σημαντικούς περιορισμούς, καθώς οι απαντήσεις βασίζονται στην αντίληψη και την εμπειρία των χρηστών, χωρίς επιστημονική μέθοδο. Ωστόσο, σε επίπεδο τάσης, οι απαντήσεις υποδηλώνουν πως πολλοί βρίσκουν ανακούφιση σε προβλήματα που δεν φαντάζονταν ότι ήταν εφικτό.
Σύμφωνα με τους NYT, περίπου ένας στους οκτώ ανθρώπους στις ΗΠΑ έχει λάβει φάρμακα τύπου GLP-1, γεγονός που τα κατατάσσει ήδη ανάμεσα στα πιο ευρέως συνταγογραφούμενα στη χώρα. Ενα σημαντικό ποσοστό αυτών των ανθρώπων πειραματίζεται με χρήσεις εκτός εγκεκριμένων ενδείξεων, όπως η Σμιντ, ή συνεχίζει τη λήψη τους λόγω απρόσμενων ωφελειών.
Η θεωρία των κοινών αιτιών
«Αυτό που αρχίζουμε να συνειδητοποιούμε», δήλωσε ο δρ ΝτιΜάρκι, πρώην αντιπρόεδρος της Eli Lilly και συμμετέχων στην έρευνα για τα GLP-1 μέχρι την αποχώρησή του από την εταιρεία το 2003, «είναι ότι πολλές ασθένειες μπορεί να έχουν κοινές ρίζες, παρότι τις αντιμετωπίζουμε ως ξεχωριστές: “αυτή είναι μια ενδοκρινολογική νόσος, αυτή μια καρδιαγγειακή νόσος, αυτή μια νόσος του εγκεφάλου”».
Η θεωρία των κοινών αιτιών υποδηλώνει ότι ένα ευρύ φάσμα παθήσεων θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί με μία μόνο κατηγορία φαρμάκων, ενδεχομένως μέσω μηχανισμών που σχετίζονται με τον εγκέφαλο και το ανοσοποιητικό σύστημα. Ωστόσο, όπως προειδοποιεί ο δρ ΝτιΜάρκι, «αυτά που γνωρίζουμε σήμερα είναι ελάχιστα σε σύγκριση με όσα δεν γνωρίζουμε».
Μία… λάθος υπόθεση
Οταν τα φάρμακα GLP-1 κατέκλυσαν την αγορά για την απώλεια βάρους, οι ειδικοί πρότειναν μια απλή θεωρία για το πώς λειτουργούσαν: θεώρησαν πως δρούσαν ως μια ενισχυμένη εκδοχή μιας φυσικής ορμόνης του εντέρου, της GLP-1, η οποία σηματοδοτεί τον κορεσμό. Η ιδέα ήταν ότι τα φάρμακα μιμούνται το ίδιο το ορμονικό σήμα του οργανισμού, αλλά πιο έντονα, κάνοντας τους ανθρώπους να αισθάνονται χορτάτοι πιο γρήγορα, να τρώνε λιγότερο και τελικά να χάνουν βάρος. «Και αυτό απλώς δεν ισχύει», σχολιάζει ο Ράντι Σίλι, ερευνητής των GLP-1 και διευθυντής του Κέντρου Ερευνας Διατροφής και Παχυσαρκίας του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν.
Η ορμόνη GLP-1 που παράγει το σώμα μας –κυρίως στο έντερο και τον εγκέφαλο και, σε μικρότερο βαθμό, στο πάγκρεας– «δεν κάνει σχεδόν τίποτα σημαντικό σε φυσιολογικό επίπεδο», εξηγεί ο Ντάνιελ Ντράκερ, ερευνητής στο Ινστιτούτο Lunenfeld-Tanenbaum στο Τορόντο, του οποίου οι ανακαλύψεις για την GLP-1 βοήθησαν να τεθούν τα θεμέλια για τα σημερινά φάρμακα.
Αυτό που καθιστά τα φάρμακα GLP-1 τόσο ισχυρά είναι ο τρόπος με τον οποίο συμπεριφέρεται η ορμόνη όταν χορηγείται στο πλαίσιο φαρμακευτικής αγωγής. Οι υποδοχείς GLP-1 βρίσκονται σε ολόκληρο το σώμα και, όταν οι άνθρωποι λαμβάνουν πολύ υψηλότερες δόσεις από εκείνες που παράγει φυσιολογικά ο οργανισμός, διαπιστώνονται οφέλη σε ένα ευρύ φάσμα.
Στην περίπτωση της παχυσαρκίας, τα αποτελέσματα απώλειας βάρους δεν σχετίζονται με το έντερο αλλά έχουν την αφετηρία τους στον εγκέφαλο που διαθέτει το δικό του σύστημα σηματοδότησης GLP-1. Ο μηχανισμός αυτός βοηθά στη ρύθμιση της όρεξης με τρόπους που οι ερευνητές μόλις τώρα αρχίζουν να κατανοούν.
«Η σημασία της ενδογενούς GLP-1 στον εγκέφαλο παραμένει σε μεγάλο βαθμό ένα μυστήριο», παραδέχεται ο δρ Ντράκερ, ο οποίος, όπως και ο δρ Σίλι, συνεργάζεται συμβουλευτικά με εταιρείες που αναπτύσσουν φάρμακα GLP-1. Η φυσική GLP-1 στον εγκέφαλο δεν φαίνεται να επηρεάζει ιδιαίτερα την όρεξη. Οταν όμως τα επίπεδά της αυξάνονται τεχνητά, το «σύστημα GLP-1» του εγκεφάλου καταστέλλει σημαντικά την επιθυμία για φαγητό.
Τυχαίες ανακαλύψεις
Οι ερευνητές ανακάλυψαν τις επιδράσεις απώλειας βάρους των GLP-1 σχεδόν τυχαία. Τα φάρμακα GLP-1 είχαν λάβει αρχικά έγκριση το 2005 για τη θεραπεία του διαβήτη τύπου 2, μιας νόσου κατά την οποία ο οργανισμός δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει σωστά ή δεν παράγει αρκετή ινσουλίνη για να ρυθμίσει τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα. Καθώς οι κλινικοί γιατροί δοκίμαζαν υψηλότερες δόσεις σε κλινικές δοκιμές για τον διαβήτη, άρχισαν να παρατηρούν ότι οι ασθενείς έχαναν βάρος.
Απρόσμενα οφέλη για παθήσεις των νεφρών και του ήπατος διαπιστώθηκαν επίσης στις κλινικές δοκιμές για τον διαβήτη. Ο Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) απαιτεί από τις φαρμακευτικές εταιρείες να διεξάγουν μελέτες για να διαπιστωθεί αν τα GLP-1 αυξάνουν τον κίνδυνο καρδιαγγειακών προβλημάτων – μια υποχρέωση που ισχύει για όλα τα φάρμακα κατά του διαβήτη.
Οι μελέτες κατέδειξαν μείωση κατά 20% των εμφραγμάτων, των εγκεφαλικών επεισοδίων και των θανάτων από καρδιαγγειακά αίτια. Πλέον, τα GLP-1 συνταγογραφούνται και σε ασθενείς με παθήσεις όπως καρδιοπάθεια, υπνική άπνοια και προχωρημένη λιπώδη νόσο του ήπατος. Σε κλινικές δοκιμές εξετάζονται διαφορετικές χρήσεις των φαρμάκων, από ασθενείς με αρθρίτιδα έως και καρκινοπαθείς.
Τα αποτελέσματα αυτά ήταν εν μέρει αναμενόμενα. Η απώλεια βάρους είναι γνωστό ότι βελτιώνει τη συνολική υγεία και μειώνει τον κίνδυνο για μια σειρά παθήσεων, από ορισμένες μορφές καρκίνου έως τον διαβήτη και τα καρδιαγγειακά προβλήματα. Εφόσον τα φάρμακα βοηθούν τους ανθρώπους να χάσουν βάρος, δεν ήταν έκπληξη ότι θα προσέφεραν και πρόσθετα οφέλη για την υγεία.
«Αυτό που εκπλήσσει τους πάντες, όμως, είναι το πόσα από τα οφέλη είναι ανεξάρτητα από την απώλεια βάρους», δήλωσε ο δρ Σίλι. Σε πρόσφατες μελέτες, τα οφέλη για την υγεία, σε ό,τι αφορά την καρδιά, το συκώτι και τα νεφρά, καταγράφονται ανεξάρτητα από το αν οι ασθενείς χάνουν βάρος.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα GLP-1 φαίνεται να στοχεύουν απευθείας τα όργανα που σχετίζονται με τις νόσους, βελτιώνοντας τη λειτουργία τους. Σε άλλες, βοηθούν τον οργανισμό να διαχειρίζεται καλύτερα το σάκχαρο και τα λιπίδια, καθιστώντας τους ασθενείς «μεταβολικά πιο ευέλικτους» και «βιοχημικά πιο νέους», όπως ανέφερε ο δρ ΝτιΜάρκι.

