Αλλαγή στη λήψη αποφάσεων προκρίνει η Φον ντερ Λάιεν

Αλλαγή στη λήψη αποφάσεων προκρίνει η Φον ντερ Λάιεν

Γιατί επαναφέρει το ζήτημα της ειδικής πλειοψηφίας η πρόεδρος της Κομισιόν, ποιο το πολιτικό «μήνυμα» και ποιες οι «προκλήσεις» κατάργησης της ομοφωνίας σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής

3' 30" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Ειδική πλειοψηφία σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής προκρίνει η πρόεδρος της Κομισιόν επαναφέροντας στο προσκήνιο ένα κρίσιμο ζήτημα ως προς το μέλλον της ευρωπαϊκής λήψης αποφάσεων. Με φόντο τα «διδάγματα» της περιόδου κατά την οποία ο Βίκτορ Ορμπαν αξιοποίησε κατ’ επανάληψη το δικαίωμα βέτο, η παρέμβασή της χθες, μία ημέρα μετά την εκλογική ήττα του Ούγγρου πρωθυπουργού, σηματοδοτεί μια προσπάθεια υπέρβασης των αδιεξόδων, που έχουν παραλύσει την κοινή ευρωπαϊκή δράση σε κρίσιμα διεθνή ζητήματα.

Σήμερα, οι περισσότερες αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου απαιτούν ομοφωνία, γεγονός που δίνει σε κάθε κράτος-μέλος τη δυνατότητα να «μπλοκάρει» πρωτοβουλίες ακόμη και όταν υπάρχει ευρεία συναίνεση. Η πρακτική αυτή οδήγησε τα τελευταία χρόνια σε επαναλαμβανόμενα αδιέξοδα, με χαρακτηριστικές περιπτώσεις τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας, τη χρηματοδότηση της Ουκρανίας και τις κοινές τοποθετήσεις για την Κίνα ή τη Μέση Ανατολή. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι υπόλοιπες 26 χώρες αναγκάστηκαν να προχωρήσουν χωρίς την Ουγγαρία, μια θεσμικά «ανορθόδοξη» λύση, που όμως ουσιαστικά υπονομεύει τη συνοχή της Ενωσης.

Η ειδική πλειοψηφία που φέρει προς συζήτηση η Φον ντερ Λάιεν προβλέπει ότι μια απόφαση εγκρίνεται εφόσον τη στηρίζει το 55% των κρατών-μελών (τουλάχιστον 15 από τα 27), τα οποία εκπροσωπούν τουλάχιστον το 65% του συνολικού πληθυσμού της Ε.Ε. Πρόκειται για ένα σύστημα που ήδη εφαρμόζεται σε αρκετούς τομείς πολιτικής και θεωρείται πιο ευέλικτο και αποτελεσματικό, καθώς περιορίζει τη δυνατότητα ενός μόνο κράτους να εμποδίζει τη συλλογική δράση.

«Πιστεύω ότι η μετάβαση σε σύστημα ειδικής πλειοψηφίας στην εξωτερική πολιτική αποτελεί έναν σημαντικό τρόπο για να αποφύγουμε τα συστηματικά αδιέξοδα που έχουμε βιώσει στο παρελθόν και πως πρέπει να αξιοποιήσουμε τη σημερινή συγκυρία για να προχωρήσουμε ουσιαστικά προς αυτή την κατεύθυνση», δήλωσε χαρακτηριστικά η Φον ντερ Λάιεν, δίνοντας το πολιτικό στίγμα της πρωτοβουλίας.

Η χρονική συγκυρία της πρότασης δεν είναι τυχαία. Η ήττα του Ορμπαν στην Ουγγαρία και η επικράτηση του Πέτερ Μαγιάρ ερμηνεύτηκαν στις Βρυξέλλες ως ένδειξη «επιστροφής στην ευρωπαϊκή πορεία». Η πρόεδρος της Επιτροπής έσπευσε να αξιοποιήσει τη συγκυρία, υποστηρίζοντας ότι η Ενωση πρέπει να αντλήσει θεσμικά διδάγματα από μια περίοδο κατά την οποία η αρχή της ομοφωνίας μετατράπηκε σε «εργαλείο» πολιτικής πίεσης και καθυστέρησης.

Πέρα όμως από τον συμβολισμό, η πρόταση αντανακλά μια βαθύτερη ανησυχία: ότι η Ευρωπαϊκή Ενωση δυσκολεύεται να ανταποκριθεί με ταχύτητα και συνοχή σε ένα ολοένα πιο ανταγωνιστικό γεωπολιτικό περιβάλλον, όπου δυνάμεις όπως οι ΗΠΑ και η Κίνα λαμβάνουν αποφάσεις πολύ πιο γρήγορα. Η μετάβαση σε ειδική πλειοψηφία παρουσιάζεται, έτσι, ως προϋπόθεση για μια πιο «γεωπολιτική Ευρώπη».

Ωστόσο, η υλοποίηση αυτής της αλλαγής προσκρούει σε αρκετά και σημαντικά εμπόδια. Το παράδοξο είναι ότι για να καταργηθεί η ομοφωνία απαιτείται… ομοφωνία. Δηλαδή, όλα τα κράτη-μέλη θα πρέπει να συμφωνήσουν στην αναθεώρηση των κανόνων ή στη χρήση των λεγόμενων «ρητρών γέφυρας». Αυτό καθιστά την πρωτοβουλία εξαιρετικά δύσκολη, ακόμη και χωρίς τον Ορμπαν στο προσκήνιο.

Ηδη, πάντως, ο πολιτικός «σύμμαχος» του Ορμπαν, ο Σλοβάκος πρωθυπουργός Ρόμπερτ Φίτσο, εμφανίζεται επιφυλακτικός, αφήνοντας για παράδειγμα ανοιχτό το ενδεχόμενο άσκησης βέτο για το δάνειο προς την Ουκρανία, το οποίο έως σήμερα μπλόκαρε η Ουγγαρία. Παράλληλα, η Ιταλίδα πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι έχει εκφράσει σαφή αντίθεση στην επέκταση της ειδικής πλειοψηφίας, επικαλούμενη την ανάγκη προστασίας των εθνικών συμφερόντων.

Ακόμη και χώρες ξεκάθαρα φιλοευρωπαϊκές, όπως η Γαλλία και η Γερμανία, έχουν στο παρελθόν διστάσει να εγκαταλείψουν την ομοφωνία σε ευαίσθητους τομείς, ενώ μικρότερα κράτη –όπως το Λουξεμβούργο ή η Ιρλανδία– φοβούνται ότι θα χάσουν δυσανάλογη επιρροή. Και η Ελλάδα απορρίπτει τη χρήση της ειδικής πλειοψηφίας, ειδικά σε θέματα εξωτερικής πολιτικής.

Στην πραγματικότητα, η περίοδος των «βέτο» του Ορμπαν ανέδειξε όχι μόνο τα θεσμικά όρια της Ε.Ε., αλλά και μια πολιτική πραγματικότητα: ότι αρκετές κυβερνήσεις δηλαδή, αξιοποιούσαν τη στάση της Ουγγαρίας ως «άλλοθι» για να αποφεύγουν δύσκολες αποφάσεις, είτε επρόκειτο για τη διεύρυνση της Ε.Ε. είτε για τις σχέσεις με το Ισραήλ και την Κίνα. Χωρίς αυτό το «βολικό εμπόδιο», οι ίδιες χώρες ενδέχεται να βρεθούν αντιμέτωπες με μεγαλύτερη πολιτική «πίεση» στο εσωτερικό τους.

Συνεπώς, η πρόταση της Φον ντερ Λάιεν αποτελεί σημαντικό πολιτικό μήνυμα και ένα λογικό βήμα προς μια πιο αποτελεσματική Ενωση, αλλά δεν συνιστά άμεση θεσμική αλλαγή. Η μετάβαση στην ειδική πλειοψηφία στην εξωτερική πολιτική παραμένει ένα δύσκολο εγχείρημα, που απαιτεί όχι μόνο νομικές διαδικασίες, αλλά κυρίως πολιτική βούληση από τα κράτη-μέλη να μοιραστούν την κυριαρχία τους σε έναν από τους πιο ευαίσθητους τομείς της πολιτικής.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT