Στις 15 Απριλίου 1945 καταφθάνει στο γραφείο του Χανς Χούμπερ στο προάστιο Φράιμαν του Μονάχου ένα υψηλόβαθμο στέλεχος του ναζιστικού κόμματος (NSDAP). Ο ιδιοκτήτης της χαρτοποιίας Βιρτ αποδέχεται τη μυστηριώδη αποστολή που του αναθέτει ο αξιωματούχος: να μετατρέψει σε πολτό έναν τεράστιο όγκο εγγράφων. Τρεις μέρες αργότερα, το πρώτο φορτηγό ξεφορτώνει τόνους χαρτιού που πρέπει να εξαφανιστούν το ταχύτερο δυνατόν. Ο Χούμπερ συνειδητοποιεί ότι πρόκειται για ένα βουνό από κάρτες μελών του κόμματος. Η διοίκηση του NSDAP επιστρατεύει, μάλιστα, μερικούς επιπλέον εργάτες για να επιταχυνθεί η διαδικασία.
Στις 27 Απριλίου ολοκληρώνεται και η 19η μεταφορά φορτίου. Οι περίπου 50 τόνοι υλικού δεν πρέπει να πέσουν στα χέρια των εχθρών. Ο Χανς Χούμπερ, όμως, δεν είναι μεταξύ των συνεργατών του κόμματος. Συνειδητοποιεί γρήγορα τη σημασία του φορτίου και αποφασίζει να κρύψει τις κομματικές ταυτότητες κάτω από στοιβαγμένα χαρτιά. Στους απεσταλμένους του κόμματος, που επιβλέπουν τη διαδικασία και αναρωτιούνται για τα βουνά χαρτιού που συσσωρεύονται, λέει ψέματα ότι πρόκειται για παραγγελίες άλλων πελατών που έχουν καθυστερήσει, εξαιτίας της κατεπείγουσας αποστολής του NSDAP. Εξι μήνες αργότερα ο ιδιοκτήτης του εργοστασίου παραδίδει το υλικό στους Αμερικανούς, σε μια απίστευτη ιστορία που μοιάζει με πολεμικό θρίλερ.
Παράγων Γκένσερ
Οι Αμερικανοί με τη σειρά τους θέλησαν να εκχωρήσουν τα αρχεία στην Ομοσπονδιακή Γερμανία ήδη από τη δεκαετία του 1970, για να πετάξουν από πάνω τους την καυτή πατάτα. Οπως εξηγεί όμως ο ιστορικός Χάγκεν Φλάισερ, επί δύο και πλέον δεκαετίες ο υπουργός Εσωτερικών του Βίλι Μπραντ και μετέπειτα υπουργός Εξωτερικών Χανς Ντίντριχ Γκένσερ κατόρθωσε να μπλοκάρει τη διαδικασία, «επειδή είχε τη φωλιά του λερωμένη», όπως χαρακτηριστικά λέει. Ο ίδιος ο Γκένσερ έχει παραδεχθεί ότι γνώριζε ήδη από τη δεκαετία του 1970 την ύπαρξη της προσωπικής κάρτας μέλους στο κόμμα, που είχε εκδοθεί στις 20 Απριλίου 1944, ημέρα των 55ων γενεθλίων του Φύρερ.
Είχε κρατήσει όμως την πληροφορία για τον εαυτό του έως το 1994. Δεν ήταν φυσικά μόνο ο Γκένσερ. Ενας πρώην καγκελάριος, ο Κουρτ Γκέοργκ Κίζινγκερ, πρώην πρόεδροι της χώρας, βουλευτές από σχεδόν όλα τα κόμματα, κυρίως από τους Ελεύθερους Δημοκράτες και τη συντηρητική παράταξη, είχαν «πολιτογραφηθεί» στις μαύρες λίστες του εθνικοσοσιαλισμού.
«Ο παππούς δεν ήταν ναζί!». Αυτός ήταν ο τίτλος ενός βιβλίου που κυκλοφόρησε το 2002 στη Γερμανία από τις εκδόσεις Fischer με θέμα τις μνήμες για το Ολοκαύτωμα στις «κανονικές» γερμανικές οικογένειες και έγινε μπεστ σέλερ. Οι συγγραφείς Χάραλντ Βέλτσερ, Σαμπίνε Μέλερ και Καρολίνε Τσούγκναλ έκαναν συνεντεύξεις με νεότερες γενιές Γερμανών προκειμένου να αποτυπώσουν τις συζητήσεις για το οικογενειακό παρελθόν και όσα μεταδίδονται από τους παππούδες στα εγγόνια σχετικά με τη δράση τους κατά την επίμαχη περίοδο. Οπως υποδεικνύει και ο τίτλος, κοινή συνισταμένη της κυρίαρχης αφήγησης είναι η άρνηση της συλλογικής ενοχής, μια προσπάθεια είτε ηρωοποίησης είτε θυματοποίησης του εκάστοτε «παππού».
Μέχρι πρότινος η οικογενειακή ιστορία μπορούσε να επαληθευθεί μόνο μέσω επίσημης αίτησης στο Ομοσπονδιακό Αρχείο της Γερμανίας ή με αναζήτηση στην ιστοσελίδα του Εθνικού Αρχείου των ΗΠΑ, που φιλοξενεί τους ψηφιοποιημένους καταλόγους με τα μέλη του ναζιστικού κόμματος με βάση το υλικό του παραδόθηκε από τον Χούμπερ στις ΗΠΑ. Ωστόσο, η αναζήτηση μεμονωμένων προσώπων είναι δύσχρηστη και η ιστοσελίδα «πέφτει» συχνά λόγω του αυξημένου ενδιαφέροντος. Γι’ αυτόν τον λόγο, η γερμανική εφημερίδα ZEIT εξασφάλισε ολόκληρη τη βάση δεδομένων, την επεξεργάστηκε συστηματικά και την ανέλυσε με τη βοήθεια λογισμικού τεχνητής νοημοσύνης. Εκατομμύρια καρτέλες είναι πλέον προσβάσιμες στο κοινό και μπορούν να αναζητηθούν με βάση το όνομα και τον τόπο γέννησης.
Τα κενά
Περίπου 10,2 εκατομμύρια Γερμανοί εντάχθηκαν στο NSDAP μεταξύ 1925 και 1945. Η βάση δεδομένων όμως είναι ελλιπής, δεν υπάρχουν στοιχεία για περίπου ένα εκατομμύριο ανθρώπους. Οι Αμερικανοί αρχειοθέτησαν εξάλλου ξεχωριστά τις καρτέλες της ηγεσίας, συνεπώς απουσιάζουν ονόματα όπως των Χίτλερ, Χίμλερ και Γκέρινγκ.
«Σχετικές» ιδότητες – «Κάποιος μπορούσε να υπηρετήσει σε μονάδα των Waffen‑SS, όπως και να διευθύνει εταιρεία που εκμεταλλευόταν αιχμαλώτους χωρίς να είναι μέλος του NSDAP», επισημαίνει ο Γερμανός ιστορικός Βάλεντιν Σνάιντερ.
Οπως εξηγεί στην «Κ» ο Γερμανός ιστορικός Βάλεντιν Σνάιντερ: «Οι ιστορικές πληροφορίες που μπορούν να εξαχθούν από το υπόλοιπο αρχείο είναι έτσι κι αλλιώς περιορισμένες. Τι λέει μια πολιτική ιδιότητα για τη συχνά πολύπλοκη πορεία ενός ατόμου στη ναζιστική περίοδο και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο; Κάποιος μπορούσε να υπηρετήσει σε μονάδα των Waffen‑SS χωρίς ποτέ να είναι μέλος του NSDAP και δεν χρειάστηκε να είναι μέλος του κόμματος για να διευθύνει γερμανική εταιρεία που εκμεταλλευόταν αιχμαλώτους πολέμου και ανθρώπους που εκτελούσαν καταναγκαστικά έργα. Επιπλέον, δεν είναι αλήθεια ότι όλα τα εγκλήματα, μεγάλα ή μικρά, που διαπράχθηκαν εκ μέρους του Μείζονος Γερμανικού Ράιχ αφορούσαν μόνο μέλη του κόμματος. Ιδιαίτερα πρέπει να ληφθεί υπόψη το βίαιο καθεστώς των τακτικών δυνάμεων της Βέρμαχτ στην υπό γερμανική κατοχή Ευρώπη, κυρίως στην Ανατολή, αλλά και στα Βαλκάνια και φυσικά στην Ελλάδα. Στις περισσότερες περιπτώσεις οι στρατιώτες δεν ήταν μέλη του κόμματος· αυτό, ωστόσο, δεν τους εμπόδισε να κυνηγούν αμάχους ή να συνεργάζονται ενεργά με τα SS στο Ολοκαύτωμα των Εβραίων».
Ο ιστορικός Χάγκεν Φλάισερ δίνει το παράδειγμα του πρώτου πρέσβη της Ομοσπονδιακής Γερμανίας στην Ελλάδα (1951-1954), Βέρνερ φον Γκρούντχερ τσου Αλτενχαν ουντ Βάιερχαους, ο οποίος βαυκαλιζόταν μεταπολεμικά ότι δεν ήταν μέλος του ναζιστικού κόμματος. Η αλήθεια ήταν ότι είχε κάνει αίτηση συμμετοχής στο NSDAP που απορρίφθηκε από τον ίδιο τον Μάρτιν Μπόρμαν, ηγετικό στέλεχος και στενό συνεργάτη του Χίτλερ, το 1941 με το επιχείρημα της «έντονης ματαιοδοξίας, του ταξικού σνομπισμού, της προηγούμενης αδιαφορίας για το Ναζιστικό Κόμμα και τον προφανή οπορτουνισμό του».
«Παρ’ όλα αυτά, στη συνέχεια ενεπλάκη στις οργανωτικές πτυχές της “Τελικής Λύσης” στις σκανδιναβικές χώρες. Η δράση του αποκαλύφθηκε όταν, το 1951, ο Νορβηγός αρχιεπίσκοπος τον συνάντησε τυχαία στο φουαγιέ της “Μεγάλης Βρεταννίας”στην Αθήνα, όπου διέμενε, και τον χαιρέτησε μεγαλοφώνως: “Για δες! Ο ναζί!”», αφηγείται στην «Κ» ο Φλάισερ.
Και Ελληνες στο NSDAP – Στο λήμμα «Παπαδόπουλος» συναντά κανείς δύο μέλη που εντάχθηκαν στο NSDAP το 1932 και το 1937 αντιστοίχως. Ο Γ. Κ., γιατρός από τις Σέρρες με τόπο κατοικίας τη Θεσσαλονίκη, φέρεται ότι γράφτηκε μέλος το 1933.
Ο Xάγκεν Φλάισερ λέει ότι επικοινωνούν συχνά μαζί του απόγονοι Γερμανών στρατιωτών και τον ρωτούν με αγωνία αν οι παππούδες τους διέπραξαν εγκλήματα πολέμου. Στη σχετική αναζήτηση στη βάση δεδομένων της ΖΕΙΤ μπορεί κανείς να βρει την κάρτα του Ρούντολφ Χες, διοικητή του στρατοπέδου Αουσβιτς, του Γερμανού φιλοσόφου Μάρτιν Χάιντεγκερ και του Αυστριακού Αντολφ Αϊχμαν, αρχιτέκτονα του Ολοκαυτώματος, που δικάστηκε και εκτελέστηκε το 1962 στο Ισραήλ. Στο λήμμα «Παπαδόπουλος» συναντά κανείς δύο μέλη του κόμματος με έδρα την Αθήνα: τον Αρθούρο, ασκούμενο, και την Ιριδα, γραμματέα, που εντάχθηκαν το 1932 και το 1937 αντιστοίχως. Ο Γ. Κ. γιατρός από τις Σέρρες με τόπο κατοικίας τη Θεσσαλονίκη, φέρεται ότι γράφτηκε μέλος το 1933.
Από τη μελέτη των αρχείων προκύπτει ότι το NSDAP ήταν το πρώτο Volkspartei, το πρώτο λαϊκό κόμμα της Γερμανίας. Δεν υπήρχε κοινωνική τάξη ή επαγγελματική ομάδα που να μην εκπροσωπήθηκε στις τάξεις του, από τους δημοσίους υπαλλήλους, τους εκπαιδευτικούς και τους εργάτες έως τους αυτοαπασχολούμενους ελεύθερους επαγγελματίες. Στην αρχή, το NSDAP ήταν κυρίως κόμμα νέων, ενώ μετά το 1933 αυξήθηκε η συμμετοχή μεγαλύτερων σε ηλικία.
Κατά τον πόλεμο, εντάσσονταν κυρίως νέοι, πολλοί από τη χιτλερική νεολαία. Η συμμετοχή των γυναικών ήταν χαμηλή. Η ιδεολογία του κόμματος προωθούσε τον ρόλο της γυναίκας ως μητέρας και νοικοκυράς, αν και κάποιες συμμετείχαν ενεργά. Ενδιαφέρον είναι ότι πριν από το 1933 τα κίνητρα ένταξης στο κόμμα ήταν κυρίως ιδεολογικά (εθνικισμός, αντισημιτισμός), ενώ μετά καθοριστικοί ήταν οι λόγοι σκοπιμότητας (επαγγελματική και κοινωνική ανέλιξη, προστασία της οικογένειας).
Η ευθύνη
«Από την άποψη της γερμανικής κουλτούρας μνήμης το ενδιαφέρον για το μητρώο μελών του NSDAP είναι σημαντικό για έναν διαφορετικό λόγο. Επειτα από χρόνια της φράσης “Ο παππούς δεν ήταν ναζί!”, εμφανίζεται σταδιακά το ερώτημα: “Μήπως τελικά ο παππούς ήταν ναζί;”, σημειώνει ο Βάλεντιν Σνάιντερ και συνεχίζει: «Τι σημαίνει για έναν μεμονωμένο απόγονο το γεγονός ότι ο πατέρας ή ο παππούς του εμφανίζεται σε αυτό το μητρώο ως εγγεγραμμένο μέλος του NSDAP; Ηταν ναζί; Είναι αυτό το τέλος της ιστορίας; Και τι γίνεται αν δεν βρεθεί καμία καρτέλα και η αρχική υπόνοια δεν επιβεβαιωθεί;».
Ο Γερμανός συνάδελφός του Φρανκ Μπάγιορ, ειδικός στην ιστορία του εθνικοσοσιαλισμού, θεωρεί τη βάση δεδομένων που δημιούργησε η ΖΕΙΤ «κέρδος». Στην ερώτηση της «Κ» αν τέτοιου είδους μηχανές αναζήτησης επαναφέρουν το άγος της συλλογικής ενοχής και το εναποθέτουν σε μια κατά τεκμήριο «αθώα» νέα γενιά, ο ίδιος είναι κατηγορηματικός: «Η ενοχή δεν κληρονομείται και επομένως δεν μεταβιβάζεται αυτομάτως στις νεότερες γενιές. Ούτε αυτές είναι ένοχες, αλλά φέρουν την ευθύνη για το παρόν και το μέλλον, ώστε το παρελθόν να μην επαναληφθεί στη Γερμανία».

