Οι επιστήμονες έσπευσαν να αναπτύξουν φάρμακα που βοηθούν τους ανθρώπους να χάσουν όσο το δυνατόν περισσότερο βάρος. Τώρα πατούν φρένο. Τα πρόσφατα πρώτα βασικά αποτελέσματα από δοκιμή της ρετατρουτίδης, μιας ουσίας που αναπτύσσει η Eli Lilly, έδειξαν ότι άτομα με παχυσαρκία και οστεοαρθρίτιδα γόνατος έχασαν κατά μέσον όρο 28,7% του σωματικού τους βάρους έπειτα από 68 εβδομάδες στη μέγιστη δόση. Τα διαθέσιμα σήμερα φάρμακα απώλειας βάρους έχουν οδηγήσει σε απώλεια περίπου 20% του σωματικού βάρους στο ίδιο χρονικό διάστημα.
Μεταξύ 12% και 18% των συμμετεχόντων αποχώρησαν από τη δοκιμή λόγω παρενεργειών, ποσοστό υψηλότερο από αυτό που παρατηρείται συνήθως σε δοκιμές των υφιστάμενων φαρμάκων απώλειας βάρους. Η εταιρεία ανέφερε ότι ορισμένοι αποχώρησαν επειδή θεωρούσαν ότι έχαναν υπερβολικά πολύ βάρος, γεγονός που ανησύχησε ορισμένους εξωτερικούς ερευνητές. Η Eli Lilly χρηματοδότησε τη δοκιμή, στην οποία συμμετείχαν 445 άτομα. Τα πλήρη δεδομένα δεν έχουν ακόμη δημοσιευθεί, επομένως είναι δύσκολο να εξαχθούν οριστικά συμπεράσματα για τους λόγους αποχώρησης.
«Δεν προσπαθούμε να επιβάλουμε σε κάθε ασθενή ένα συγκεκριμένο βαθμό απώλειας βάρους», λέει ο δρ Ντέιβιντ Χάιμαν, επικεφαλής ιατρικός διευθυντής της Eli Lilly. Προσθέτει ότι η ρετατρουτίδη θα απευθύνεται σε ασθενείς που χρειάζεται να χάσουν περισσότερο βάρος απ’ όσο θα μπορούσαν με άλλα φάρμακα. «Δεν πιστεύουμε ότι το πιο ισχυρό φάρμακο απώλειας βάρους απαιτείται για όλους, ούτε ότι αυτό είναι καν ο στόχος», λέει.
Δυσκολία ορισμού
Είναι δύσκολο να οριστεί τι ακριβώς συνιστά υπερβολική απώλεια βάρους. Ορισμένα άτομα που λαμβάνουν GLP-1 ανησυχούν ότι απλώς δεν φαίνονται καλά. Αλλοι ασθενείς και γιατροί ανησυχούν ότι η τόσο περιορισμένη πρόσληψη τροφής είναι ανθυγιεινή. Σε άλλες περιπτώσεις υπάρχει κίνδυνος τα φάρμακα αυτά να προκαλέσουν διατροφικές διαταραχές, όπως επισημαίνουν οι ειδικοί.
Οι ερευνητές στις εταιρείες που αναπτύσσουν τα φάρμακα αυτά παρακολουθούν στενά αυτές τις ανησυχίες. «Πρέπει να χρησιμοποιούμε τη δόση που χρειάζεται ο ασθενής», λέει η δρ Ανια Γιαστρέμποφ, διευθύντρια του Κέντρου Ερευνας Παχυσαρκίας του Πανεπιστημίου Γέιλ και κορυφαία ερευνήτρια που έχει μελετήσει τη ρετατρουτίδη για λογαριασμό της Eli Lilly. Ο στόχος, εξηγεί, είναι οι ασθενείς να λαμβάνουν τη χαμηλότερη αποτελεσματική δόση. «Το θεμελιώδες ερώτημα είναι να προσεγγίσουμε και να αντιμετωπίσουμε την παχυσαρκία όπως κάθε άλλη χρόνια νόσο», λέει η Γιαστρέμποφ.
Η Novo Nordisk, η εταιρεία που παρασκευάζει τα Ozempic και Wegovy, ανακοίνωσε ότι έχει τροποποιήσει την προσέγγισή της. Σε δοκιμή τελικού σταδίου για ένα νέο σκεύασμα με την ονομασία Cagri Sema, το οποίο φαίνεται να είναι περίπου εξίσου αποτελεσματικό με ορισμένα άλλα ενέσιμα φάρμακα κατά της παχυσαρκίας που κυκλοφορούν σήμερα, η εταιρεία χρησιμοποίησε ευέλικτο δοσολογικό σχήμα. Αυτό σημαίνει ότι αν οι συμμετέχοντες δεν μπορούσαν να ανεχθούν τις παρενέργειες ή αν μια χαμηλότερη δόση ήταν ήδη αποτελεσματική, μπορούσαν να παραμείνουν στη μικρότερη δόση. Η εταιρεία υπέβαλε αίτημα έγκρισης του Cagri Sema στον Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ τον Δεκέμβριο και αναμένει απόφαση εντός του έτους.
Η Μορίν Τσόμκο είναι ειδικός στη φροντίδα και εκπαίδευση για τον διαβήτη στο Σιάτλ και εργάζεται με ασθενείς που πάσχουν από διαβήτη και λαμβάνουν φάρμακα όπως το Ozempic. Οταν χάνουν υπερβολικά πολύ βάρος, λέει, «εξετάζουμε πολύ προσεκτικά τι τρώει το συγκεκριμένο άτομο και γιατί δεν τρώει». Οι ασθενείς μπορεί να αισθάνονται τόσο έντονη ναυτία από τα φάρμακα, υποστηρίζει, ώστε όταν καταφέρνουν να φάνε να προσπαθούν απλώς να κρατήσουν στο στομάχι τους λίγα κράκερ. Εκφράζει ανησυχία για το ενδεχόμενο υποσιτισμού και αφυδάτωσης και προτρέπει τους ασθενείς να βάζουν υπενθυμίσεις για να θυμούνται να τρώνε.
Η Τσόμκο συνεργάζεται με τη βιοφαρμακευτική εταιρεία Amgen σε κλινικές δοκιμές του Mari Tide, ενός νέου μηνιαίου σκευάσματος απώλειας βάρους που βρίσκεται υπό ανάπτυξη. Βοηθάει στην εκπαίδευση των διαιτολόγων που συμμετέχουν στις μελέτες, με στόχο να διασφαλιστεί ότι οι συμμετέχοντες λαμβάνουν επαρκείς ποσότητες βιταμίνης D, ασβεστίου, φυτικών ινών και πρωτεΐνης – θρεπτικά συστατικά που, όπως διαπιστώνει συχνά, δεν προσλαμβάνονται σε επαρκή επίπεδα από άτομα που λαμβάνουν αυτά τα φάρμακα. Η Τσόμκο δηλώνει ότι η υπερβολική απώλεια βάρους είναι ένα «ορατό σημάδι ότι αυτά τα φάρμακα έχουν οδηγήσει κάποιον σε υπερβολικά αποτελέσματα». «Αλλά αυτό που με ανησυχεί περισσότερο είναι το αόρατο», προσθέτει.
Σύνθετες συζητήσεις
Οι γιατροί προσπαθούν να καθορίσουν πώς να καθοδηγούν ασθενείς που φαίνεται να χάνουν πάρα πολύ βάρος. Η δρ Τζάνις Τζιν Χουάνγκ, επικεφαλής του τμήματος Ενδοκρινολογίας και μεταβολισμού στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Βόρειας Καρολίνας, βλέπει συχνά ασθενείς που έχουν φτάσει αυτό που αποκαλεί τους «μεταβολικούς στόχους» με αυτά τα φάρμακα: το σάκχαρό τους έχει μειωθεί, οι καρδιαγγειακοί δείκτες τους έχουν σταθεροποιηθεί και έχουν επιτύχει το επιθυμητό βάρος. Ομως, επιθυμούν να χάσουν ακόμη περισσότερο.
«Πλέον οι συζητήσεις είναι πιο σύνθετες γύρω από το ερώτημα: πόσο βάρος χρειάζεται να χάσει κάποιος;», λέει. Δεν υπάρχει σαφής διαδικασία που να διασφαλίζει ότι οι ασθενείς θα χάσουν ένα «ιδανικό» βάρος: ούτε υπερβολικό ούτε πολύ λίγο. Συχνά καταφεύγει σε μια διαδικασία δοκιμής και προσαρμογής, εξετάζοντας αν οι ασθενείς μπορούν να διατηρήσουν την πρόοδό τους με χαμηλότερη δόση συντήρησης, με την κατανόηση ότι σχεδόν σίγουρα θα χρειαστεί να παραμείνουν στα φάρμακα για το υπόλοιπο της ζωής τους.
Ο δρ Σαχίμπ Σ. Κάλσα, ψυχίατρος στο UCLA Health, συνυπέγραψε το 2024 μελέτη για τα φάρμακα αυτά με τίτλο «Σε πορεία προς την επικίνδυνη ζώνη;». Σε αυτήν, οι συγγραφείς προειδοποιούν ότι όσοι λαμβάνουν τα φάρμακα αυτά πρέπει να παρακολουθούνται στενά ώστε να διασφαλίζεται ότι τρέφονται και ενυδατώνονται επαρκώς και ότι δεν χάνουν υπερβολικά πολύ βάρος. Η μελέτη επισημαίνει επίσης ότι τα φάρμακα ενέχουν ιδιαίτερο κίνδυνο για άτομα με ιστορικό διατροφικών διαταραχών. Μετά τη δημοσίευση της μελέτης, ο Κάλσα λέει ότι οι ανησυχίες του έχουν ενταθεί.
Ο δρ Αντριου Κράφτσον, κλινικός αναπληρωτής καθηγητής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν, υπογραμμίζει ότι χρειάστηκε να διακόψει τη φαρμακευτική αγωγή σε έναν ασθενή επειδή εκείνος ήθελε να συνεχίσει να χάνει βάρος, παρότι δεν υπήρχε σαφές ιατρικό όφελος.
«Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η κοινωνία έχει διαμορφώσει όλους μας με συγκεκριμένα πρότυπα ομορφιάς, που δεν ευθυγραμμίζονται πάντα με τα πρότυπα υγείας», λέει ο Κράφτσον. «Το ότι κάποιος μπορεί να λιμοκτονήσει για να φτάσει σε χαμηλότερο βάρος δεν σημαίνει ότι πρέπει να τον διευκολύνουμε δίνοντάς του μια ένεση που θα προωθεί την ανορεξία».

