«Κλειδί» για την υγεία του παιδιού ο πατέρας

Ερευνα δείχνει πώς η σχέση που διαμορφώνει με το νήπιο επηρεάζει τη μετέπειτα φυσική και ψυχική του κατάσταση

4' 51" χρόνος ανάγνωσης

Για μεγάλο μέρος του 20ού αιώνα και μεταγενέστερα, οι κοινωνικοί επιστήμονες απέδιδαν μια σειρά χρόνιων προβλημάτων ψυχικής υγείας στη δυσλειτουργική σχέση μεταξύ βρεφών και μητέρων, οι οποίες συχνά χαρακτηρίζονταν αυταρχικές, απορριπτικές, δεσποτικές ή αμφιθυμικές.

Μια ομάδα ερευνητών ωστόσο από το Πανεπιστήμιο της Πενσιλβάνια διαπίστωσε ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, η συμπεριφορά του πατέρα στα πρώτα στάδια της ζωής των παιδιών ενδέχεται να έχει μεγαλύτερο αντίκτυπο στην υγεία τους.

Σε μελέτη που δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο περιοδικό Health Psychology, οι επιστήμονες παρατήρησαν τις τριμερείς αλληλεπιδράσεις μεταξύ βρεφών 10 μηνών και των γονέων τους και στη συνέχεια επανεξέτασαν τις ίδιες οικογένειες όταν τα παιδιά ήταν 2 και 7 ετών.

Διαπίστωσαν ότι οι πατέρες που δεν έδειχναν αρκετή προσοχή στα μωρά τους όταν αυτά ήταν 10 μηνών, μάλλον δυσκολεύονταν στη συν-γονεϊκότητα, και είτε αποσύρονταν είτε προσπαθούσαν να κερδίσουν την προσοχή του παιδιού ανταγωνιστικά. Στην ηλικία των 7 ετών, τα παιδιά αυτών των πατέρων ήταν πιο πιθανό να εμφανίσουν δείκτες επιβαρυμένης καρδιαγγειακής ή μεταβολικής υγείας, όπως φλεγμονή και υψηλά επίπεδα σακχάρου στο αίμα. Η συμπεριφορά των μητέρων δεν φάνηκε να έχει αντίστοιχη επίδραση, λέει ο Αλπ Αϊτουγλού, μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Κολέγιο Υγείας και Ανθρώπινης Ανάπτυξης του Πανεπιστημίου της πολιτείας της Πενσιλβάνια, και εκ των συγγραφέων της μελέτης.

Οικογένεια και ανάπτυξη

«Φυσικά, περιμέναμε ότι η οικογενειακή δυναμική, όλη η οικογένεια, πατέρες και μητέρες, θα επηρέαζαν την ανάπτυξη του παιδιού. Αλλά σε αυτή την περίπτωση, η επίδραση προερχόταν μόνο από τους πατέρες», λέει ο Αϊτουγλού. Οταν η συμπεριφορά του πατέρα στις τριμερείς αλληλεπιδράσεις είναι αρνητική, λέει, «τότε αρχίζουμε να βλέπουμε πώς αυτή η αρνητικότητα διαχέεται στην οικογένεια και τελικά επηρεάζει την υγεία του παιδιού».

Υπάρχουν πολλές έρευνες που δείχνουν ότι τα παιδιά που μεγαλώνουν σε οικογένειες με υψηλά επίπεδα στρες διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης προβλημάτων υγείας, όπως παχυσαρκία, διαβήτη και ακόμη και πρόωρη θνησιμότητα, αργότερα στη ζωή τους. Οι ερευνητές μπορούν να εκτιμήσουν τα επίπεδα στρες μετρώντας δείκτες φλεγμονής, οι οποίοι ενεργοποιούν το ανοσοποιητικό σύστημα όταν το άτομο βιώνει αντιξοότητες ή κατάθλιψη, καθώς και τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα, δεδομένου ότι ο ανθρώπινος οργανισμός έχει εξελιχθεί ώστε να κινητοποιεί ενέργεια σε συνθήκες κινδύνου. Οι προηγούμενες έρευνες ωστόσο είχαν την τάση να εστιάζουν στον τρόπο ανατροφής ενός μόνο γονέα, συνήθως της μητέρας. Για να κατανοήσουν καλύτερα τη δυναμική ολόκληρης της οικογένειας, οι ερευνητές του Πανεπιστημίου της πολιτείας της Πενσιλβάνια ανέλυσαν 18λεπτες βιντεοσκοπημένες αλληλεπιδράσεις μητέρων, πατέρων και παιδιών κατά τη διάρκεια παιχνιδιού, σε δύο διαφορετικές χρονικές στιγμές, αποδίδοντας βαθμολογίες στην ευαισθησία και τη θετική συναισθηματική ανταπόκριση των γονέων, καθώς και σε στοιχεία της συν-γονεϊκότητας, όπως η απόσυρση και η ανταγωνιστικότητα.

Αυτές οι συμπεριφορές εμφανίζονταν ορισμένες φορές όταν ο πατέρας προσπαθούσε να στρέψει την προσοχή του παιδιού μακριά από τη μητέρα, εξηγεί ο Αϊτουγλού. «Μπορεί να μην κερδίσει την προσοχή του παιδιού, και αυτό να τον οδηγήσει σε απόσυρση», λέει. «Συχνά οι άνδρες, σε σύγκριση με τις γυναίκες, αποσύρονται πιο εύκολα όταν αισθάνονται ότι δεν τα καταφέρνουν».

Οταν τα παιδιά έφτασαν στην ηλικία των 7 ετών, οι ερευνητές έλαβαν δείγματα αίματος από το δάχτυλό τους για να μετρήσουν τέσσερις δείκτες φλεγμονής και μεταβολικής λειτουργίας. Τα δεδομένα ανέδειξαν δύο μικρές έως μέτριες συσχετίσεις: οι πατέρες που αλληλεπιδρούσαν με μεγαλύτερη ευαισθησία με τα μωρά τους ήταν καλύτεροι στη συν-γονεϊκότητα, και τα παιδιά γονέων που συνεργάζονταν πιο αρμονικά εμφάνιζαν χαμηλότερα επίπεδα C-αντιδρώσας πρωτεΐνης (CRP) και γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης (HbA1c).

«Συχνά οι άνδρες, σε σύγκριση με τις γυναίκες, αποσύρονται πιο εύκολα όταν αισθάνονται ότι δεν τα καταφέρνουν», τονίζουν οι ερευνητές.

Οι συγκεκριμένοι δείκτες συνδέονται με τη μακροπρόθεσμη υγεία, γεγονός που υποδηλώνει ότι τα παιδιά ενδέχεται να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης χρόνιων νοσημάτων στη μέση ηλικία ή αργότερα.

«Αυτό δεν σημαίνει ότι μόνο οι πατέρες έχουν σημασία και όχι οι μητέρες», λέει η Χάνα Μ. Σ. Σράιερ, αναπληρώτρια καθηγήτρια βιοσυμπεριφορικής υγείας στο Πανεπιστήμιο της πολιτείας της Πενσιλβάνια και συν-συγγραφέας της μελέτης. Αντίθετα, όπως αναφέρει, τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι η θετική συμμετοχή του πατέρα κατά τη βρεφική και νηπιακή ηλικία συμβάλλει στη βελτίωση της υγείας ολόκληρης της οικογένειας.

Για να ερμηνεύσουν τα αποτελέσματα, οι συγγραφείς διατύπωσαν την «υπόθεση της πατρικής ευαλωτότητας», σύμφωνα με την οποία οι πατέρες αντιδρούν ιδιαίτερα συναισθηματικά στις εντάσεις μεταξύ των γονέων, και ενδέχεται να συμπεριφερθούν με τρόπους που επηρεάζουν αρνητικά ολόκληρη την οικογένεια. Ο ρόλος του πατέρα, έγραψαν, «ενδέχεται έτσι να τον τοποθετεί σε μια μοναδική θέση ως δίαυλο σχεσιακού στρες, διαμορφώνοντας τελικά την υγεία του παιδιού».

Μια άλλη πιθανή εξήγηση είναι ότι τα παιδιά περνούσαν περισσότερο χρόνο μόνα με τις μητέρες τους και, επομένως, ήταν πιο ευαίσθητα στη συμπεριφορά των πατέρων τους όταν βρίσκονταν όλοι μαζί. «Είναι μια χαμένη ευκαιρία για τον γονέα που αναγκάζεται να βγει να δουλέψει», αναφέρει.

Επίκεντρο η μητέρα

Ο Γκρεγκ Μίλερ, καθηγητής ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Νορθουέστερν, ο οποίος μελετά πώς το στρες επηρεάζει την υγεία, σημειώνει ότι οι προηγούμενες έρευνες «σπάνια εξέταζαν τους πατέρες», επειδή ζητούν μόνο από ένα γονέα, συνήθως τη μητέρα, να συνοδεύει το παιδί στις αξιολογήσεις. Αυτό, επισημαίνει ο Μίλερ, ο οποίος δεν συμμετείχε στη μελέτη, αντανακλά μια μακροχρόνια παραδοχή στη βορειοαμερικανική ψυχολογία ότι «οι μητέρες είναι σημαντικότερες για τη διαμόρφωση της ευημερίας των παιδιών».

Η συμπεριφορά των γονέων, συνεχίζει, αποτελεί μόνο έναν από τους πολλούς παράγοντες που διαμορφώνουν την υγεία ενός ατόμου στην ενήλικη ζωή, μαζί με τη διατροφή, τη σωματική δραστηριότητα, και άλλα. Οι γονείς μπορούν να «διαμορφώσουν τον τρόπο με τον οποίο αλληλεπιδρούμε με τον κόσμο και αντιμετωπίζουμε τις προκλήσεις και το άγχος».

Οι ερευνητές θα πρέπει να διαπιστώσουν αν τα αποτελέσματα μπορούν να αναπαραχθούν σε μελλοντικές μελέτες, προσθέτει. «Πρόκειται για μία μόνο μελέτη, οπότε είναι φυσικό να εγείρονται ερωτήματα, αλλά αποτελεί σίγουρα μια ενδιαφέρουσα ένδειξη», σημειώνει.

Η Σάρα Σόπε-Σάλιβαν, καθηγήτρια ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Οχάιο, η οποία δεν συμμετείχε στη μελέτη, προειδοποιεί ότι πρόκειται για συσχετιστική μελέτη και, επομένως, δεν αποδεικνύει ότι η γονεϊκή συμπεριφορά προκάλεσε τις επιπτώσεις στην υγεία των παιδιών. «Οι άνθρωποι συχνά βγάζουν βιαστικά συμπεράσματα για το τι προκαλεί τι», υπογραμμίζει. «Υπάρχει κίνδυνος υπερερμηνείας».

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT