Για πόσο καιρό μπορεί κάποιος να παίρνει αντικαταθλιπτικά

Για πόσο καιρό μπορεί κάποιος να παίρνει αντικαταθλιπτικά

Η απάντηση διαφέρει ανά περίπτωση

5' 1" χρόνος ανάγνωσης

Οταν η Μάρτζορι Αϊζακσον άρχισε να παίρνει φαρμακευτική αγωγή για την κατάθλιψη, λίγο πριν μπει στα 30, το θεώρησε σωτήριο. Εκείνη την περίοδο αντιμετώπιζε έναν προβληματικό γάμο και σοβαρές δυσκολίες με τη διατροφή της. Οπως διαπίστωσε, το φάρμακο τη βοήθησε να ξαναβρεί την ισορροπία της. «Ημουν πραγματικά ευγνώμων που μπορούσα να λειτουργώ», λέει. Σήμερα, όμως, στα 69 της χρόνια, η Αϊζακσον αναρωτιέται αν θέλει να συνεχίσει να παίρνει αντικαταθλιπτικά για το υπόλοιπο της ζωής της.

Συγκεκριμένα, προβληματίζεται για τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της αγωγής της – ενός αναστολέα επαναπρόσληψης σεροτονίνης – νορεπινεφρίνης, ο οποίος είναι γνωστό ότι μπορεί να αυξήσει την αρτηριακή πίεση. Παράλληλα έχει αναστατωθεί από το αυξανόμενο αρνητικό κλίμα απέναντι στα ψυχιατρικά φάρμακα, το οποίο εστιάζει στις παρενέργειές τους και στα συμπτώματα στέρησης.

«Με το πέρασμα των χρόνων το αφήγημα έχει μετατοπιστεί από το “πάρε το και βλέπουμε, δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας προς το παρόν”, στο “λοιπόν, φαίνεται ότι τα πράγματα ίσως είναι πιο περίπλοκα απ’ όσο νομίζαμε”», λέει. «Και αυτό είναι ανησυχητικό».

Τα αντικαταθλιπτικά συγκαταλέγονται στα πιο συχνά συνταγογραφούμενα και ευρέως προσβάσιμα φάρμακα στις ΗΠΑ, με πολλούς ανθρώπους να τα λαμβάνουν επί σειράν ετών.

Ωστόσο, παρότι τα σύγχρονα αντικαταθλιπτικά κυκλοφορούν εδώ και δεκαετίες –η Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) ενέκρινε το Prozac για τη θεραπεία της κατάθλιψης το 1987–, οι γνώσεις μας για τη μακροχρόνια χρήση τους παραμένουν περιορισμένες. Η FDA τα ενέκρινε βάσει κλινικών δοκιμών που διήρκεσαν, στην καλύτερη περίπτωση, λίγους μήνες, ενώ οι τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες για τα αντικαταθλιπτικά συνήθως δεν ξεπερνούν τα δύο χρόνια. Επιπλέον, οι ισχύουσες κλινικές οδηγίες δεν καθορίζουν με σαφήνεια ποιο είναι το βέλτιστο χρονικό διάστημα λήψης τους.

Παράγοντες

Η έλλειψη επαρκών δεδομένων καθιστά δύσκολο για πολλούς να γνωρίζουν πότε –ή και αν– θα πρέπει να διακόψουν τη φαρμακευτική αγωγή. Ετσι, απευθυνθήκαμε σε ψυχιάτρους με το ερώτημα: Για πόσο καιρό μπορεί κανείς να παίρνει αντικαταθλιπτικά; Ποιοι παράγοντες πρέπει να ληφθούν υπόψη;

Οι ψυχίατροι επισημαίνουν ότι πρόκειται για μια απόφαση που πρέπει να λαμβάνεται από κοινού με τον θεράποντα γιατρό. Η απάντηση εξαρτάται από τα συμπτώματα, τη διάγνωση, την ανταπόκριση στη φαρμακευτική αγωγή, τις παρενέργειες και μια σειρά άλλων παραμέτρων – ζητήματα που χρειάζεται να συζητούνται με έναν γιατρό.

Ωστόσο, σύμφωνα με τον Αουάις Αφτάμπ, ψυχίατρο στο Κλίβελαντ, αυτές οι συζητήσεις συχνά δεν γίνονται. Οπως προσθέτει, οι επαγγελματίες συνεχίζουν να συνταγογραφούν αντικαταθλιπτικά σε άτομα με χαμηλό κίνδυνο υποτροπής της κατάθλιψης «από αδράνεια». «Αυτό είναι το προβληματικό σημείο και πρέπει να αντιμετωπιστεί».

Ορισμένες μελέτες υποδηλώνουν ότι η μακροχρόνια λήψη μπορεί να συνδέεται με πιο έντονα συμπτώματα στέρησης.

Τα αντικαταθλιπτικά είναι γνωστό ότι προκαλούν ανεπιθύμητες παρενέργειες, οι οποίες συχνά μειώνονται καθώς ο οργανισμός προσαρμόζεται. Ωστόσο ορισμένες, όπως η αύξηση βάρους και η σεξουαλική δυσλειτουργία, μπορεί να επιμείνουν.

Ενα από τα συνηθέστερα ερωτήματα αφορά το αν είναι πιο δύσκολο να σταματήσει κάποιος τα αντικαταθλιπτικά έπειτα από μακροχρόνια χρήση.

Οι ειδικοί απαντούν ότι χρειαζόμαστε περισσότερα δεδομένα, ωστόσο ορισμένες μελέτες υποδηλώνουν ότι η μακροχρόνια χρήση μπορεί να συνδέεται με πιο έντονα συμπτώματα στέρησης.

Σε γενικές γραμμές εκτιμάται ότι περίπου ένας στους έξι ασθενείς που διακόπτει τα αντικαταθλιπτικά εμφανίζει παρενέργειες. Αυτές μπορεί να περιλαμβάνουν ζάλη, κόπωση και το λεγόμενο «brain zap» (μια αίσθηση σαν ηλεκτροπληξία στο κεφάλι). Για περίπου έναν στους 35 ασθενείς τα συμπτώματα μπορεί να είναι ιδιαίτερα σοβαρά. Σε ορισμένες περιπτώσεις είναι τόσο έντονα, που η προσπάθεια διακοπής της αγωγής καθίσταται εξαιρετικά δύσκολη.

Σύμφωνα με τους γιατρούς, η σταδιακή μείωση της δόσης μπορεί να βοηθήσει στον περιορισμό αυτών των συμπτωμάτων.

Κίνδυνοι

Είναι δύσκολο να απαντήσουμε με σιγουριά αν υπάρχει κίνδυνος από τη μακροχρόνια χρήση των φαρμάκων αυτών. Ορισμένες παρατηρητικές μελέτες δείχνουν ότι τα αντικαταθλιπτικά είναι γενικά ασφαλή. Ομως, δεν έχουν χρηματοδοτηθεί από τις φαρμακοβιομηχανίες τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες που να εξετάζουν τη χρήση τους εις βάθος δεκαετιών.

Δεδομένου ότι ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού λαμβάνει αντικαταθλιπτικά (περίπου το 11% των ενηλίκων στις Ηνωμένες Πολιτείες), αν υπήρχαν σοβαρά πρόσθετα προβλήματα που να σχετίζονται με τη μακροχρόνια χρήση τους «θα ήταν πολύ δύσκολο να μην τα έχουμε ήδη εντοπίσει», υποστηρίζει ο Πολ Νεστάντ, ιατρικός διευθυντής του Κέντρου Πρόληψης Αυτοκτονιών της Johns Hopkins Bloomberg School of Public Health.

Παρά ταύτα, τα φάρμακα δεν στερούνται κινδύνων και αυτοί διαφέρουν ανάλογα με τη δραστική ουσία. Ορισμένα αντικαταθλιπτικά έχουν συσχετιστεί με αύξηση της αρτηριακής πίεσης, του καρδιακού ρυθμού και της χοληστερίνης. Μπορούν επίσης να μειώσουν τα επίπεδα νατρίου στο αίμα και να αυξήσουν τον κίνδυνο θρόμβων.

Μελέτη που έγινε στη Δανία και δημοσιεύθηκε τον Μάιο, έδειξε ότι άτομα που λάμβαναν αντικαταθλιπτικά για διάστημα από ένα έως πέντε χρόνια παρουσίαζαν αυξημένο κίνδυνο αιφνίδιου θανάτου από καρδιακή νόσο σε σύγκριση με άτομα χωρίς ιστορικό χρήσης των φαρμάκων. Ωστόσο, παραμένει ασαφές αν οι θάνατοι αυτοί οφείλονταν στα ίδια τα φάρμακα ή στην υποκείμενη ψυχιατρική νόσο.

Τα κριτήρια των ιατρικών συστάσεων

Για τη μείζονα κατάθλιψη οι κλινικές κατευθυντήριες οδηγίες συνιστούν τη συνέχιση της φαρμακευτικής αγωγής έως ότου οι ασθενείς αισθανθούν «ότι έχουν ουσιαστικά ξαναβρεί τον εαυτό τους», αναφέρει ο δρ Τζόναθαν Ε. Αλπερτ, πρόεδρος του τμήματος ψυχιατρικής στο Montefiore Einstein της Νέας Υόρκης. Οταν εξετάζει το ενδεχόμενο μακροχρόνιας χρήσης, ο Αλπερτ λαμβάνει υπόψη μια σειρά παραγόντων.

Πρώτον, πόσο καιρό νοσεί ο ασθενής; Εχει παρουσιάσει πολλαπλά επεισόδια κατάθλιψης; Ερευνες δείχνουν ότι άτομα τα οποία έχουν βιώσει κατάθλιψη διαρκείας δύο ή περισσοτέρων ετών ή έχουν εμφανίσει τουλάχιστον δύο καταθλιπτικά επεισόδια, διατρέχουν σαφώς αυξημένο κίνδυνο να βιώσουν και νέα επεισόδια στο μέλλον.

Δεύτερον, αξιολογεί τη σοβαρότητα της νόσου. Χρειάστηκε να νοσηλευθεί ο ασθενής; Υπήρξαν σοβαρές δυσκολίες στην καθημερινότητά του ή χρειάστηκε η δοκιμή πολλών φαρμάκων μέχρι να βρεθεί αποτελεσματική αγωγή; Μια νόσος σοβαρή και ανθεκτική στη θεραπεία υποδηλώνει την ανάγκη για μακροχρόνια φαρμακευτική αντιμετώπιση, εξηγεί.

Τέλος, εξετάζει την αποτελεσματικότητα της αγωγής: Εχει το φάρμακο ουσιαστικό αποτέλεσμα; Ορισμένοι ασθενείς παρουσιάζουν βελτίωση, αλλά εξακολουθούν να έχουν κάποια συμπτώματα. Σε αυτές τις περιπτώσεις η συνέχιση της θεραπείας συχνά έχει νόημα, σημειώνει ο Αλπερτ, προκειμένου να μειωθεί «ο κίνδυνος έξαρσης».

Τα αντικαταθλιπτικά, τέλος, δεν χρησιμοποιούνται μόνο για την κατάθλιψη, αλλά και για την αντιμετώπιση μιας ευρείας γκάμας άλλων παθήσεων, όπως το άγχος, η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή, η διαταραχή μετατραυματικού στρες και ο χρόνιος πόνος. Για πολλές από αυτές τις καταστάσεις, λένε οι ειδικοί, συχνά απαιτείται μακροχρόνια θεραπεία.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT