Τα ποσοστά αυτοκτονιών συνεχίζουν να αυξάνονται και σήμερα αποτελούν την τρίτη κύρια αιτία θανάτου παγκοσμίως στα άτομα ηλικίας 15 έως 29 ετών. Παρά τις δεκαετίες έρευνας στον τομέα της πρόληψης της αυτοκτονίας, παραμένει εξαιρετικά δύσκολο να προβλεφθεί αν κάποιος θα επιχειρήσει να αυτοκτονήσει. Η συνηθέστερη μέθοδος αξιολόγησης του κινδύνου είναι η άμεση ερώτηση προς τους ασθενείς για το αν σκοπεύουν να βλάψουν τον εαυτό τους. Αν και πρόκειται για ένα ουσιαστικό ερώτημα, ορισμένοι κλινικοί γιατροί, μεταξύ τους και ο ψυχίατρος δρ Ιγκορ Γκαλίνκερ με 40 χρόνια εμπειρίας, υποστηρίζουν ότι δεν επαρκεί για την πρόβλεψη επικείμενης αυτοκτονικής συμπεριφοράς. Κατά την άποψή τους, αποτελεσματικότερη προσέγγιση είναι ο εντοπισμός και η αντιμετώπιση των συμπτωμάτων που οδηγούν σε αυτοκτονική τάση: μια κατάσταση που ονομάζουν σύνδρομο αυτοκτονικής κρίσης (Suicide Crisis Syndrome, SCS).
Ο Γκαλίνκερ, διευθυντής του Εργαστηρίου Ερευνας για την Πρόληψη της Αυτοκτονίας στο Mount Sinai της Νέας Υόρκης, έχει δηλώσει ότι είναι «απολύτως παράλογο» να βασιζόμαστε στο αν οι ψυχικά ασθενείς θα αποκαλύψουν οι ίδιοι τις αυτοκτονικές προθέσεις τους. Κάποιοι ασθενείς μπορεί να μην έχουν επίγνωση της ψυχικής κατάστασής τους, ενώ άλλοι είναι αποφασισμένοι να πεθάνουν και δεν επιθυμούν να το πουν σε κανέναν.
Ο ίδιος και η ομάδα του έχουν αφιερώσει πλέον περισσότερα από 15 χρόνια στη μελέτη του SCS και έχουν υποβάλει αίτηση να προστεθεί ως νέα διάγνωση στο εγχειρίδιο διάγνωσης ψυχικής υγείας που χρησιμοποιούν οι κλινικοί γιατροί, το DSM-5.
Το Columbia Protocol, ένα τεκμηριωμένο εργαλείο αξιολόγησης του αυτοκτονικού κινδύνου που χρησιμοποιείται παγκοσμίως, ζητάει από τους ασθενείς να αποκαλύψουν αν έχουν σκεφθεί, αν σκοπεύουν ή αν έχουν σχεδιάσει να αυτοκτονήσουν. Οι ασθενείς λαμβάνουν βαθμολογία 0 –τον χαμηλότερο δυνατό κίνδυνο– όταν αρνούνται την ύπαρξη τέτοιων σκέψεων, εκτός εάν παραδεχθούν ότι στο παρελθόν έχουν επιχειρήσει ή σχεδιάσει να τερματίσουν τη ζωή τους.
Για πολλούς ανθρώπους, η αποκάλυψη των αυτοκτονικών τους σκέψεων είναι δύσκολη. Σύμφωνα με βιβλιογραφική ανασκόπηση, περίπου οι μισοί από όσους αυτοκτόνησαν είχαν αρνηθεί ότι είχαν αυτοκτονικές τάσεις την εβδομάδα ή τον μήνα πριν από τον θάνατό τους.
Πριν από οκτώ χρόνια, ο δρ Φρεντ Μίλερ, ψυχίατρος επειγόντων περιστατικών στην περιοχή του Σικάγου, ένιωσε βαθιά απογοήτευση όταν κάποιοι ασθενείς, που είχαν λάβει θεραπεία στο τμήμα του, αυτοκτόνησαν, όλοι σε διάστημα δύο μηνών.
Οι ασθενείς αυτοί είχαν αρνηθεί την ύπαρξη αυτοκτονικών τάσεων κατά τις πιο πρόσφατες επισκέψεις τους στο Northshore University Healthsystem, το οποίο σήμερα ονομάζεται Endeavor Health, όπου ο Μίλερ εργαζόταν ως πρόεδρος της ψυχιατρικής κλινικής.
Το 2013, αρκετά χρόνια νωρίτερα, η 24χρονη Αλίσα, κόρη του Μίλερ, είχε δώσει τέλος στη ζωή της. Είχε παρακαλέσει τον ψυχίατρό της να εισαχθεί σε νοσοκομείο – ήταν έντονα ταραγμένη και παγιδευμένη στη γνώση των σκέψεών της. Αντιμετώπιζε επίσης σοβαρά προβλήματα ύπνου και είχε απομονωθεί. Παρ’ όλα αυτά, ο γιατρός της αρνήθηκε να τη νοσηλεύσει, εν μέρει επειδή η Αλίσα είχε αρνηθεί ότι είχε αυτοκτονικές τάσεις. Λίγες ημέρες αργότερα ήταν νεκρή.
Αίσθημα απόγνωσης
Το σύνδρομο αυτοκτονικής κρίσης θεωρείται το τελευταίο από τα τέσσερα στάδια της ψυχικής πορείας προς την αυτοκτονία, η οποία συχνά ξεκινάει με χρόνιες δυσκολίες, όπως ο αλκοολισμός και οι μακροχρόνιες επιπτώσεις τραυμάτων της παιδικής ηλικίας. Οταν αυτά τα προβλήματα συνδυάζονται με χαρακτηριστικά προσωπικότητας όπως η τελειομανία ή ο παρορμητισμός, καθώς και με στρεσογόνα γεγονότα της ζωής και σκέψεις προσωπικής αποτυχίας ή αίσθημα ότι αποτελείς βάρος για τους άλλους, δημιουργείται μια «τέλεια καταιγίδα».
Οταν οι ασθενείς αναπτύσσουν SCS, βρίσκονται σε τέτοιο βαθμό απελπισίας ή κατάθλιψης, ώστε το τμήμα του εγκεφάλου που είναι υπεύθυνο για τη σκέψη –ο μετωπιαίος λοβός – να υπερφορτώνεται, εξηγεί η Λίζα Τζ. Κοέν, κλινική καθηγήτρια Ψυχιατρικής στο Mount Sinai, η οποία μελετάει το σύνδρομο SCS μαζί με τον Γκαλίνκερ. Είναι σαν «να προσπαθείς να συγκεντρωθείς σε μια εργασία ενώ χτυπάει ο συναγερμός πυρκαγιάς και γύρω σου γαβγίζουν σκυλιά», λέει χαρακτηριστικά.
Ο Μίλερ, ο ψυχίατρος του Endeavor Health στο Σικάγο, γνώρισε για πρώτη φορά το SCS μετά τις αυτοκτονίες των ασθενών του. Στη συνέχεια ηγήθηκε της προσπάθειας να εφαρμόζεται συστηματικός έλεγχος για SCS σε κάθε ψυχιατρικό ασθενή στο νοσοκομειακό σύστημά του.
Τελικά, με βάση τα αποτελέσματα από δείγμα γιατρών του νοσοκομειακού συστήματος του Μίλερ και άλλων ιδρυμάτων, οι κλινικοί γιατροί ανέφεραν ότι το SCS αποδείχθηκε χρήσιμο για την αξιολόγηση του βραχυπρόθεσμου κινδύνου αυτοκτονίας. Το 2024, ο Μίλερ και οι συνεργάτες του δημοσίευσαν μελέτη που έδειξε ότι όταν ασθενείς του τμήματος επειγόντων περιστατικών διαγνώστηκαν με SCS και εισήχθησαν στο νοσοκομείο με μέτριο έως σοβαρό αυτοκτονικό ιδεασμό, παρουσίασαν περίπου 75% μικρότερη πιθανότητα επανεισαγωγής σε σύγκριση με ασθενείς με αντίστοιχο επίπεδο αυτοκτονικού ιδεασμού που δεν πληρούσαν τα κριτήρια του SCS.
Τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι τα άτομα με SCS ωφελήθηκαν ιδιαίτερα από την «άμεση, εντατική θεραπεία», όπως επισημαίνει ο Μίλερ.

