Στην καρδιά του ρωσικού Καυκάσου, η ευαίσθητη γεωπολιτικά Τσετσενία εξεγέρθηκε με εθνικιστικά – αποσχιστικά αιτήματα το 1994. Η τριετία αυτοδιάθεσης, το 1996-1999, έλαβε τέλος με αιματηρή επέμβαση του ρωσικού στρατού και η επαρχία πέρασε και πάλι υπό τον έλεγχο της Μόσχας.
Εχοντας χάσει έναν φρικτό πόλεμο, κάποιοι Τσετσένοι αυτονομιστές μετέφεραν τη δράση τους στο ρωσικό έδαφος, οργανώνοντας σειρά αιματηρών επιθέσεων εναντίον αμάχων. Οι στόχοι των επιθέσεων ήταν πάντοτε ρωσικοί και ουδέποτε δυτικοί. Από αυτήν τη σκοπιά, η επίθεση στη Βοστώνη, αν πράγματι επιβεβαιωθεί η διασύνδεσή της με τον Καύκασο, θα αποτελεί πρωτοφανές γεγονός.
Οι κοινωνίες των ρωσικών δημοκρατιών του Καυκάσου είναι διχασμένες ανάμεσα σε όσους αισθάνονται Ρώσοι και σε εκείνους που μετά τον πόλεμο συνέχισαν να επιδιώκουν την απόσχιση, περιβάλλοντας την ιδεολογία του εθνικισμού με όλο και εντονότερα ισλαμιστικά χαρακτηριστικά. Είναι ενδεικτικό ότι τον Οκτώβριο του 2007, ο Ντόκου Ουμάροφ, ο επικεφαλής των Τσετσένων αυτονομιστών, που είχε διατελέσει υπουργός Ασφαλείας κατά τη βραχύβια τσετσενική ανεξαρτησία, αυτοαναγορεύθηκε σε «εμίρη του Καυκάσου». Ενώ όμως γινόταν λόγος για τη δημιουργία «εμιράτου» που θα ενώνει υπό τις επιταγές του ισλαμικού νόμου πολλές επαρχίες του βορείου Καυκάσου, μεταξύ αυτών και το Νταγκεστάν, όπου έζησαν οι αδελφοί Τσαρνάεφ, ο εχθρός των «ιερών μαχητών» παρέμενε η Ρωσία.
Η δράση των Τσετσένων τράβηξε την προσοχή της διεθνούς κοινής γνώμης με την ανατίναξη συγκροτημάτων διαμερισμάτων στη Μόσχα το 1999.
Στις 23 Οκτωβρίου του 2002, ένοπλοι Τσετσένοι, άνδρες και γυναίκες, εισέβαλαν στο θέατρο Ντουμπροβνίκα της Μόσχας στη διάρκεια παράστασης και έπιασαν 900 ομήρους, απειλώντας να τους σκοτώσουν εάν η Ρωσία δεν αποσυρόταν από την Τσετσενία. Τρεις ημέρες αργότερα, οι ρωσικές δυνάμεις επενέβησαν, σε μία επιχείρηση που κόστισε τη ζωή τουλάχιστον 33 τρομοκρατών και 129 ομήρων.
Το 2003 έγιναν τρεις επιθέσεις, οι δύο σε σιδηρόδρομο στη γειτονική προς την Τσετσενία ρωσική επαρχία Σταβροπόλ Κράι και η μία στην κόκκινη πλατεία της Μόσχας, με 60 θύματα συνολικά. Ο υπόγειος της ρωσικής πρωτεύουσας έγινε επίσης στόχος επιθέσεων το 2004 και το 2007, με 51 θύματα.
Τον Αύγουστο του 2004, δύο Τσετσένες παρέκαμψαν τα συστήματα ασφαλείας του αεροδρομίου Ντομοντέντοβο της Μόσχας, επιβιβάστηκαν σε δύο πτήσεις, τις οποίες ανατίναξαν σχεδόν ταυτόχρονα, στερώντας τη ζωή σε 89 ανθρώπους. Μόλις μία εβδομάδα μετά, Τσετσένοι αντάρτες έβαψαν με αίμα την έναρξη της σχολικής χρονιάς στο πρώτο σχολείο του Μπεσλάν, στη Βόρεια Οσετία Καυκάσου. Περίπου 1.200 όμηροι, μαθητές, καθηγητές και γονείς, πέρασαν τρεις ημέρες στο γυμναστήριο του σχολείου, μέχρις ότου επενέβησαν οι ρωσικές δυνάμεις, σε μία επιχείρηση που κόστισε τη ζωή 385 ατόμων.
Τον Φεβρουάριο του 2012, ο Ντόκου Ουμάροφ κάλεσε τους μαχητές του να μη βάζουν στο στόχαστρο Ρώσους αμάχους, παρά μόνο αστυνομικούς και στρατιωτικούς.
Ο κοινός εχθρός
Η Ρωσία έχει δηλώσει κατ’ επανάληψη στις ΗΠΑ ότι μοιράζονται ως κοινό εχθρό τον ισλαμικό φονταμενταλισμό, τονίζοντας ότι συνεργάτες του Μπιν Λάντεν έχουν θητεύσει στον Καύκασο. Αμερικανοί ειδικοί, όμως, υποστηρίζουν ότι τα ρωσικά επιχειρήματα έχουν σχέση και με την ανάγκη της Ρωσίας να εξασφαλίσει τη συμπάθεια της κοινής γνώμης για την πολιτική της στον Καύκασο. Σκληραγωγημένοι ύστερα από τόσα χρόνια πολέμου, πάντως, οι Τσετσένοι μαχητές έχουν βρεθεί σε όλα τα πεδία μάχης, από τη Συρία ώς τη Λιβύη.

