Η πιο νωθρή προεκλογική περίοδος των τελευταίων χρόνων ολοκληρώθηκε, με τους Ρώσους να ετοιμάζονται να προσέλθουν αύριο στις κάλπες για την ανάδειξη της νέας τους Βουλής. Οι αιτίες για την αδιαφορία των ψηφοφόρων κρύβονται στη νοσηρή εικόνα που παρουσιάζουν τα κόμματα που διεκδικούν την είσοδό τους στη Δούμα, στην αδυναμία που όλο το τελευταίο διάστημα επέδειξε η Ενιαία Ρωσία στο να ανανεώσει την πολιτική ατζέντα και στην οικονομική κρίση που μόλις βγεις μερικά χιλιόμετρα έξω από τη Μόσχα τη διακρίνεις διά γυμνού οφθαλμού. Πέραν όλων αυτών, πολλοί είναι οι Ρώσοι που βλέπουν με πιο χαλαρή ματιά τις κοινοβουλευτικές εκλογές, δηλώνοντας πως σήμερα ενδέχεται να ρίξουν ψήφο διαμαρτυρίας και στις προεδρικές εκλογές στις 4 Μαρτίου να ψηφίσουν τον Πούτιν.
Με τις δημοσκοπήσεις να φέρνουν την Ενιαία Ρωσία περίπου στο 50%, πολύ χαμηλότερα δηλαδή από το 64,3% που είχε λάβει το 2007, ο Βλαντιμίρ Πούτιν, βλέποντας πως με τον Ντμίτρι Μεντβέντεφ ως επικεφαλής του συνδυασμού το άρμα δεν «τραβούσε», επιχείρησε το τελευταίο διάστημα να πάρει στα χέρια του τα ηνία για να ανακόψει την κατρακύλα. Αφήνοντας ανοιχτές αιχμές για την εικόνα που παρουσιάζει η Ενιαία Ρωσία, ανακοίνωσε διπλασιασμό των συντάξεων, φορολογική δικαιοσύνη και άνοιγμα καινούργιου μετώπου απέναντι σε αυτούς που επιδεικνύουν τον νεοπλουτισμό τους. Σε αυτό το πνεύμα και η Αγία Ζώνη της Θεοτόκου έπαιξε τον ρόλο της. Με όλα τα κανάλια να έχουν επί μέρες πρώτη είδηση τον Πούτιν και όλο σχεδόν το υπουργικό συμβούλιο να την προσκυνούν, είναι πολύ πιθανόν το ιερό κειμήλιο να κάνει το θαύμα του και η Ενιαία Ρωσία να «τσιμπήσει» υψηλότερα από τα προσδοκώμενα ποσοστά.
Ο δεύτερος πόλος της ρητορικής του Πούτιν αφορά την εικόνα που έχει στο μυαλό του για τη Ρωσία του μέλλοντος αλλά και τις σχέσεις της με τη Δύση. Από τον Ιούνιο, δύο μήνες πριν ανακοινώσει την υποψηφιότητά του για τις προεδρικές εκλογές, σε όλους τους σταθμούς της περιοδείας αποκάλυπτε σιγά σιγά το μεγάλο του όνειρο. Να ξαναχτίσει τη μεγάλη Ρωσία η οποία θα συνδυάζει την τσαρική αίγλη με τα καλά στοιχεία του κομμουνισμού. Σε αυτή την κατεύθυνση εντάσσονται οι δηλώσεις του για την προσπάθεια επανένωσης της χώρας του με τη Λευκορωσία. Σκοπεύοντας τα σχέδια αυτά να γίνουν πράξη, ξεκαθάρισε πως δεν θα ανεχθεί δυτικές τορπίλες στη γειτονιά του, όπως συνέβη στο πρόσφατο παρελθόν με τις χρωματιστές επαναστάσεις στην Ουκρανία, τη Γεωργία και το Κιργιζιστάν. Γι’ αυτό, πριν από μία εβδομάδα, ζήτησε σε έντονο ύφος από κράτη της Δύσης να σταματήσουν να ξοδεύουν χρήματα για την ενίσχυση των κομμάτων της ρωσικής αντιπολίτευσης, καλώντας τα να τα χρησιμοποιήσουν για την αποπληρωμή του δημοσίου χρέους τους.
Προσυπογράφοντας τις κατηγορίες του Πούτιν, ο πρέσβης της Ρωσίας στην Ε.Ε. Βλαντιμίρ Τσιζόφ, με αποκλειστική του δήλωση στην «Κ», αποκάλυψε πως «υπάρχουν στη Ρωσία οργανισμοί που χρηματοδοτούνται από το εξωτερικό». Σύμφωνα με τον Β. Τσιζόφ, στις Βρυξέλλες «βλέπουμε πολιτικούς παράγοντες που παρουσιάζονται ως ηγέτες της ρωσικής αντιπολίτευσης, οι οποίοι περνούν τον περισσότερο χρόνο τους εδώ παρά στη Ρωσία». Οσο για την υποδοχή που τυγχάνουν στις Βρυξέλλες; Σύμφωνα με τον Ρώσο διπλωμάτη, «αυτή είναι ιδιαιτέρως θερμή». Η σκλήρυνση στάσης της Μόσχας απέναντι στη Δύση δεν θα είναι μόνο σε επίπεδο ρητορικής. Με την ενεργοποίηση υπερσύγχρονων ραντάρ στο Καλίνινγκραντ, το Κρεμλίνο έδειξε τις προθέσεις αλλά και τη στάση που θα κρατήσει ο Πούτιν την επόμενη μέρα. Για να επιτευχθεί το πλάνο του Ρώσου ηγέτη, το πρώτο που απαιτείται είναι χρόνος, τον οποίον εκτός απροόπτου θα τον έχει έως το 2024.

