Η δημόσια παραδοχή του προέδρου της Ρωσίας Ντμίτρι Μεντβέντεφ την περασμένη Τετάρτη από την Μογγολία ότι τα μέτρα ασφαλείας στον Καύκασο είναι πλέον ανεπαρκή, ήλθε να επιβεβαιώσει με τον πιο επίσημο τρόπο τους φόβους όλων για την άσχημη τροπή που έχουν λάβει τα πράγματα. Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο δεν είναι ότι το κλίμα στην Τσετσενία είναι θερμό, καθώς αυτό συμβαίνει επί αιώνες, όσο η ψευδαίσθηση που είχε δημιουργηθεί μέχρι και τον περασμένο Απρίλιο πως οι μαύρες ημέρες της τρομοκρατίας και των εχθροπραξιών στο κεφάλαιο Καύκασος ανήκαν στο παρελθόν. Δυστυχώς, το αλυσιδωτό αιματοκύλισμα που ξεκίνησε πριν από δυόμισι μήνες, σε μια δύσκολη οικονομική περίοδο, δημιουργεί έντονους φόβους για τις ημέρες που θα ακολουθήσουν. Μία παράμετρος που ελάχιστα έχει φωτιστεί είναι πως η δράση των τρομοκρατών αυτή τη φορά δεν περιορίζεται μόνο στην επικράτεια της Τσετσενίας αλλά ουσιαστικά άρχισε στην συνορεύουσα με αυτήν δημοκρατία, αυτήν της Ινγκουσετίας.
Λευκές επιταγές
Η κλιμάκωση της βίας στην Ινγκουσετία προέκυψε κυρίως όταν ο Καντίροφ εξεδίωξε από το έδαφος της Τσετσενίας τους αντάρτες, με αποτέλεσμα αυτοί να βρουν καταφύγιο και ορμητήριο εκεί. Ο εξοστρακισμός των ανταρτών σαφώς και δεν αποτελεί τον κύριο λόγο για την κλιμάκωση αυτή. Μια σειρά αλυσιδωτών λαθών της Μόσχας σε συνδυασμό με εξωγενείς παράγοντες οδήγησαν την κατάσταση σε αυτό το σημείο. Η ανεξέλεγκτη χρηματοδότηση από τη Ρωσία ομάδων και ανθρώπων με πολλές διασυνδέσεις στους κόλπους των ανταρτών, προκειμένου να αλλάξουν στρατόπεδο φαίνεται πως δεν απέδωσε. Αν και σωστή ως σκέψη, τελικώς αυτά τα χρήματα που πολλοί τα βαφτίζουν και ως λευκές επιταγές προς τους τοπικούς ηγέτες, χρησιμοποιήθηκαν σε μεγάλο βαθμό για δικές τους παράνομες δραστηριότητες. Θεωρείται μάλιστα πως αρκετές από τις τελευταίες εκρήξεις που φαινομενικά βαφτίζονται ως επιθέσεις αντεκδίκησης κατά της Ρωσίας, ουσιαστικά κρύβουν μια μάχη μεταξύ των τοπικών ηγετών για το ποιος θα έχει τον πρώτο ρόλο σε μια περιοχή όπου το λαθρεμπόριο όπλων, ναρκωτικών και ανθρώπων ανθεί.
Ανεξέλεγκτη
Η κλιμάκωση των τρομοκρατικών ενεργειών στον Καύκασο παρατηρούμε πως συμπίπτει χρονικά με την οικονομική κρίση που πλήττει τη Ρωσία. Επακόλουθο αυτού είναι η διαφθορά, που έτσι και αλλιώς ανθούσε στην περιοχή, να έχει λάβει ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Αν και επισήμως μέχρι στιγμής ουδείς το ανακοινώνει, η Ρωσία θεωρεί πως το τελευταίο διάστημα έχει ανοίξει ξανά από τη Δύση η «κάνουλα» χρηματοδότησης ανταρτών με σκοπό την αποδιοργάνωση της χώρας. Στις παραπάνω αιτίες οφείλουμε να προσθέσουμε και εκείνη της χαλάρωσης των μέτρων ασφαλείας στον Καυκάσο, καθώς οι ιθύνοντες ήλπιζαν λανθασμένα πως όλα είχαν τελειώσει.
Επίσκεψη Πούτιν
Εχοντας αυτή την δύσκολη εικόνα στο μυαλό του, την περασμένη Δευτέρα, ο Βλαντιμίρ Πούτιν σε μια αιφνιδιαστική για λόγους ασφαλείας επίσκεψη, επισκέφθηκε το Γκρόζνι και τον πρόεδρο της Τσετσενίας Ραμζάν Καντίροφ. Το ταξίδι αυτό ερμηνεύτηκε ως απόπειρα στήριξης του Καντίροφ, σε μια χρονική περίοδο που ο τελευταίος βάλλεται αδιάκοπα από τη Δύση που τον θεωρεί ως ηθικό αυτουργό των πρόσφατων απαγωγών και δολοφονιών δημοσιογράφων και υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Οι φωνές διαμαρτυρίας ουδόλως απασχολούν το Κρεμλίνο, το οποίο θεωρεί πως προέρχονται από το ίδιο κέντρο με εκείνο που χρηματοδοτεί τις τελευταίες επιθέσεις.
Οσο για τον Καντίροφ, η ρωσική ηγεσία αν και γνωρίζει πως και αυτός διαθέτει ελαττώματα, όπως αυτό του σκληρού τρόπου διακυβέρνησης, τον προστατεύει ως κόρη οφθαλμού για μια σειρά προφανών λόγων. Η Τσετσενία δεν είναι Σουηδία και αναγκαστικά χρειάζεται έναν ηγέτη με πυγμή σαν τον Καντίροφ. Επομένως, αν και το πρόσωπο αυτό αποτελεί την λιγότερο κακή επιλογή για τη Μόσχα, είναι κοινό μυστικό πως ταυτοχρόνως αποτελεί και το τελευταίο χαρτί για το Κρεμλίνο στην περιοχή.
Το παρασκήνιο της πειρατείας
Κατηγορίες για απαγωγή και πειρατεία σε βάρος του πολύπαθου «Αρκτικ Σι» και του ρωσικού πληρώματός του, απήγγειλαν οι ρωσικές αρχές εναντίον οκτώ υπόπτων, συμπεριλαμβανομένου ενός, ο οποίος συνελήφθη ως ο εγκέφαλος της υπόθεσης της μυστηριώδους και πολυήμερης εξαφάνισης του φορτηγού πλοίου. Οι ύποπτοι πειρατές -πολίτες της Ρωσίας, της Εσθονίας και της Λεττονίας- κατηγορούνται ότι κατέλαβαν το πλοίο τη νύχτα της 24ης Ιουλίου εμφανιζόμενοι στο πλήρωμα ως αστυνομικοί και ότι οδήγησαν τους Ρώσους ναύτες διά της βίας στην απομόνωση, προκαλώντας τραύματα σε ορισμένους από αυτούς. Ο ένας από τους οκτώ βαρύνεται με την επιπλέον κατηγορία ότι οργάνωσε την επιχείρηση κατάληψης του πλοίου και μοίρασε ρόλους μεταξύ των δραστών. Παρά τις συλλήψεις, πάντως, πολλά ερωτήματα για την υπόθεση παραμένουν αναπάντητα, μετά και το δημοσίευμα της εφημερίδας «Μοσκόφσκι Κομσομόλετς» η οποία επικαλούμενη Ρώσους αξιωματούχους, έγραψε ότι το πλοίο μετέφερε παράνομο φορτίο όπλων και ότι οι πειρατές ήταν «πιόνια», που προσελήφθησαν από κράτος – μέλος της Ε.Ε. για να το σταματήσουν.

