Παρά τη χρεοκοπία των Αμερικανών νεοσυντηρητικών με τη νίκη του Μπαράκ Ομπάμα, τα σύννεφα ενός νέου Ψυχρού Πολέμου μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ρωσίας δεν λένε να απομακρυνθούν. Μόλις λίγες ώρες μετά την οριστικοποίηση της εκλογής Ομπάμα, ο Ντμίτρι Μεντβέντεφ ανακοίνωσε ότι η Μόσχα θα εγκαταστήσει πυραύλους Ισκαντέρ στον ρωσικό θύλακο του Καλίνιγκραντ, μεταξύ Λιθουανίας και Πολωνίας, για να εξουδετερώσει την υπό κατασκευή αντιπυραυλική ασπίδα των ΗΠΑ σε Τσεχία και Πολωνία. Από την πλευρά του, ο Τζορτζ Μπους έστειλε τον υπουργό Αμυνας Ρόμπερτ Γκέιτς στην υπουργική σύνοδο του ΝΑΤΟ, την περασμένη Τετάρτη, να πιέσει τους Ευρωπαίους εταίρους για ένταξη της Γεωργίας και της Ουκρανίας στη Συμμαχία, κάτι που αποτελεί κόκκινη γραμμή για το Κρεμλίνο.
Οι Αμερικανοί επιστράτευσαν θεούς και δαίμονες για να πετύχουν την έναρξη της ενταξιακής διαδικασίας των δύο χωρών κατά τη σύνοδο κορυφής του Απριλίου, στο Βουκουρέστι. Απέτυχαν, καθώς προσέκρουσαν στη σθεναρή αντίσταση του μετώπου Γαλλίας – Γερμανίας – Ισπανίας – Ιταλίας. Πολύ περισσότερο, είναι καταδικασμένοι να αποτύχουν τώρα: Με τη Ρωσία σοβαρά ενισχυμένη ύστερα από τον «πόλεμο των τεσσάρων ημερών» που προκάλεσε η Γεωργία και την κυβέρνηση Μπους να μετράει ημέρες στον Λευκό Οίκο, οι Ευρωπαίοι δεν έχουν κανένα λόγο να υποκύψουν σε πιέσεις πριν από τη λυτρωτική 20ή Ιανουαρίου, οπότε ο Ομπάμα θα αναλάβει τα καθήκοντά του.
Αισιόδοξα σενάρια
Στο μεταξύ, ορισμένες πρώτες ενδείξεις έδωσαν τροφή σε αισιόδοξα σενάρια. Τρεις μέρες μετά την εκλογή Ομπάμα, οι New York Times αποκάλυψαν έκθεση των ανεξάρτητων παρατηρητών του ΟΑΣΕ, που ενοχοποιεί ξεκάθαρα τη Γεωργία για τον πόλεμο στον Καύκασο – θα μπορούσε, μάλιστα, να στηρίξει κατηγορίες εναντίον του αμερικανόφιλου ηγέτη της, Μιχαήλ Σαακασβίλι, για εγκλήματα πολέμου. Την περασμένη Τετάρτη, η BostoGlobe επανέρχεται στο θέμα για να υποστηρίξει, στο κύριο άρθρο της: «Το αναπόδραστο συμπέρασμα είναι ότι ο Σαακασβίλι άρχισε τον πόλεμο και είπε ψέματα… Ο νέος πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα πρέπει να του δώσει να καταλάβει ότι ένας αξιόπιστος σύμμαχος δεν εμπλέκει απερίσκεπτα την Αμερική σε ανώφελη σύγκρουση με τη Ρωσία».
Με βάση αυτά τα δημοσιεύματα, εύλογα μπορεί να υποθέσει κανείς ότι ισχυροί κύκλοι του αμερικανικού κατεστημένου ενθαρρύνουν τον Ομπάμα να χαράξει μια νέα, λιγότερο συγκρουσιακή στρατηγική έναντι της Ρωσίας. Αλλωστε, η αντιπυραυλική ασπίδα είναι παλιά, ψυχροπολεμική εμμονή των Ρεπουμπλικανών, συνέχεια του διαβόητου «πολέμου των άστρων» επί Ρόναλντ Ρέιγκαν. Ο Μπιλ Κλίντον ουδέποτε έδειξε ενθουσιασμό γι’ αυτή την ιδέα, ενώ ο Ομπάμα κράτησε παγερά επιφυλακτική στάση στην προεκλογική περίοδο, κάτι που του αφήνει διάπλατα ανοιχτή την πόρτα του συμβιβασμού με τους Ρώσους.
Οσο για την Ευρώπη, δεν φαίνεται διατεθειμένη να περιμένει παθητικά την αλλαγή φρουράς στον Λευκό Οίκο. Την περασμένη Δευτέρα, οι υπουργοί Εξωτερικών των 27 αποφάσισαν να τερματίσουν τις προσωρινές κυρώσεις που επιβλήθηκαν στη Ρωσία μετά τον πόλεμο του Αυγούστου και να επανέλθουν στις διαπραγματεύσεις για μια στρατηγική συμφωνία συνεργασίας. Ακόμη και ο πιστός σύμμαχος του Μπους, Σίλβιο Μπερλουσκόνι, ταυτίστηκε πλήρως με τη Μόσχα όταν δήλωσε την περασμένη Πέμπτη, στη Σμύρνη: «Υπήρξαν προκλήσεις σε βάρος της Ρωσικής Ομοσπονδίας, όπως το σχέδιο εγκατάστασης πυραύλων σε Πολωνία και Τσεχία, η αναγνώριση του Κοσόβου και η συζήτηση περί ένταξης Γεωργίας και Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ.
Με δεδομένη την κινητικότητα στις σχέσεις Δύσης – Ρωσίας, τίθεται το ερώτημα για τις σκοπιμότητες που εξυπηρετούσε η δήλωση Μεντβέντεφ. Ορισμένοι την ερμήνευσαν ως αδικαιολόγητα επιθετική και αντιπαραγωγική, καθώς απειλεί να εκθέσει τον Ομπάμα ως «ενδοτικό» έναντι της Ρωσίας σε ενδεχόμενη υποχώρησή του. Μάλλον δεν έχουν δίκιο. Κατ’ αρχάς, το Κρεμλίνο έσπευσε να διευκρινίσει ότι θα ακυρώσει την απόφαση για εγκατάσταση πυραύλων στο Καλίνιγκραντ, αν και ο Λευκός Οίκος εγκαταλείψει το σχέδιο για δημιουργία βάσεων σε Τσεχία και Πολωνία. Επομένως, η κίνηση Μεντβέντεφ διευκολύνει, ουσιαστικά, τον Ομπάμα να εμφανίσει την αμερικανική υποχώρηση ως ισότιμο συμβιβασμό.
Παγίδες «Δημοκρατικών»
Η Ιστορία έχει διδάξει τη Μόσχα να κρατάει μικρό καλάθι απέναντι σε πολλά υποσχόμενους, Δημοκρατικούς προέδρους. Ο Τρούμαν έριξε ατομικές βόμβες σε Χιροσίμα και Ναγκασάκι. Ο Κένεντι χειρίστηκε την εισβολή στον Κόλπο των Χοίρων και την κρίση των πυραύλων, στην Κούβα. Ο Τζόνσον κλιμάκωσε τον πόλεμο στο Βιετνάμ. Ο Κάρτερ, με σύμβουλο Εθνικής Ασφαλείας τον πολωνικής καταγωγής Μπρεζίνσκι (σύμβουλο του Μπαράκ Ομπάμα σήμερα) παγίδευσε τους Σοβιετικούς στο Αφγανιστάν και στρατολόγησε τον Λάντεν στο πλαίσιο της αντισοβιετικής τζιχάντ. Ο Κλίντον καθοδήγησε τους δύο πολέμους εναντίον της Γιουγκοσλαβίας, γράφοντας στα παλαιότερα των υποδημάτων του το ρωσικό βέτο στον ΟΗΕ. Επιπλέον, οι Δημοκρατικοί ήταν πάντα πιο ικανοί στην αποσταθεροποίηση καθεστώτων στις πρώην σοβιετικές Δημοκρατίες ή και στην ίδια τη Ρωσία μέσω «Μη Κυβερνητικών» Οργανώσεων, με πολιορκητικό κριό τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Τίποτα δεν αποκλείει ο Μπαράκ Ομπάμα να ακολουθήσει διαφορετικό δρόμο. Ωστόσο, τα διλήμματα που αντιμετωπίζει είναι ιστορικά και η δύναμη αδράνειας της ρωσοφοβίας τεράστια, όπως μας υπενθυμίζει με τον τρόπο του το πολύ ενδιαφέρον βιβλίο της ιστορικού Νατάλια Ναρτοτσνίσκαγια, μιας από τις πιο χαρακτηριστικές φωνές του πληγωμένου, ρωσικού πατριωτισμού.

