Ο πρόεδρος της Συρίας βρέθηκε την περασμένη εβδομάδα στη Μόσχα για διήμερη επίσημη επίσκεψη. Σκοπός της ήταν η αγορά σύγχρονων οπλικών συστημάτων, γεγονός που ενδεχομένως να αποτελεί προάγγελο μελλοντικών εξελίξεων. Εάν η πρόσφατη σύγκρουση στη Γεωργία σηματοδοτεί την απαρχή μίας νέας εποχής ψυχρότητας στις σχέσεις μεταξύ Κρεμλίνου και Δύσης, η Ουάσιγκτον φοβάται πως η αναγεννημένη πλέον, αλλά ταυτόχρονα απομονωμένη, Ρωσία θα χρησιμοποιήσει την επιρροή της, τους πόρους, τις ενεργειακές της πηγές, το δικαίωμα αρνησικυρίας που διατηρεί στο Συμβούλιο Ασφαλείας, αλλά κυρίως την αμυντική της βιομηχανία, προκειμένου να λειτουργήσει ανταγωνιστικά προς τα Αμερικανικά συμφέροντα παγκοσμίως.
Παρ’ όλο που η Ρωσία αποτελεί εδώ και χρόνια προμηθευτή αμυντικού υλικού της Συρίας, οι εξαγωγές της μέχρι σήμερα δεν περιελάμβαναν βαλλιστικούς πυραύλους νέας γενιάς. Αυτή τη φορά όμως, ο Σύριος πρόεδρος Μπασάρ αλ Ασάντ ξεκαθάρισε ότι σκοπεύει να κεφαλαιοποιήσει το ψυχροπολεμικό κλίμα που δημιουργήθηκε ύστερα από τις πρόσφατες εξελίξεις στον Καύκασο, ενώ έσπευσε να συναντήσει το Ρώσο ομόλογό του, Ντμίτρι Μεντβέντεφ στο θέρετρο του Σότσι.
Αλλαγή στάσης
Η Συρία και η Γεωργία πάντως δεν είναι παρά σταγόνες στον ωκεανό των προβλημάτων που μπορεί να δημιουργήσει η Ρωσία στις ΗΠΑ. Πέραν των πωλήσεων οπλικών συστημάτων σε εχθρικές προς τις ΗΠΑ χώρες, όπως το Ιράν και η Βενεζουέλα, πολιτικοί αναλυτές εκτιμούν ότι ενδεχομένως η Μόσχα να παγώσει τη συνεργασία της με την Αμερική στους τομείς της καταπολέμησης της τρομοκρατίας και της διασποράς όπλων μαζικής καταστροφής, να εκμεταλλευθεί τα αποθέματά της σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο για πολιτικούς λόγους, να ασκήσει πιέσεις για την απομάκρυνση των Αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων στην κεντρική Ασία και να αποχωρήσει από τις συνομιλίες για την επέκταση των υφιστάμενων συμφωνιών περιορισμού στρατηγικών όπλων που ισχύουν από την εποχή του ψυχρού πολέμου.
Η Αντζελα Στεντ, επικεφαλής του Γραφείου Ρωσίας στο Εθνικό Συμβούλιο Αντικατασκοπείας μέχρι το 2006, και σημερινή πρόεδρος του τμήματος ρωσικών σπουδών στο πανεπιστήμιο Τζορτζτάουν, απαριθμεί τα προβλήματα που δημιουργεί μια εχθρική Μόσχα: «το Ιράν, το βέτο στον ΟΗΕ, τα προγράμματα καταπολέμησης της τρομοκρατίας και διακίνησης ναρκωτικών, η Βενεζουέλα, η Συρία, η Χαμάς, το ενεργειακό, είναι μερικά μόνο από τα θέματα στα οποία η Ρωσία θα εμφανιστεί λιγότερο συνεργάσιμη».
Ανάλογη εικόνα της κατάστασης έχει και ο Μάικλ Μακφόλ, καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Στάνφορντ και σύμβουλος του υποψηφίου των Δημοκρατικών για την προεδρία των ΗΠΑ, γερουσιαστή Μπαράκ Ομπάμα, σε θέματα Ρωσίας: «Οι δυνατότητες που έχει η Ρωσία είναι μεγάλες, καθώς είναι ο αναμφισβήτητος ηγεμόνας στην περιοχή και εμείς – απλούστατα – δεν είμαστε. Η Ρωσία φαίνεται να θέλει και σίγουρα μπορεί να διαταράξει την παγκόσμια ισορροπία δυνάμεων». Τα επόμενα βήματα της Μόσχας θα εξαρτηθούν εν πολλοίς από τις αντιδράσεις των αμέσως προσεχών μηνών. Δεν είναι λίγοι εκείνοι στην Ουάσιγκτον που ελπίζουν ότι η Ρωσία θα επιδείξει αυτοσυγκράτηση, αφού κάτι τέτοιο επιτάσσει επί της παρούσης το εθνικό της συμφέρον. Για παράδειγμα, ούτε η Μόσχα θα ήθελε να αποκτήσει το Ιράν πυρηνικά όπλα και επομένως τη συμφέρει να συνεργαστεί με τις ΗΠΑ, ώστε να πιέσουν από κοινού την Τεχεράνη να διακόψει το πρόγραμμα εμπλουτισμού ουρανίου που έχει σε εξέλιξη.
Επιπλέον, η οικονομική ελίτ της χώρας δεν θα επιθυμούσε σε καμιά περίπτωση την απομόνωσή της από το διεθνές γίγνεσθαι. Ενδεικτική είναι η κατακόρυφη πτώση του ρωσικού χρηματιστηρίου, μετά τις τελευταίες εξελίξεις, σε σημείο που να υπολογίζεται ότι οι επενδυτές -πολλοί εκ των οποίων διατηρούν φιλικούς δεσμούς με τον πρωθυπουργό Βλαντιμίρ Πούτιν- έχασαν περίπου 11 δισεκατομμύρια δολάρια εξαιτίας της εισβολής στην Γεωργία.
Σε κάθε περίπτωση, η ξαφνική έκρηξη σε μία περιοχή όπου η κρίση σοβούσε για χρόνια αποδεικνύει πόσο γρήγορα και ριζικά μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα στη διεθνή σκηνή. Ξαφνικά, η Ρωσία επανέκαμψε στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος της εξωτερικής πολιτικής του Στέιτ Ντιπάρτμεντ και πολλοί έμπειροι διπλωμάτες φοβούνται ότι η κρίση μπορεί να ξεφύγει από κάθε έλεγχο. «Η οργή δεν αποτελεί πολιτική επιλογή», παρατηρεί ο Στρομπ Τάλμποτ, υφυπουργός εξωτερικών στην κυβέρνηση Κλίντον και πρόεδρος του Ιδρύματος Μπρούκινγκς. «Ούτε η ανησυχία είναι πολιτική, αλλά ούτε και η αγανάκτηση. Παρ’ όλο που όλα τα προαναφερθέντα είναι δικαιολογημένες αντιδράσεις, δεν πρέπει να τα θεωρούμε πολιτικές απαντήσεις ούτε και άξονες στρατηγικής», προσθέτει.
Πιέσεις και G8
Οι επιλογές της Ουάσιγκτον προκειμένου να ασκήσει πιέσεις στο Κρεμλίνο είναι περιορισμένες. Ο Ρεπουμπλικάνος υποψήφιος για την προεδρία των ΗΠΑ, γερουσιαστής Τζον Μακέιν, πρότεινε την αποπομπή της Ρωσίας από την Ομάδα των 8 Ισχυρών Κρατών (G8). Κάτι τέτοιο όμως θα σήμαινε ότι πετάμε στον κάλαθο των αχρήστων 17 χρόνια διακομματικών προσπαθειών για την επανένταξη της Ρωσίας στη διεθνή κοινότητα. Σε αντίθεση με την Ουάσιγκτον, η Ρωσία έχει αρκετές επιλογές στη διάθεσή της. Οπως παρατηρεί η Μάσα Λίπμαν, ερευνήτρια στο Ινστιτούτο Κάρνετζι, «η Ουάσιγκτον θέλει πολύ περισσότερα από τη Μόσχα, απ’ όσα ζητάει εκείνη από εμάς». Αναφέρει, μεταξύ άλλων τα ζητήματα της ασφαλούς αποθήκευσης των Σοβιετικών πυρηνικών όπλων, την ανάγκη υποστήριξης στον πόλεμο στο Αφγανιστάν, αλλά και στην πίεση που πρέπει να ασκήσει η διεθνής κοινότητα στη Βόρειο Κορέα και το Ιράν, ώστε να διακόψουν τα αντίστοιχα πυρηνικά τους προγράμματα. «Εν ολίγοις», καταλήγει, «το Κρεμλίνο διαθέτει πολλούς μοχλούς πίεσης».
Σύμφωνα με τους ειδικούς, ο πρώτος πονοκέφαλος που θα δημιουργήσει τους επόμενους μήνες η Ρωσία στη Δύση, σχετίζεται με την προοπτική ένταξης της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ. Το πλέον εφιαλτικό σενάριο που κυκλοφορεί τις τελευταίες ημέρες είναι ενδεχόμενη προσπάθεια να καταλάβει με στρατιωτικά μέσα τη χερσόνησο της Κριμαίας, προκειμένου να εξασφαλίσει δίοδο στη Μαύρη Θάλασσα. Το Ουκρανικό Κοινοβούλιο ήδη εξετάζει καταγγελίες ότι οι Ρωσικές αρχές μοιράζουν μαζικά διαβατήρια σε ρωσόφονους που ζουν στην Κριμαία, δηλαδή υιοθετούν ακριβώς την ίδια τακτική που χρησιμοποίησαν και πριν από την εισβολή στην Αμπχαζία και τη Νότιο Οσετία, δικαιολογώντας τις πράξεις τους με το επιχείρημα ότι έπρεπε να προστατεύσουν τους Ρώσους πολίτες.
S-300 στο Ιράν
Οι εξαγωγές όπλων, όπως απέδειξε και η πρόσφατη επίσκεψη του Ασαντ, είναι ένας ακόμη τομέας που προκαλεί προβληματισμό. Τόσο το Ισραήλ, όσο και πολλές δυτικές κυβερνήσεις έχουν θορυβηθεί από τις πληροφορίες ότι ήδη παραδίδονται στο Ιράν συστοιχίες αντιαεροπορικών πυραύλων S-300, τις οποίες η Τεχεράνη θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει εναντίον οιουδήποτε προσπαθούσε να βομβαρδίσει τις πυρηνικές της εγκαταστάσεις. Επιπλέον, η Ρωσία θα μπορούσε κάλλιστα να δυσχεράνει τον πόλεμο του ΝΑΤΟ στο Αφγανιστάν, ανακαλώντας την άδεια που έχει δώσει στη Συμμαχία να μεταφέρει προμήθειες οδικώς προς την Καμπούλ διά μέσου των εδαφών της. Τέλος, η Ρωσία έχει τη δυνατότητα να πιέσει το Κιργιστάν να μεταβάλει τη φιλοδυτική του πολιτική η οποία είναι απαραίτητη μετά την εκδίωξη των Αμερικανικών βάσεων από το Ουζμπεκιστάν το 2005.
«Το ερώτημα που θα απευθύνουν οι Ρώσοι στους γείτονές τους είναι απλό: γιατί να βοηθάτε το ΝΑΤΟ αφού έχετε εμάς;», παρατηρεί ένας ερευνητής της διπλωματικής σχολής του πανεπιστημίου Τζορτζτάουν. Προσθέτει δε ότι ίσως έφτασε η στιγμή που όλοι φοβόμασταν ότι θα έλθει από τότε που κατέρρευσε η Σοβιετική Ενωση, δηλαδή η αναγέννηση μίας εχθρικής Ρωσίας.

