Μολονότι ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Γεννάδιος ανακηρύχθηκε το 1969 «Δικαίος των Εθνών» στο Ισραήλ, τίτλος που αποδίδεται σε όσους έσωσαν τη ζωή σε Εβραίους στον πόλεμο, στη χριστιανική κοινωνία της Θεσσαλονίκης ασκείται κριτική για «παθητική και αδιάφορη στάση έναντι της εφαρμογής της Τελικής Λύσης ή για απουσία επίσημης και μαζικού χαρακτήρα διαμαρτυρίας που θα μπορούσε να κινητοποιήσει περισσότερους για τη διάσωση των Εβραίων της πόλης».
Ο καθηγητής του τμήματος Βυζαντινών και Σύγχρονων Ελληνικών Σπουδών του King’s College του Λονδίνου, κ. Φίλιπ Κάραμποτ, που παίρνει μέρος στο συνέδριο, κάνει λόγο για «συγκαλυμμένη ευλογία» στον διωγμό του εβραϊκού στοιχείου της πόλης, όχι τόσο για το σύνολο του πληθυσμού, όσο για την ελληνορθόδοξη -θρησκευτική και κοσμική- ηγεσία της.
«Παρόλο που η Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία επισήμως υπήρξε αντίθετη στον εκτοπισμό των Ελλήνων Εβραίων, όπως αυτό προκύπτει από τη δημόσια τοποθέτηση του επικεφαλής της Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού, η μητρόπολη Θεσσαλονίκης δεν διαμαρτυρήθηκε δημοσίως, αν και στο παρασκήνιο έκανε πολλά», είπε στην «Κ» ο κ. Κάραμποτ.
Ο ίδιος ανέφερε πως το γεγονός πιθανόν να εξηγείται εν μέρει από την περιορισμένη ενσωμάτωση της εβραϊκής κοινότητας στην ευρύτερη κοινωνία της Θεσ/νίκης που συνεπαγόταν απόσταση ανάμεσα στα δύο μέρη, αλλά και από τον αντισημιτισμό του Μεσοπολέμου, που σύμφωνα με τον κ. Κάραμποτ, είχε μάλλον εθνικιστικές παρά φυλετικές ρίζες, καθώς σχετίζεται με την ιστορία της ένταξης της Θεσ/νίκης στο ελληνικό κράτος μόλις το 1913. «Υπάρχουν σαφή στοιχεία ότι η ελληνορθόδοξη ελίτ της πόλης δεν έβλεπε με καλό μάτι την περίοπτη θέση του εβραϊκού στοιχείου, καθώς ακόμη και μετά την άφιξη των προσφύγων από τη Μικρά Ασία, η εθνολογική σύνθεση της πόλης δεν ήταν 100% ελληνική», πρόσθεσε.
Ο διδάκτωρ της Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, κ. Βασίλης Ριτζαλέος, που μελέτησε τα αρχεία της μητρόπολης Θεσ/νίκης, είπε πως σε ό,τι αφορά το εβραϊκό θέμα αυτά «δεν μίλησαν». Οπως ανέφερε, απουσιάζουν σημαντικά στοιχεία, μεταξύ των οποίων και τα πρακτικά του 1943, όταν άρχισε και ολοκληρώθηκε η μεταφορά των Εβραίων, ενώ και τα υπάρχοντα δεν διαφωτίζουν όλες τις πτυχές της ιστορίας.
Προκύπτει πάντως, σύμφωνα με τον κ. Ριτζαλέο, ότι ο ίδιος ο κ. Γεννάδιος ανέλαβε πρωτοβουλίες για τη διάσωση των εκχριστιανισθέντων Εβραίων της πόλης και όσων διέθεταν πλαστές βεβαιώσεις βάπτισης και μάλιστα βρέθηκε και επιστολή του προς τις γερμανικές αρχές, στην οποία επισήμαινε τον κίνδυνο θανάτου των Εβραίων που εκτοπίστηκαν σε περίπτωση εφαρμογής ολοκληρωτικών μέτρων εναντίον τους.
«Ωστόσο απουσίαζε η συντονισμένη δράση με όσους είχαν κάποια επιρροή στις υποθέσεις της πόλης προκειμένου να σωθούν όσο δυνατόν περισσότεροι Εβραίοι, ενώ δεν υπάρχουν στοιχεία στο αρχείο για παρέμβαση της μητρόπολης προκειμένου να ματαιωθεί η καταστροφή του εβραϊκού νεκροταφείου και αργότερα των συναγωγών από τις αρχές κατοχής και τους συνεργάτες τους».
Η ιστορικός κ. Ρένα Μόλχο είναι ιδιαίτερα αιχμηρή. Αναφερόμενη, μεταξύ άλλων, στην καταστροφή του εβραϊκού νεκροταφείου από τις γερμανικές αρχές, υποστηρίζει ότι «επρόκειτο για μια πολιτική και όχι στρατιωτική πράξη, καθώς ο Μαξ Μέρτεν (σ.σ. στρατιωτικός διοικητής Βορείου Αιγαίου της Βέρμαχτ) γνώριζε καλά ότι αυτό θα του εξασφάλιζε ότι οι ελληνικές αρχές θα ήταν με το μέρος του».
Οπως σημειώνει, «η καταστροφή του νεκροταφείου όπου κτίστηκε στη συνέχεια το ΑΠΘ, ολοκλήρωσε την ελληνοποίηση της Θεσσαλονίκης», ενώ προσθέτει ότι «ακόμη και σήμερα μπορεί κανείς να δει εβραϊκούς τάφους να «κοσμούν» παιδικές χαρές, μπαρ και εστιατόρια σε πολυτελείς τουριστικές εγκαταστάσεις της Χαλκιδικής».
Οσον αφορά την τύχη των εβραϊκών περιουσιών, σημειώνει ότι «ορθόδοξοι πολίτες και Γερμανοί στρατιώτες είχαν προβεί σε τεράστιας έκτασης λεηλασία» κι ότι έπειτα από επίσημη συμφωνία των Γερμανών κατακτητών με τις ελληνικές αρχές αυτές έπρεπε να παραδοθούν σε Ελληνες «μεσεγγυούχους» αποκλειστικά από τη Θεσ/νίκη.
«Σύμφωνα με αναφορές του 1948, 12.000 άτομα (συνεργάτες και δωσίλογοι) εκμεταλλεύτηκαν την κατάσταση. Αντίθετα από τους Εβραίους δωσιλόγους, ουδείς εξ αυτών τιμωρήθηκε και από τις 600 αγωγές για επιστροφή ακινήτων που διεκδίκησαν μια χούφτα Εβραίοι επιζώντες, μόνο 30 ακίνητα επεστράφησαν».

