«Κρίσιμες αποφάσεις. Η ζωή μου στην πολιτική» είναι ο τίτλος της αυτοβιογραφίας του πρώην καγκελάριου της Γερμανίας, Γκέρχαρντ Σρέντερ, που αναμένεται να κυκλοφορήσει σύντομα από τις εκδόσεις Κασταλία. Στο βιβλίο του ο Σρέντερ, του οποίου το όνομα συνδέθηκε με την ιστορία της Γερμανίας και τη θέση της στη σύγχρονη Ευρώπη, καταγράφει την πολιτική δαδρομή, διανθίζοντάς τη με πορτρέτα μεγάλων ηγετών, όπως οι Τζορτζ Μπους, Ζακ Σιράκ, Τόνι Μπλερ και Βλαντιμίρ Πούτιν. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι σχέσεις του Σρέντερ με τον Ρώσο πρόεδρο, που αποτέλεσαν άλλωστε αφορμή για σφοδρές επικρίσεις στο εσωτερικό της Γερμανίας αλλά και διεθνώς, καθώς μετά την εκλογική του ήττα ανέλαβε χρέη του ρωσικού ενεργειακού κολοσσού Gazprom. Επιπλέον, η περιγραφή του οράματος του Πούτιν για τη Ρωσία έχει βαρύνουσα σημασία με δεδομένες τις πρόσφατες ανησυχίες για αναβίωση του Ψυχρού Πολέμου στις σχέσεις Μόσχας – Δύσης.
Ο Πούτιν σκέφτεται με δυτικό τρόπο
«Εκανα αμέτρητες συζητήσεις με τον Πούτιν, πριν και μετά την ομιλία του, και ξέρω πολύ καλά ότι σκέφτεται εντατικά αυτό το θέμα, δηλαδή πώς οι σχέσεις Ευρώπης και Ρωσίας μπορούν να οργανωθούν ώστε να αναπτυχθούν επωφελώς και για τις δύο πλευρές. Το όραμα που έχει για τη χώρα του είναι ξεκάθαρο. Θέλει να αποκαταστήσει τη σημασία της Ρωσίας. Αυτό μαζί με τη χριστιανική του πίστη -τη σχέση του με την ορθοδοξία στη Ρωσία την αναγνωρίζω ως πολύ ειλικρινή- σημαίνουν, συνοψίζοντας, ότι ο Πούτιν σκέφτεται με δυτικό τρόπο. Με άλλα λόγια, βλέπει ότι η Ρωσία έχει μια αποστολή ως τμήμα της Ευρώπης με μια ασιατική συνισταμένη βέβαια, της οποίας έχει πλήρη συνείδηση – οπωσδήποτε, όμως, πολιτισμικά, συναισθηματικά ως αίσθηση της ζωής και σύστημα αξιών, αποτελεί τμήμα της Ευρώπης.
»Αυτήν την αντίληψη αντανακλούσε και η στάση του απέναντι στον πόλεμο του Ιράκ, όταν μαζί με τη Γαλλία και τη Γερμανία είπε ένα αποφασιστικό «όχι» σε αυτόν τον πόλεμο. Ηταν ένα σημαντικό βήμα για μία εξωτερική πολιτική, η οποία, όταν πρόκειται να κρίνει μια επικίνδυνη παγκόσμια πολιτική κατάσταση, φροντίζει να εκτιμά τα ευρωπαϊκά συμφέροντα. Είναι βέβαιο ότι η γαλλογερμανική συμφωνία με τη Ρωσία, σε μια τόσο κρίσιμη κατάσταση, προσέδωσε μεγαλύτερο βάρος στην άρνησή μας να συμμεριστούμε μια όχι διεξοδικά μελετημένη και τελικά επιπόλαιη απόφαση των ΗΠΑ, και ήταν απαραίτητη προκειμένου να μείνουμε σταθεροί απέναντι στην εκκωφαντική προπαγάνδα από την άλλη πλευρά του ωκεανού.
»Το «όχι» του Πούτιν στον πόλεμο του Ιράκ δεν χαροποίησε την Ουάσιγκτον και ίσως μάλιστα επηρέασε την ψήφο των ΗΠΑ τον Ιούλιο του 2006 κατά της συμμετοχής της Ρωσίας στον ΠΟΕ, σε αυτόν τον ισχυρό Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου, που αγκαλιάζει την υφήλιο και ουσιαστικός σκοπός του είναι η επεξεργασία φιλελεύθερων κανόνων για τις διεθνείς εμπορικές και οικονομικές σχέσεις. Σήμερα, γι’ αυτό είμαι σίγουρος, θα υπήρχε η ίδια άρνηση για την είσοδο της Ρωσίας στην ομάδα των επτά σημαντικότερων οικονομικά χωρών. Χάρη στη Γερμανία, οι G7 έγιναν G8, η ομάδα των οκτώ, συμπεριλαμβανομένης της Ρωσίας».
Μια νέα συνθήκη Ε.Ε. – Ρωσίας
Λίγες σελίδες πιο κάτω επανέρχεται στις ρωσοευρωπαϊκές σχέσεις και τονίζει πως πρέπει να πειστούν οι ΗΠΑ για την ανάγκη ενσωμάτωσης της Ρωσίας στις δυτικές δομές, προκειμένου να προχωρήσει ο εκδημοκρατισμός της χώρας:
«Τα συμφέροντα της εξωτερικής πολιτικής της Ευρώπης χρειάζονται μια ορισμένη αυτοδυναμία, που θα της επιτρέψει να συγκρίνει και να αποφασίζει με ορθολογικά κριτήρια. Οι Αμερικανοί πρέπει να κατανοήσουν τα γερμανικά και ευρωπαϊκά κίνητρα σε σχέση με τη Ρωσία, και στόχος των Ευρωπαίων θα έπρεπε να είναι να πάρουν και τις ΗΠΑ με το μέρος τους στη διαδικασία εκδημοκρατισμού της Ρωσίας. Πρέπει και οι ΗΠΑ να πειστούν ότι είναι αποφασιστικής σημασίας να αποφύγουμε όσα θα αποδυνάμωναν την εσωτερική σταθερότητα που έχει πετύχει ο Πούτιν. Η οικονομία της Ρωσίας αναπτύσσεται, θα αναπτυχθεί επίσης μια ρωσική βιομηχανία καταναλωτικών προϊόντων, κάτι που σύντομα θα συμπληρώσει τον ρόλο του προμηθευτή πρώτων υλών και του εξαγωγέα πετρελαίου και φυσικού αερίου. Αυτές οι εξελίξεις πρέπει να σταθεροποιηθούν. Και γι’ αυτό υπάρχει η ευκαιρία μέσα στο 2007. Διότι τότε λήγει η συμφωνία εταιρικής σχέσης και συνεργασίας ανάμεσα στην Ευρωπαϊκή Ενωση και τη Ρωσία.
»Μια νέα συνθήκη, που θα γίνει αντικείμενο διαπραγμάτευσης, πρέπει να έχει αποτέλεσμα μια μακροπρόθεσμη συμφωνία που θα ορίζει συνολικά τις σχέσεις μας για τα επόμενα δέκα χρόνια. Το κεντρικό μήνυμα πρέπει να είναι ότι η Ρωσία είναι καλοδεχούμενη στην Ευρώπη. Η πρόοδος των σχέσεών μας πρέπει να γίνεται αντιληπτή σε διάφορα επίπεδα. Συγκεκριμένα, θα έπρεπε να επιδιώξουμε μια ζώνη ελεύθερης αγοράς, την ενεργειακή συνεργασία και τις μετακινήσεις χωρίς βίζα. Επίσης η ευρωπαϊκή πολιτική για την ασφάλεια και την άμυνα πρέπει να εξετάσει τη δυνατότητα στενότερης συνεργασίας με τη Ρωσία. Μια αρχή θα μπορούσε να γίνει στον μη στρατιωτικό τομέα και στη βοήθεια σε περιπτώσεις καταστροφών. Αυτά μπορούν να επεκταθούν και σε μια στρατιωτική συνεργασία, παραδείγματος χάριν με τη μορφή κοινών μέτρων διατήρησης της ειρήνης σε τρίτες χώρες».
Η θυελλώδης σχέση με τον «κόκκινο Οσκαρ»
Στο πεδίο της εσωτερικής πολιτικής, ο Σρέντερ αποφεύγει τις επιθέσεις εναντίον συναδέλφων του με εξαίρεση τον εσωκομματικό του αντίπαλο, Οσκαρ Λαφοντέν, ο οποίος αποχώρησε από την ηγεσία των σοσιαλδημοκρατών και σήμερα είναι ηγέτης του αριστερού σχηματισμού «Die Linke». Γράφει λοιπόν ο πρώην καγκελάριος:
«…Το αίνιγμα Οσκαρ Λαφοντέν απασχολούσε τις σκέψεις μου. Δεν μπορούσα να αντιδράσω στην παραίτησή του με πικρία ή με το αίσθημα της προδομένης φιλίας, έπρεπε όμως να μάθω να τη χειρίζομαι. Προσωπικά και συναισθηματικά ένιωσα να θίγομαι μόνο όταν, αναζητώντας δικαιολογία για τον εαυτό του, με παρομοίασε στη στήλη του στην εφημερίδα Bild με τον καγκελάριο Ράιχ Μπρίνινγκ, «ο οποίος με την πολιτική λιτότητας που εφάρμοσε προκάλεσε μαζική ανεργία και προετοίμασε τον δρόμο για τον Χίτλερ». Ηταν μια ακατανόητη παρομοίωση, την οποία ο Γιόσκα Φίσερ χαρακτήρισε ιστορικά άστοχη και η οποία παρακίνησε τη γυναίκα μου να καλέσει τον Λαφοντέν να αποχωρήσει από το κόμμα. Θίχτηκα όταν άρχισε η εκστρατεία λάσπης, όταν εξέδωσε το βιβλίο του «Η καρδιά χτυπά αριστερά» και προετοίμασε αυτό που έδειχνε να αντιλαμβάνεται ως επιστροφή στην πολιτική αρένα. Σκέφτηκα τότε: Μπορεί να χρειαστεί να χωρίσουν δύο άνθρωποι επειδή ο ένας δεν μπορεί ή δεν θέλει πια, ή δεν θέλει ούτε μπορεί πια. Χρειάζεται όμως να επιδεικνύουμε εκδικητικότητα και να πετροβολούμε ο ένας τον άλλον; Ποτέ δεν απάντησα δημοσίως στις κατηγορίες του και δεν το κάνω ούτε τώρα. Αρκεί που έχασα έναν συναγωνιστή».

