Η μουσική του έχει γίνει αμέτρητες διαφημίσεις, τα χριστουγεννιάτικα μπαλέτα του αγγίζουν πια την πλήξη φθαρμένα από τις τόσες επαναλήψεις τους, όμως είναι ο Τσαϊκόφσκι κάτι περισσότερο από τον «Καρυοθραύστη»; Είναι πάρα πολλά και αυτό επιχειρεί να αποδείξει το BBC, καθώς αποδύεται στον μαραθώνιο της μετάδοσης των μουσικών απάντων του Ρώσου συνθέτη, από τις 10 ώς τις 16 Φεβρουαρίου.
Ατυχε Τσαϊκόφσκι! Αυτός είναι όμως ο συνθέτης που με τη μουσική του έφερε, στο τέλος του 19ου αιώνα, μια νέα αντίληψη, για το τι είναι ρωσικό, αυτός που δημιούργησε εντελώς νέες μουσικοχορευτικές μορφές με τα επαναστατικά μπαλέτα του, την «Ωραία Κοιμωμένη», τη «Λίμνη των κύκνων» και συνέθεσε την, κατά πολλούς πιο καινοτόμα Συμφωνία του 19ου αιώνα, την Εκτη του («Παθητική»). Την κηδεία του στην Αγία Πετρούπολη το 1893, παρακολούθησε ένα τόσο μεγάλο πλήθος, που ποτέ δεν είχαν ξαναδεί τα μουσικά χρονικά.
Στους περισσότερους σήμερα είναι πιο γνωστός ως συνθέτης μουσικής για διαφημίσεις. Η εισαγωγή του «1812», στη δεκαετία του 1980 συνοδεύοντας διαφημίσεις για βούτυρο από φιστίκια, παραμένει το δημοφιλέστερο και πιο πολυπαιγμένο έργο του· αυτό ή και απομιμήσεις του συνοδεύουν ή κλείνουν θεαματικές εικόνες στις οθόνες. Το βαλς από τη «Λίμνη των κύκνων» είναι η δημοφιλέστερη διαφημιστική μουσική για τα πάντα από τότε που ο Γουόλτ Ντίσνεϊ το χρησιμοποίησε στη «Φαντασία» για τον χορό των μανιταριών. Αλλά δεν είναι μόνο οι διαφημιστές υπεύθυνοι για τη χρήση και την παραμόρφωση του Πιοτρ Ιλιτς Τσαϊκόφσκι. Ο συνδυασμός του ηχηρού στόμφου και του ζαχαρώδους μελοδράματος, όπως αυτά υπάρχουν μέσα στην εισαγωγή «1812» και στα χορευτικά της «Λίμνης των κύκνων», διαμόρφωσαν τον τρόπο με τον οποίο τον αντιμετωπίζουν οι συνθέτες και οι κριτικοί του 20ού αιώνα.
Η απόρριψη
Ο Πιερ Μπουλέζ, ιεροφάντης του μεταπολεμικού μοντερνισμού στη μουσική, συνθέτης και μαέστρος ο ίδιος, ουδέποτε διηύθυνε μια νότα του Τσαϊκόφσκι και έχει αποφανθεί για το έργο του με τη λέξη «απεχθές»· και έχει περιγράψει κάθε λάτρη της μουσικής του Τσαϊκόφσκι και παρόντα στις συναυλίες με μουσική του, ως «νάρκισσο». Ο συνθέτης αυτός που δημιούργησε ορισμένες από τις ωραιότερες μελωδίες στην ιστορία της μουσικής, είναι για πολλούς κριτές και ρυθμιστές του μουσικού γούστου, ένας περιττός, ακόμη και επικίνδυνος συναισθηματολόγος, τόσο σχετικός με τον σημερινό κόσμο όσο και η παρακμή της τσαρικής αυλής με τα αυγά Φαμπερζέ.
Είναι ευτύχημα ότι οι αποφάνσεις του Πιερ Μπουλέζ και ομοίων του, δεν εμπόδισαν όλους αυτούς που χαίρονται τη μουσική του Τσαϊκόφσκι. Τα μπαλέτα του, οι τρεις τελευταίες συμφωνίες του, 4, 5 και 6, το κοντσέρτο του για βιολί και ορχήστρα, το πρώτο του κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα, είναι όλα τους έργα μόνιμα στις αίθουσες συναυλιών και κανένα λυρικό θέατρο άξιο λόγου δεν μπορεί να μη συμπεριλάβει στο πρόγραμμά του τις όπερές του «Ευγένιος Ονιέγιν» και «Ντάμα πίκα». Η δημοφιλία του όμως αυτή εμπεριέχει τον κίνδυνο να αμαυρωθεί η εξαιρετική λεπτότητα των έργων αυτών, όπως και να περιοριστεί ο πλατύς ορίζοντας της δημιουργίας του. Ισως χρειαζόμαστε, περισσότερο από κάθε άλλο συνθέτη, να επιστρέψουμε στον Τσαϊκόφσκι να τον ξανασυναντήσουμε απαλλαγμένοι από τις συμβάσεις, τα εμπόδια, τα δεσμά, τους μύθους και τους θρύλους· και έτσι να ανακαλύψουμε εκ νέου αυτό που κάνει τη μουσική του τόσο μοναδική.
Το επιχειρεί τώρα το αφιέρωμα του BBC «Εμπειρία Τσαϊκόφσκι» καλύπτοντας τηλεόραση και ραδιόφωνο, όπου στο Τρίτο Πρόγραμμα θα μεταδοθούν όλα τα έργα του -παράλληλα με του Στραβίνσκι- και ένα νέο ντοκιμαντέρ με θέμα τη ζωή και το έργο του. Μαζί και ειδικές εκπομπές για τα μπαλέτα και τις όπερές του. Επέστη ο καιρός για μια επανασύνδεση με τον μουσικό του κόσμο.
Το αίνιγμα της «Παθητικής»
Ισως κανένα άλλο έργο του δεν περιέχει τόσες αφορμές για διιστάμενες απόψεις, όσο η τελευταία Συμφωνία του η «Παθητική». Αν διαβάσει κανείς ορισμένους από τους βιογράφους του ή ακούσει μερικές ηδυπαθείς, αισθηματολογικές ερμηνείες της, από μαέστρους σαν τον Χέρμπερτ φον Κάραγιαν ή τον Λέοναρντ Μπερνστάιν, ίσως θα έχει λόγο να σκεφτεί πως πρόκειται για το μεγαλύτερο αυτοκτονικό σημείωμα στην ιστορία της μουσικής. Συνθεμένη στον τελευταίο χρόνο της ζωής του, αν και όχι το τελευταίο έργο του, η «Παθητική» είχε την πρεμιέρα της, με μαέστρο τον ίδιο, στην Αγία Πετρούπολη, 28 Οκτωβρίου 1893. Εννιά μέρες αργότερα, ήταν νεκρός στα 53 χρόνια του.
Στο αποκορύφωμα μιας επιδημίας χολέρας, τίποτα ύποπτο δεν υπάρχει σε μια ταχεία ασθένεια που καταλήγει σε θάνατο. Ομως, η αληθινή αιτία του θανάτου του Τσαϊκόφσκι ουδέποτε έχει αποκαλυφθεί. Ακολούθησε μια λιτανεία θεωριών. Ο αδελφός του Μόδεστος ισχυρίσθηκε ότι τον έπληξε η χολέρα όταν ήπιε νερό δίχως να είναι βρασμένο. Ομως θεωρίες αυτοκτονίας κυκλοφόρησαν το 1980, όταν η μουσικολόγος Αλεξάνδρα Ορλόβα, πρότεινε τη θεωρία ότι ο Τσαϊκόφσκι εξαναγκάσθηκε να πάρει ο ίδιος τη ζωή του, μετά τις πιέσεις ενός μυστικού δικαστηρίου το οποίο συνέστησαν φίλοι και συνεργάτες του. Κατά τη θεωρία, είχαν ταραχτεί από τις προτάσεις του συνθέτη προς ένα νεαρό μέλος της αριστοκρατίας, οι οποίες, αν γίνονταν γνωστές θα ξεσπούσε σκάνδαλο – αν και η ομοφυλοφιλία του ήταν κοινό μυστικό.
Παρά τις έρευνες επί δεκαετίες μουσικολόγων και βιογράφων, ποτέ δεν αποδείχθηκε κάτι τέτοιο και κατά πάσα πιθανότητα, ο θάνατός του προήλθε από φυσικά αίτια. Η μόνη αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν θα μάθουμε την αλήθεια.
Το αίνιγμα της «Παθητικής» παραμένει αίνιγμα· άλλωστε και ο ίδιος ο συνθέτης της σε ένα γράμμα του στον ανιψιό του Μπομπ Νταβίντοφ λέει ότι θα «παραμείνει μυστικό σε όλους». Ακόμη και στους ακαδημαϊκούς κύκλους πολλοί βλέπουν το έργο μέσα από το πρίσμα του σεξουαλισμού του συνθέτη. Σαν μια κραυγή αγωνίας, 50 λεπτών, για την αδυναμία του να εκφράσει τον έρωτά του σε ένα ομόφυλό του, μέσα στην καταπιεστική ρωσική κοινωνία. Αν όμως το δούμε έτσι, καταλήγουμε ακριβώς στο είδος αυτό της αισθηματικής επιφανειακότητας για την οποία τόσο έχει κατηγορηθεί ο Τσαϊκόφσκι.
Ομολογώ ότι και εγώ σκεφτόμουν έτσι. Υπάρχει μια ένοχη απόλαυση στο να χαίρεσαι τη μουσική του Τσαϊκόφσκι, ακόμη και η «Παθητική» δεν ήταν αρκετά σοβαρή, επαρκώς τευτονική για να γίνει δεκτή ως πρέπουσα συμφωνία. Τότε όμως άκουσα μια ερμηνεία της που άλλαξε τη ζωή μου. Ηταν ο Βαλέρι Γκεργκίεφ που διηύθυνε το έργο πριν από δύο χρόνια με την Ορχήστρα του Θεάτρου Μαριίνσκι, στο Κολιζίουμ του Λονδίνου, Νοέμβριος 2004. Ανέδειξε με τρόπο συναρπαστικό τη λεπτότητά του όσο και τη σταθερή δομή του. Αντί να βυθιστεί σε ηδυπαθείς, μελωδίες, όπως είναι το αργό θέμα του πρώτου μέρους ή να υπερτονίσει τον δαιμονικό χαρακτήρα του εμβατηρίου του στο τρίτο μέρος, ο Γκεργκίεφ αποκάλυψε το έργο ως θριαμβευτικό επίτευγμα συμφωνικής σκέψης, μια μοιραία καταβύθιση στην άβυσσο του αργού φινάλε.
Είναι η άνευ προηγουμένων ένταση του τελευταίου μέρους -ένα θρηνητικό αντάτζιο αντί ενός ορμητικού αλέγκρο, για πρώτη φορά στην ιστορία της μουσικής- που ανακεφαλαιώνει το δράμα του έργου και τη δομική του σταθερότητα. «Ολη η Συμφωνία είναι μια κάθοδος», έχει πει ο συνθέτης και μαέστρος Thomas Ades, «τα πάντα πριν οδηγούν στο τελευταίο μέρος, όπου όλα συγκεφαλαιώνονται». Ετσι ιδωμένο το έργο είναι μια ισχυρή μουσική ανέλιξη, μια συνεχής ορμή που οδηγεί στο φινάλε. Τα αισθήματα που προκαλεί στον ακροατή είναι αποτέλεσμα αυτού του ταξιδιού και όχι το ανάποδο. Από τούτη την άποψη, οι αντεγκλήσεις και οι εικασίες για το κρυμμένο νόημα, ο σεξουαλισμός του Τσαϊκόφσκι και το αν αυτοκτόνησε ή όχι γίνονται δεύτερης σημασίας.
Για μια νέα συνάντηση
Βέβαια, όλη η μουσική του Τσαϊκόφσκι δεν είναι η τελευταία του συμφωνία. Και μια από τις απολαύσεις του αφιερώματος του BBC, θα είναι η δυνατότητα να ακουστούν μερικά από τα λιγότερο γνωστά έργα του, τα τραγούδια, οι θαυμάσιες αλλά λιγοπαιγμένες μινιατούρες για πιάνο ή οι άλλες 8 όπερες που συνέθεσε. Υπάρχουν δείγματα ότι η κριτική εκτίμησή του αλλάζει. Δεν είναι μόνο ο Ades. Για τον Στραβίσνκι, ο Τσαϊκόφσκι είναι «ο πιο Ρώσος από όλους μας». Και τώρα, πάνω από ένα αιώνα μετά τον θάνατό του, ίσως μπορέσουμε να ακούσουμε την τόσο διαδεδομένη μουσική του, με ένα νέο, πιο σωστό τρόπο.

