«Στη Ρωσία, δεν θέλουμε να είμαστε σκλάβοι, ακόμα και αν αυτό βολεύει τη Δύση. Απαιτούμε την ελευθερία μας. Αυτό το βιβλίο δεν είναι ανάλυση της πολιτικής Πούτιν. Δεν είμαι πολιτική αναλύτρια. Απλώς ζω στο παρόν και σημειώνω ό,τι βλέπω.» Αυτά έγραφε στον πρόλογο του βιβλίου της, «Η Ρωσία του Πούτιν» (Εκδόσεις Οξύ, Αθήνα 2005), η Ρωσίδα δημοσιογράφος Αννα Πολιτκόφσκαγια που δολοφονήθηκε το περασμένο Σάββατο, στη Μόσχα. Ο θάνατός της προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στη Δύση. Από το Παρίσι ώς το Βερολίνο, το Λονδίνο και την Ουάσιγκτον, η δολοφονία της καταδικάστηκε ως στυγερό έγκλημα που κατάφερε σοβαρότατο πλήγμα στην ελευθερία του Τύπου. Στη Ρωσία, ο πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν, με καθυστέρηση 48 ωρών, καταδίκασε επίσης το έγκλημα και υποσχέθηκε ότι θα διαλευκανθεί. Την ημέρα της κηδείας της δημοσιογράφου, ο Ρώσος πρόεδρος επανέλαβε τη δέσμευσή του ότι οι δολοφόνοι της δεν θα μείνουν ατιμώρητοι, πρόσθεσε όμως ότι η επιρροή των δημοσιευμάτων της στην πολιτική ζωή της Ρωσίας ήταν εξαιρετικά ασήμαντη.
Αφοσιωμένη στη δουλειά της
Η ιστορία θα κρίνει τη συμβολή της Πολιτκόφσκαγια στην πολιτική ζωή του τόπου της. Αυτό όμως που ουδείς αμφισβητεί, είναι η αφοσίωσή της στη δουλειά της και οι προσπάθειές της να καταγράψει τη ρωσική πραγματικότητα. Η Πολιτκόφσκαγια είχε επιλέξει τα δύσκολα. Διάλεξε ως αντικείμενό της την Τσετσενία, ένα ζήτημα ακανθώδες για τη Ρωσία, θέατρο αιματηρών συγκρούσεων εδώ και μια δωδεκαετία. Η κόρη των Ουκρανών διπλωματών, που γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη πριν από 48 χρόνια, θα μπορούσε να ασκεί, μετά την αποφοίτησή της από το Πανεπιστήμιο της Μόσχας, ένα είδος δημοσιογραφίας με πολύ λιγότερο κόστος. Την εποχή του πρώτου πολέμου στην Τσετσενία (1994-1998), τα ρεπορτάζ της εστίαζαν κυρίως σε κοινωνικά ζητήματα, την κατάσταση στα κρατικά ορφανοτροφεία και τις συνθήκες διαβίωσης των ηλικιωμένων. Το καλοκαίρι του 1999 όμως, όταν άρχιζε ο δεύτερος πόλεμος στην Τσετσενία, έσπευσε στο θέατρο των συγκρούσεων έχοντας αντιληφθεί ότι ότι ο πόλεμος εκείνος ήταν διαφορετικός από τον προηγούμενο. Ηξερε ότι η Ρωσία του προέδρου Γέλτσιν και του πρωθυπουργού Πούτιν είχε δεχτεί πρόκληση από τον Τσετσένο πολέμαρχο Σαμίλ Μπασάγεφ, ο οποίος, βοηθούμενος από τον Σαουδάραβα Χατάμπ, είχε εισβάλει στο γειτονικό στην Τσετσενία, Νταγκεστάν. Η Ρωσία έπρεπε να αντιδράσει. Χωρίς όμως, όπως η ίδια πίστευε, να καταφύγει σε έναν ολοκληρωτικό πόλεμο.
Στο βιβλίο της με τίτλο «A dirty War» – «Ενας βρώμικος πόλεμος» (Εκδ. Ηarvill Press, Λονδίνο, 2001), συγκέντρωσε τα ρεπορτάζ εκείνης της περιόδου, στα οποία μετέφερε, πιστή στη δημοσιογραφική δεοντολογία, τις απόψεις όλων των πλευρών. Γράφει για τους πρόσφυγες του πολέμου «που συζητούν γιατί συμβαίνουν όλα αυτά και ποιος φταίει. Η πιο συχνή ερώτηση είναι «γιατί εσείς οι Ρώσοι συγχωρήσατε τον Μπασάγεφ για ό,τι έκανε στο Μπουντιονόβσκ» (το 1995, ο Μπασάγεφ μαζί με άλλους 148 Τσετσένους αντάρτες, κράτησαν 1.000 ομήρους επί μία εβδομάδα σε ένα νοσοκομείο. Τους απελευθέρωσαν έπειτα από διαπραγματεύσεις με τον Ρώσο, τότε πρωθυπουργό, Βίκτορ Τσερνομίρντιν)». Γράφει όμως και για τον 43χρονο Ρώσο αντιστράτηγο Βλαντίμιρ Σαμάνοφ, παρασημοφορημένο ήρωα, που υπέστη δύο καρδιακές προσβολές, πάσχει από έλκος και χρόνια αϋπνία και ο οποίος «γνωρίζει ότι η Ρωσία είναι σε κακή κατάσταση, αλλά θέλει να προσφέρει στη χώρα του ώστε κανείς να μη μιλάει άσχημα για τη Μητέρα Πατρίδα».
Επιθέσεις κατά Πούτιν
Μετά το 2000 και την άνοδο του Πούτιν στην προεδρία της Ρωσίας, η Πολιτκόφσκαγια γίνεται από τους δριμύτερους επικριτές του. Τον καταγγέλλει για αυταρχισμό και περιστολή των δημοκρατικών ελευθεριών. Η Novaya Gazeta, η εφημερίδα όπου εργάζεται, κινδύνευσε να κλείσει εξαιτίας των αιχμηρών ρεπορτάζ της, παρότι η Πολιτκόφσκαγια είναι πλέον πολύ γνωστή -και πολυβραβευμένη- στη Δύση. Τον Οκτώβριο του 2002, η Πολιτκόσφκαγια μεσολαβεί στους Τσετσένους αντάρτες που είχαν καταλάβει το θέατρο Νορντ Οστ στη Μόσχα, και κρατούσαν 800 ομήρους. Η τραγωδία δεν αποφεύχθηκε – 130 νεκροί όμηροι και 42 τρομοκράτες πέθαναν μετά την επέμβαση των ρωσικών δυνάμεων με αέρια. Το 2004, στο αεροπλάνο που την μετέφερε στο σχολείο του Μπεσλάν, όπου ετοιμαζόταν και πάλι να μεσολαβήσει σε Τσετσένους τρομοκράτες που είχαν απαγάγει περισσότερους από 1.000 ομήρους, η Πολιτκόφσκαγια αρρώστησε βαριά. Πίστευε ότι κάποιοι προσπάθησαν να τη δηλητηριάσουν.
Μετά την τραγωδία, επέκρινε την κυβέρνηση Πούτιν για τους χειρισμούς της όμως χρέωσε μερίδιο της ευθύνης και στην κοινωνία των πολιτών. «Εμείς οι ίδιοι», έγραψε, «οι Ρώσοι, αφήσαμε να συμβεί το Μπεσλάν. Η απάθειά μας, μετά τα γεγονότα του θεάτρου Νορντ Οστ, έδωσε στις αρχές την ευκαιρία να μας θέσουν υπό τον έλεγχό τους. Δεν μπορούμε να αφήσουμε τη Ρωσία να βυθιστεί σε έναν πολιτικό χειμώνα που θα διαρκέσει δεκαετίες».
Εκτελέσεις αθώων για λίγη βότκα
Στον «Βρώμικο πόλεμο», η Αννα Πολιτκόσφκαγια μιλάει για τις επιπτώσεις του πολέμου της Τσετσενίας στους στρατιώτες:
«Στο Σερνοβόντσκ, οι στρατιώτες περιφέρονται στην αγορά και ζητούν βότκα. Μερικές φορές κουβαλούν σάκους γεμάτους κρέας σε κονσέρβες και το ανταλλάσσουν με βότκα. Οταν μεθύσουν, αρχίζουν να πυροβολούν. Στις 15 Νοεμβρίου, σκότωσαν τον Μοχάμεντ Εσνουκάγεφ. Ηταν καλός άνθρωπος, ήταν ορφανός που τον είχαν μεγαλώσει οι γείτονες στον δρόμο. Οταν όμως είπε στους στρατιώτες ότι δεν έχει βότκα, τον σκότωσαν. Στις 25 Νοεμβρίου, μια διμοιρία στρατιωτών έφυγε από το Σερνοβόντσκ, για το χωριό Σλεπτσόφσκαγια. Υπό την καθοδήγηση του διοικητή τους ζήτησαν την ίδια καταραμένη βότκα και, κάτω από ανάλογες συνθήκες, πυροβόλησαν και σκότωσαν μια νεαρή κοπέλα που δούλευε σε ένα μαγαζί. Ολη η γύρω περιοχή έφριξε από το γεγονός. Ολα αυτά όμως είναι φυσικές συνέπειες των όσων συμβαίνουν στον ρωσικό στρατό στον Βόρειο Καύκασο. Αργά ή γρήγορα, τέτοια πράγματα θα συνέβαιναν. Κάποιοι ίσως πουν ότι αυτό είναι το κόστος του πολέμου και ίσως ανακουφιστούν με αυτή τη σκέψη. Οσοι όμως έχουν βρεθεί εκεί ξέρουν ότι τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα, απ’ ό,τι φαντάζονται».
Ο θάνατος του νεαρού Γιαροσλάβ Φαντεέφ
Η Αννα Πολιτκόφσκαγια περιγράφει με ζοφερά χρώματα τη «Ρωσία του Πούτιν». Η ίδια υπήρξε μάρτυρας ενός από τα δραματικότερα συμβάντα των τελευταίων ετών, της τρομοκρατικής επίθεσης Τσετσένων ανταρτών στο θέατρο Νορντ Οστ της Μόσχας, στις 25 Οκτωβρίου 2002.
«Ο Γιαροσλάβ Φαντέεφ, ένα αγόρι από τη Μόσχα, είναι τώρα το πρώτο όνομα στην επίσημη λίστα εκείνων που σκοτώθηκαν στην επίθεση στο Νορντ Οστ. Σύμφωνα με την επίσημη εκδοχή των γεγονότων, οι τέσσερις όμηροι που σκοτώθηκαν από τραύματα από σφαίρες, πυροβολήθηκαν από τρομοκράτες. Η ειδική μονάδα του FSB, η υπηρεσία του ίδιου του Πούτιν, δεν κάνει λάθη και συνεπώς δεν πυροβόλησε κανέναν όμηρο. Δεν υπάρχει όμως καμιά αμφιβολία πως μια σφαίρα πέρασε μέσα από το κεφάλι του Γιαροσλάβ παρόλο που το όνομά του δεν είναι στη λίστα με τους «τέσσερις που πυροβολήθηκαν από τους τρομοκράτες». Ο Γιαροσλάβ ήταν ο πέμπτος που πέθανε από τραύμα από σφαίρα. Στη στήλη «Αιτία Θανάτου», που υπάρχει στην επίσημη φόρμα, η οποία δόθηκε στη μητέρα του, την Ιρίνα, για την κηδεία του, υπάρχει μια παύλα. Στις 18 Νοεμβρίου 2002, ο Γιαροσλάβ θα γινόταν 16 χρόνων».

