Επίθεση εναντίον των ΗΠΑ εξαπέλυσαν χθες ο Ρώσος αναπληρωτής πρωθυπουργός και υπουργός Αμυνας Σεργκέι Ιβανόφ και ο υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ, με αφορμή τη συμφωνία εγκατάστασης αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων στη Ρουμανία. Η διατύπωση και ο τόνος των δηλώσεων οδήγησαν αρκετούς αναλυτές στο συμπέρασμα ότι μετά μια δεκαετία και πλέον η Μόσχα σκληραίνει συντονισμένα τη στάση της απέναντι στην Ουάσιγκτον. Η ρωσική αντίδραση, που είχε προαναγγελθεί τις τελευταίες ημέρες, είχε ως αφορμή την υπογραφή της συμφωνίας Ουάσιγκτον – Βουκουρεστίου για την εγκατάσταση αμερικανικών βάσεων από την υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ Κοντολίζα Ράις. Με δηλώσεις που μεταδόθηκαν από την κρατική τηλεόραση, ο Ιβανόφ προειδοποίησε ότι η Ρωσία θα επανεξετάσει τη στάση της στο θέμα της Συνθήκης για τον περιορισμό των συμβατικών όπλων, λόγω της προγραμματισμένης ανάπτυξης αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων όλο και πλησιέστερα στα σύνορά της. Στη συνέχεια ο Ρώσος υπουργός εξήγησε ότι η χώρα του βρίσκεται σε επαγρύπνηση, παρακολουθώντας τις κινήσεις των αμερικανικών δυνάμεων στη Ρουμανία και σε άλλες πρώην Σοβιετικές Δημοκρατίες, και ότι θα αντιδράσει όταν πληροφορηθεί αναλυτικά για τον ρόλο των βάσεων από τις ΗΠΑ. Συνεχίζοντας την κριτική, ο κ. Ιβανόφ εξέφρασε την ανησυχία ότι η αναδιάταξη του αμερικανικού στρατού στην Ευρώπη μπορεί να έρθει σε πλήρη αντίθεση με τις διατάξεις της Συνθήκης για τις Συμβατικές Δυνάμεις στην Ευρώπη. Αναφορικά με τις διαμαρτυρίες που προκάλεσε στη Δύση η αμυντική συμφωνία Ρωσίας – Ιράν, που υπεγράφη τη Δευτέρα στην Τεχεράνη και προβλέπει την πώληση πυραύλων ΤΟΡ-Μ1 στην Τεχεράνη, ο Ρώσος υπουργός Αμυνας δήλωσε περίπου άγνοια, αν και σημείωσε ότι η πώληση συμβαδίζει με τη διεθνή νομοθεσία.
Τη μεταστροφή της ρωσικής διπλωματίας εντόπισαν οι αναλυτές και στις δηλώσεις του μετριοπαθούς Ρώσου υπουργού Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ. Από τις Βρυξέλλες, όπου πραγματοποιήθηκε η σύνοδος ΝΑΤΟ – Ρωσίας, προειδοποίησε και αυτός ότι είναι πολύ πιθανό η χώρα του να αποδεσμευθεί από τη Συνθήκη για τα συμβατικά όπλα στην Ευρώπη, εάν οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ συνεχίσουν τη στρατιωτική τους παρουσία κοντά στα ρωσικά σύνορα.
Σε αυτό το κλίμα, η Κοντολίζα Ράις αφίχθη στο Κίεβο, όπου η ατμόσφαιρα, ένα χρόνο μετά την «Πορτοκαλί» Επανάσταση, δεν θυμίζει την πολυδιαφημισμένη «άνοιξη». Στις δηλώσεις της η Αμερικανίδα υπουργός Εξωτερικών αναφέρθηκε στην ουκρανική αστική κοινωνία, στη σκληρή της εργασία και στις προόδους που έχει σημειώσει. Αυτός είναι ένας από τους λόγους, σύμφωνα με την κ. Ράις, για τον οποίο οι ΗΠΑ τρέφουν μεγάλες ελπίδες και αισιοδοξία σχετικά με το μέλλον της Ουκρανίας. Εκ διαμέτρου αντίθεση άποψη διατύπωσε, όμως, ο Βλαντιμίρ Πούτιν. Κατά την υποδοχή του προέδρου του ουκρανικού Κοινοβουλίου Βολοντιμίρ Λίτβιν, ο Ρώσος πρόεδρος χαρακτήρισε το 2005 «έτος χαμένων ευκαιριών» για τις σχέσεις Μόσχας – Κιέβου.
Εστία αντιπαράθεσης Ρωσίας – ΗΠΑ αποτέλεσε και το θέμα του περιορισμού της δράσης των μη κυβερνητικών οργανώσεων στη Ρωσία. Ενώ εκκρεμεί η επικύρωση του σχετικού νομοσχεδίου στη Δούμα, η κ. Ράις επέκρινε την πρόθεση της Μόσχας να περιορίσει τη δράση των ΜΚΟ, εκφράζοντας την ελπίδα ότι η σημασία των οργανώσεων αυτών σε ένα σταθερό δημοκρατικό περιβάλλον, θα γίνει κατανοητή από τη ρωσική κυβέρνηση.
Ρωσικές διπλωματικές πηγές, ωστόσο, ισχυρίζονται ότι διαθέτουν πληθώρα στοιχείων που αποδεικνύουν ότι οι ΜΚΟ στο εσωτερικό της Ρωσίας λειτουργούν ως προπύργιο για τη χρηματοδότηση τρομοκρατικών και εξτρεμιστικών ενεργειών. Παραπέμπουν δε σε αμερικανικές ιστοσελίδες, όπου σαφώς δηλώνεται ότι η δράση των ΜΚΟ, ιδιαίτερα στις χώρες της ΚΑΚ, είναι χρήσιμη για την καλύτερη προώθηση της δημοκρατίας και των αμερικανικών συμφερόντων. Υπενθυμίζεται ότι ο πρόεδρος Πούτιν έχει ορίσει στη Δούμα προθεσμία έως την ερχόμενη Δευτέρα. Εως τότε θα πρέπει να έχουν ολοκληρωθεί ορισμένες τροποποιήσεις, οι οποίες λαμβάνουν υπόψη τις ανησυχίες των ρωσικών ΜΚΟ και των ειδικών της Ε. Ε.

