Καθώς η οικονομία ανακάμπτει, η Ρωσία ανακτά την αυτοπεποίθησή της

Καθώς η οικονομία ανακάμπτει, η Ρωσία ανακτά την αυτοπεποίθησή της

4' 52" χρόνος ανάγνωσης

H άρνηση της Ρωσίας να συναινέσει στην υπό την αμερικανική πρωτοβουλία επίθεση στο Ιράκ αποτελεί ένδειξη ότι η εξάρτηση που είχε η χώρα αυτή από τη Δύση την προηγούμενη δεκαετία αποτελεί πλέον παρελθόν. Εχοντας ανακάμψει από τη μετασοβιετική συρρίκνωση και κατάρρευση, η ρωσική οικονομία ανακάμπτει και η Μόσχα έχει σήμερα «γεμάτο πορτοφόλι», με αποτέλεσμα να μη δελεάζεται τόσο εύκολα από την οικονομική βοήθεια που θα μπορούσε να της προσφέρει η Δύση, σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας The Wall Street Journal.

H παροχή οικονομικής βοήθειας συνεχίζει, ωστόσο, να αποτελεί κεντρικό θέμα στην προσέγγιση κρατών-μελών του Σ.Α., τουλάχιστον από το ένα «στρατόπεδο», που έχει διαμορφωθεί σε ό,τι αφορά το θέμα του Ιράκ. Αμερικανοί διπλωμάτες δηλώνουν ότι εντοπίζουν την προσπάθειά «πειθούς» στην Ανγκόλα, τη Γουινέα και τη Χιλή και όπως άφησε να εννοηθεί εμμέσως πλην σαφώς η σύμβουλος του προέδρου Μπους για θέματα Εθνικής Ασφάλειας, Κοντολίζα Ράις, η Ουάσιγκτον δεν φείδεται υποσχέσεων για παροχές. «Συζητούμε με τους συνομιλητές μας για τα συμφέροντά τους», τόνισε προσφάτως.

Οι αντιπαροχές

Οι οικονομικές αντιπαροχές της Δύσης προς τη Ρωσία δεν έβρισκαν πάντα ανταπόκριση από τον μάλλον απρόβλεπτο Γέλτσιν. Ομως, υπήρξαν κρίσιμες στιγμές κατά τις οποίες «λειτούργησαν». Χαρακτηριστικό το παράδειγμα των βομβαρδισμών της Γιουγκοσλαβίας από τις δυνάμεις του NATO, το 1999, όταν η βοήθεια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου θεωρήθηκε -και αποτέλεσε- ισχυρό κίνητρο για να παραμείνει η Ρωσία ουσιαστικώς αμέτοχη στην υπόθεση αυτή, παρά τη θεωρητική υποστήριξή της προς τη γιουγκοσλαβική κυβέρνηση.

Εκτοτε πολλά έχουν αλλάξει. O Πούτιν έδωσε τέλος στον δανεισμό της χώρας του από το ΔΝΤ αμέσως μετά την ανάληψη της εξουσίας, το 2000. Βεβαίως, η συγκυρία στην αγορά του πετρελαίου λειτούργησε υπέρ του.

Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι ακόμη και ο προϋπολογισμός της Ρωσίας για το 2003 βασίζεται στην υπόθεση πως η μέση τιμή του πετρελαίου θα ανέλθει φέτος στα 21,50 δολ. ανά βαρέλι, ενώ για κάθε δολάριο που αυξάνεται πάνω από το επίπεδο αυτό, η Ρωσία εισπράττει ένα δισ. δολάρια περισσότερα σε ετήσια βάση.

Τους τελευταίους τέσσερις μήνες, η Μόσχα συσσωρεύει τα πρόσθετα έσοδα, και τα συναλλαγματικά αποθέματα της κεντρικής τράπεζας της Ρωσίας έχουν αυξηθεί κατά 6,3 δισ. δολάρια, ανερχόμενα στα τέλη του Φεβρουαρίου στα 53,1 δισ. H οικονομική αυτοπεποίθηση της Ρωσίας είναι πλέον τόσο μεγάλη ώστε, την περασμένη εβδομάδα και την επόμενη ημέρα, αφότου η Ρωσία, η Γαλλία και η Γερμανία δήλωσαν την απόλυτη αντίθεσή τους στο ψήφισμα του OHE για τη χρήση βίας κατά του Ιράκ, η κυβέρνηση Πούτιν ενημέρωσε τη διεθνή κοινότητα μέσω του Διαδικτύου ότι θα εξοφλήσει πρόωρα τις οφειλές της, για το 2004, στο ΔΝΤ!

Δεν είναι επίσης πλέον αυταπόδεικτο ότι η Ουάσιγκτον μπορεί να προσφέρει στη Μόσχα περισσότερα απ’ ό,τι το Βερολίνο ή το Παρίσι. H Γερμανία συγκαταλέγεται στους σημαντικότερους εμπορικούς εταίρους της Ρωσίας και η μεγαλύτερη ρωσική εταιρεία, η ελεγχόμενη από το δημόσιο Gazprom, εξάγει στην Ευρώπη τις περισσότερες από τις ποσότητες του φυσικού αερίου που διαχειρίζεται. H Ρωσία χρειάζεται μεν την υποστήριξη των ΗΠΑ για να ενταχθεί -όπως το επιθυμεί- στον ΠΟΕ, αποκτώντας ευκολότερη πρόσβαση για τα προϊόντα της στις δυτικές αγορές, σε αυτήν την προσπάθεια δε, έχει ανάγκη «χείρας βοηθείας» και από άλλες χώρες.

Ακόμη, παρότι η Ρωσία θα επιθυμούσε να εισπράξει τα 8 δισ. δολάρια, τα οποία της οφείλονται ακόμη από το Ιράκ βάσει του δανεισμού του από την πρώην Σοβιετική Ενωση, κύριο μέλημά της αποτελεί η διατήρηση των τιμών του πετρελαίου σε σχετικώς υψηλά επίπεδα καθώς η χώρα αντλεί το ένα τρίτο των δημοσίων εσόδων της από την πώληση πετρελαίου και φυσικού αερίου. Ετσι, ο έλεγχος των πετρελαίων του Ιράκ από τις ΗΠΑ και η πιθανή αύξηση της παραγωγής ιρακινού πετρελαίου -με αποτέλεμα την πτώση των τιμών του μαύρου χρυσού στη διεθνή αγορά- θα μπορούσε να κλονίσει τον σημαντικότερο, επιμέρους, «πυλώνα» του προϋπολογισμού του ρωσικού κράτους. Αν και οι ΗΠΑ έχουν προσφέρει διαβεβαιώσεις στη Ρωσία ότι δεν θα επιτρέψουν την κατάρρευση των τιμών του πετρελαίου μετά την εκτόνωση των προβλημάτων στη Μέση Ανατολή, αναλυτές εκτιμούν πως ο μέσος όρος τους θα διαμορφωθεί μακροπρόθεσμα γύρω στα 20 δολάρια ανά βαρέλι, από άνω των 35 δολαρίων στα οποία ανέρχονται σήμερα. Πέραν της ευνοϊκής «πετρελαϊκής συγκυρίας», γεγονός είναι ότι η Ρωσία έχει υλοποιήσει τα τελευταία χρόνια μεταρρυθμίσεις, των οποίων το αποτέλεσμα αντανακλάται στις επιδόσεις όχι μόνον της οικονομίας της αλλά και των αγορών της.

Ετσι, η χώρα είναι σήμερα ελκυστική για έμμεσες αλλά και άμεσες ξένες επενδύσεις. Σε ό,τι αφορά τα ομόλογα του ρωσικού δημοσίου, εκτιμάται ότι θα αναβαθμισθούν μέσα στο 2004 σε κατηγορία πέραν εκείνης του «υψηλοτάτου κινδύνου», στην οποία διατηρούνται από το 1998, όταν η χώρα γνώρισε βαθύτατη χρηματοοικονομική κρίση. H βρετανική BP αποφάσισε τον περασμένο μήνα να διαθέσει 6,75 δισεκατομμύρια δολάρια σε ρευστό και σε μετοχές για να αποκτήσει το 50% μιας εταιρείας, η οποία θα αναδειχθεί στην τρίτη μεγαλύτερη παραγωγό πετρελαίου της Ρωσίας.

Ελκυστική σε επενδύσεις

Το προαναφερόμενο ποσόν, το οποίο αντιστοιχεί στο 150% των κεφαλαίων που επενδύθηκαν συνολικά και άμεσα (παραγωγικές επενδύσεις) πέρυσι στη Ρωσία, αποτελεί ορόσημο της έναρξης νέας εποχής για τη χώρα? μιας εποχής, η οποία θα χαρακτηρισθεί από πληθώρα νέων, ξένων επενδύσεων.

Οπως παρατηρούν αναλυτές, το σημαντικότερο τώρα για τη Ρωσία είναι οι ξένες επενδύσεις. Με τα επενδυτικά κεφάλαια να εισρέουν πλέον εντυπωσιακά στη χώρα, η Ρωσία δεν έχει ανάγκη τις παροχές οικονομικής βοήθειας.

Η περίπτωση της Ρωσίας και των εξελίξεων στην οικονομία και στις αγορές της έρχεται σήμερα σε χαρακτηριστική αντίθεση με εκείνη της Τουρκίας. H Αγκυρα διαπραγματεύεται τη χορήγηση οικονομικής βοήθειας σε αντάλλαγμα με την αποστολή 60.000 Αμερικανών στρατιωτών στο έδαφός της και η αρνητική απάντηση του Κοινοβουλίου, την περασμένη εβδομάδα, δημιούργησε αφόρητες πιέσεις στο χρηματιστήριο της Πόλης και στην τουρκική λίρα. Τα έως και 15 δισ. δολ. που ενδέχεται να εισπράξει, εφόσον δώσει το πράσινο φως, θα αποτελέσουν πνοή ζωής για την Τουρκία και την οικονομία της. Χαρακτηριστική είναι άλλωστε και η δημόσια παρότρυνση στις αρχές της εβδομάδος, εκ μέρους μεγάλων επενδυτικών τραπεζών προς την Αγκυρα, να μην… καθυστερεί «διότι εδώ πρόκειται για ευκαιρία, η οποία πιθανόν να μην της ξαναδοθεί…».

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT