Τέλος οι «καλές ημέρες» στις σχέσεις Ρωσίας-ΗΠΑ

Τέλος οι «καλές ημέρες» στις σχέσεις Ρωσίας-ΗΠΑ

4' 7" χρόνος ανάγνωσης

Καθώς πλησιάζει η επέτειος των τρομοκρατικών επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου, τα παλαιά προβλήματα στις σχέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών με τη Ρωσία επανεμφανίζονται. Σε αυτά θα πρέπει να περιληφθεί η ρωσική επιμονή να διατηρεί στενές σχέσεις με το Ιράν, το Ιράκ και τη Βόρεια Κορέα, χώρες που οι Ηνωμένες Πολιτείες κατατάσσουν ως γνωστόν στον «άξονα του κακού». Ακόμη πιο δυσοίωνη ίσως είναι η πυροδότηση νέων εντάσεων στην Τσετσενία. Ενα χρόνο μετά τα τραγικά γεγονότα, η βιωσιμότητα της νέας συνεργασίας Μόσχας-Ουάσιγκτον, που σφυρηλατήθηκε ακριβώς όταν ο Ρώσος πρόεδρος, Βλαντιμίρ Πούτιν γνωστοποίησε ότι στηρίζει την αμερικανική εκστρατεία κατά των Ταλιμπάν, δοκιμάζεται.

Στο πρόβλημα της Τσετσενίας εμπλέκεται πια και η Γεωργία. H Ρωσία διαψεύδει ότι βομβάρδισε χωριά της Γεωργίας κατά μήκος των τσετσενικών συνόρων, και αποδίδει την ευθύνη της πρόσφατης επιδρομής στις γεωργιανές δυνάμεις. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, ωστόσο, ως σύμμαχος της Γεωργίας καταγγέλλουν την παραβίαση της κυριαρχίας της χώρας και εκφράζουν βαθιά ανησυχία. Μετά το επεισόδιο, το επίπεδο των σχέσεων Ρωσίας και Γεωργίας έχει φθάσει στο χαμηλότερο σημείο του εδώ και δέκα χρόνια, καθώς το γεωργιανό Κοινοβούλιο καλεί τον πρόεδρο Εντβαρντ Σεβαρντνάντζε να αποσύρει τη χώρα από την Κοινοπολιτεία Ανεξαρτήτων Κρατών και απαιτεί να κλείσουν οι ρωσικές στρατιωτικές βάσεις που έχουν απομείνει στο γεωργιανό έδαφος από την εποχή της ΕΣΣΔ. H διαμάχη Ρωσίας – Γεωργίας δεν είναι εύκολο να αρθεί.

Το επιχείρημα της Ρωσίας είναι ότι οι Τσετσένοι αντάρτες βρίσκουν καταφύγιο στις μεθοριακές περιοχές και ότι «εφόσον η Γεωργία δεν μπορεί να προστατεύσει τα σύνορά της, θα πρέπει να επιτρέψει στις ρωσικές δυνάμεις να κάνουν τη δουλειά». Κατά τη ρωσική ηγεσία, οι Τσετσένοι αντάρτες είναι «ληστές και τρομοκράτες», που διατηρούν δεσμούς με την Αλ Κάιντα, ισχυρισμός που καθιστά τον εμφύλιο στην Τσετσενίας μέρος του πολέμου των δυτικών κρατών κατά της τρομοκρατίας. Μετά την 11η Σεπτεμβρίου, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρώπη έπαψαν την κριτική τους για τον ρωσικό πόλεμο στην Τσετσενία, από φόβο μήπως εξοργίσουν τη Μόσχα, της οποίας η βοήθεια ήταν απαραίτητη σε άλλα ζητήματα. Τώρα, όμως, καθώς η κατάσταση στην κεντρική Ασία σταθεροποιείται, ενώ το τσετσενικό μέτωπο παραμένει ανοιχτό, οι ανησυχίες της Δύσης εντείνονται. Ακόμη κι αν η Δύση αποδεχθεί μερικώς τη ρωσική θεωρία περί «αντιτρομοκρατικής δράσης» στην Τσετσενία, η εμπλοκή στον πόλεμο αυτό της Γεωργίας θα σημάνει περισσότερο χάος και σίγουρα όχι την επίλυση των σημερινών προβλημάτων.

Ο άξονας του κακού

Η Τσετσενία δεν είναι το μόνο πρόβλημα που σκιάζει σήμερα τις ρωσο-αμερικανικές σχέσεις. H άρνηση της Ρωσίας να περιορίσει τις συναλλαγές της με το Ιράκ, το Ιράν και τη Βόρειο Κορέα έχει επίσης αρχίσει να εκνευρίζει την Ουάσιγκτον. Την περασμένη εβδομάδα, ο Αμερικανός υπουργός Αμυνας, Ντόναλντ Ράμσφελντ δήλωσε ότι η Ρωσία βλάπτει η ίδια τα συμφέροντά της, διατυμπανίζοντας τη φιλία της με «χώρες τρομοκρατών». Το πρόβλημα, ωστόσο, μπορεί να είναι πολύ μικρότερο τελικά απ’ ό,τι φαίνεται. Είναι αλήθεια ότι η Ρωσία θορύβησε τις ΗΠΑ με τα σχέδιά της για υπογραφή οικονομικής συνεργασίας με το Ιράκ, στο πλαίσιο της οποίας η Βαγδάτη υπόσχεται να συνάψει με ρωσικές εταιρείες συμβόλαια ύψους τουλάχιστον 40 δισεκατομμυρίων δολαρίων στα επόμενα δέκα χρόνια. Αυτός βέβαια μπορεί να είναι ένας καλός τρόπος για να ορίσει η Ρωσία το τίμημα της οικονομικής της συνεργασίας με το Ιράκ. Ισως να θέλει να διαμηνύσει ότι εφόσον γίνεται σεβαστή η συνεργασία αυτή, δεν θα φέρει αντίρρηση στα αμερικανικά σχέδια για την ανατροπή του Σαντάμ.

Το ίδιο συμβαίνει ενδεχομένως και στην περίπτωση του Ιράν. Ανακοινώνοντας δημοσίως ότι προτίθεται να κατασκευάσει πέντε ακόμη πυρηνικούς αντιδραστήρες στο Ιράν, πλην αυτών που ήδη κατασκευάζονται, η Ρωσία όρισε το τίμημα της διακοπής της συνεργασίας της με την Τεχεράνη.

Σε ό,τι αφορά τη Νότιο Κορέα, η Ρωσία παίζει ένα μετριοπαθές διπλωματικό παιχνίδι, το οποίο φαίνεται να αποδίδει καρπούς. Φλερτάροντας τον πρόεδρο Κιμ Γιονγκ-ιλ, η Ρωσία κατά κάποιο τρόπο εκτόπισε την Κίνα από την υψηλότερη θέση στη λίστα των συμμάχων της Πιονγκ Γιανγκ.

Η Βόρειος Κορέα ανακοίνωσε πρόσφατα τις πρώτες οικονομικές της μεταρρυθμίσεις και λέγεται ότι ζήτησε τη βοήθεια της Ιαπωνίας για να βελτιώσει τις σχέσεις της με τις ΗΠΑ. O πρόεδρος Πούτιν μπορεί τώρα να καυχηθεί ότι συνέβαλε τα μάλα ώστε να βγουν οι Βορειοκορεάτες από το καβούκι τους.

Σενάρια

Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς παρόμοια αισιόδοξα σενάρια για το τσετσενικό πρόβλημα. H καταστροφή είναι ήδη τόσο μεγάλη, το μίσος μεταξύ Ρώσων και Τσετσένων τόσο βαθύ, που οι δύο πλευρές έχουν εγκλωβιστεί σε μια μεσαιωνική έχθρα, τρομακτική και απεχθή για τους τρίτους παρατηρητές. H μόνη ελπιδοφόρα εξέλιξη για την Τσετσενία θα ήταν να συνειδοποιήσει η Ρωσία το μέγεθος της βλάβης που υφίστανται εξαιτίας του πολέμου η οικονομία και η κοινωνία της, αλλά και οι σχέσεις της με τη Δύση.

Η Ρωσία δεν μπορεί να ελπίζει στην πλήρη εμπιστοσύνη των δυτικών χωρών εφόσον συνεχίζει να επιδεικνύει, μέσω του ανελέητου αυτού πολέμου, πόσο πολύ διαφέρει από αυτές.

Οι προσδοκίες του προέδρου Πούτιν για ευθυγράμμιση με τη Δύση του θέτουν ένα σχετικά εύκολο δίλημμα: είτε θα συνεχίσει τον πόλεμο εις βάρος των σχέσεών του με τις δυτικές κυβερνήσεις είτε θα εκμεταλλευτεί την πολιτική της προσέγγισης στη Δύση για να θέσει τέρμα στο δράμα της Τσετσενίας.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT