Μια δεκαετία μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, Ουάσιγκτον και Μόσχα θέτουν τις βάσεις για μια μακροπρόθεσμη «Εγκάρδια Συνεννόηση», που παραπέμπει στην περίφημη «Αντάντ» Βρετανίας-Γαλλίας και Ρωσίας πριν από τον A΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και απειλεί να υποβαθμίσει τη γεωστρατηγική επιρροή της Ευρωπαϊκής Ενωσης, αλλά και άλλων σημαντικών δυνάμεων, όπως η Κίνα και η Ιαπωνία. Αυτό υποστηρίζει με ανάλυσή του στην αμερικανική εφημερίδα «Ουάσιγκτον Ποστ» ο γνωστός αρθρογράφος Τζιμ Χόγκλαντ, επικαλούμενος εκτιμήσεις κορυφαίων Δυτικών διπλωματών.
«Μετά την 11η Σεπτεμβρίου, ο Τζορτζ Μπους αντιμετωπίζει τη Ρωσία ως πιο αξιόπιστο εταίρο από τους Ευρωπαίους συμμάχους του», εκμυστηρεύεται κορυφαίος Ευρωπαίος διπλωμάτης, για να προσθέσει: «H Ρωσία δείχνει μεγαλύτερη προθυμία και ευελιξία στη συνεργασία της με τις Ηνωμένες Πολιτείες γύρω από θέματα ασφαλείας. Για την Ουάσιγκτον, οι Ευρωπαίοι είναι πολύ ισχυροί για να αντιμετωπισθούν ως μαθητευόμενος εταίρος, όπως η Ρωσία, αλλά και πολύ αδύνατοι για να μπορούν να ορθώσουν το ανάστημά τους απέναντι στις αμερικανικές επιλογές. Στα μάτια της Αμερικής, είμαστε ένα ενοχλητικό, ενδιάμεσο είδος».
Από τη Γιάλτα στο Βερολίνο
Από τη συμφωνία της Γιάλτας μέχρι την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, η Ευρώπη, η Κίνα και η Ιαπωνία, για διαφορετικούς λόγους η κάθε μία, αισθάνονταν ότι απειλούνταν να συνθλιβούν ανάμεσα στις μυλόπετρες των δύο ανταγωνιστικών πυρηνικών υπερδυνάμεων. Για ειρωνεία της τύχης, στη νέα παγκόσμια… αταξία της εποχής μας, αυτό που ανησυχεί τους φιλόδοξους «τρίτους» του παγκόσμιου γεωπολιτικού παιχνιδιού δεν είναι ο ανταγωνισμός αλλά η αυξανόμενη συνεργασία μεταξύ Λευκού Οίκου και Κρεμλίνου.
Οπως παρατηρεί, όμως, ο Τζιμ Χόγκλαντ, κάτι έχει επιβιώσει από τα κληροδοτημένα στερεότυπα της ψυχροπολεμικής εποχής: Πρόκειται για τη γνωστή μεταφορά, σύμφωνα με την οποία η Ουάσιγκτον συνηθίζει να παίζει πόκερ στις διεθνείς σχέσεις, ενώ η Μόσχα είναι πιο ικανή στο σκάκι. Σύμφωνα με αυτό το σχήμα, ο Τζορτζ Μπους, ένας ηγέτης που βασίζεται στο ισχυρό πολιτικό του ένστικτο, βλέπει στο πρόσωπο της Ρωσίας ένα ισχυρό χαρτί απέναντι σε μια ολοένα και πιο ατίθαση Ευρωπαϊκή Ενωση. Οι υποστηρικτές αυτής της οπτικής επικαλούνται, για παράδειγμα, τη στάση της Μόσχας στο διαβόητο σχέδιο της Εθνικής Αντιπυραυλικής Αμυνας του Τζορτζ Μπους – πιο γνωστής με τον κινηματογραφικής έμπνευσης όρο «Πόλεμος των Αστρων». Εν προκειμένω, οι Ρώσοι άφησαν στα κρύα του λουτρού τους Ευρωπαίους, αίροντας τις αντιρρήσεις τους για το εν λόγω σχέδιο των Αμερικανών, που θέτει εν αμφιβόλω την πρόοδο στον τομέα του ελέγχου των πυρηνικών εξοπλισμών, προσδοκώντας οικονομικά και τεχνολογικά ανταλλάγματα.
Από την πλευρά του, ο πιο «εγκεφαλικός» Πούτιν βλέπει τη συνεργασία του με την Αμερική περίπου ως τη «βασίλισσα» του στρατοπέδου του στην παγκόσμια σκακιέρα – το πιο ισχυρό κομμάτι μετά τον «βασιλιά», που δεν είναι άλλος από τη Ρωσία. Μια «βασίλισσα» που μπορεί να μετακινηθεί, για αμυντικούς ή επιθετικούς λόγους, στην αποφασιστική στιγμή του παιχνιδιού, το οποίο δεν μπορεί παρά να έχει μακροπρόθεσμες στοχεύσεις για τη σημερινή, χωλαίνουσα πρώην υπερδύναμη της Ευρασίας.
Το πρόβλημα του Ιράκ
Η «εγκάρδια συνεννόηση» Ηνωμένων Πολιτειών-Ρωσίας αρχίζει να γίνεται ορατή και σε ένα από τα πλέον ακανθώδη προβλήματα των μεταξύ τους σχέσεων, το πρόβλημα του Ιράκ. Διπλωματικοί κύκλοι στη ρωσική πρωτεύουσα διαβλέπουν το τελευταίο διάστημα οιωνούς προσέγγισης του Κρεμλίνου στη στρατηγική Μπους για την ανατροπή του καθεστώτος Χουσεΐν. Μια προσέγγιση ανομολόγητη, πλην υπαρκτή, που περιορίζει εξαιρετικά τα περιθώρια αντιδράσεων από την πλευρά των Ευρωπαίων, οι οποίοι λίγο πριν από την 11η Σεπτεμβρίου έπαιρναν θεαματικές πρωτοβουλίες για την άρση του εμπάργκο στη Βαγδάτη και για τη σύναψη συμφωνιών, με στόχο την προμήθεια φτηνού, ιρακινού πετρελαίου.

