* O κ. Edward Lucas είναι ανταποκριτής του Economist στη Ρωσία.
Η Ρωσία θα δρέψει το 2002 τους καρπούς μιας όλο και πιο έντονης θετικής διεθνούς φήμης για το πόσο φιλική και αξιόπιστη είναι. Ωστόσο, τα περισσότερα από τα σοβαρά προβλήματα της χώρας θα παραμείνουν ανεπίλυτα. Το νέο λουστράρισμα θα αποδώσει καλύτερα στην εξωτερική πολιτική, όπου ο Βλαντιμίρ Πούτιν θα υποστηρίξει έντονα τον διεθνή συνασπισμό ενάντια στην τρομοκρατία. Ως αντάλλαγμα για το ότι διέκοψε αποδοτικές παλιές φιλίες με χώρες όπως το Ιράκ, η Ρωσία θα βρεθεί σε πλεονεκτική θέση να κάνει σκληρά παζάρια με τη Δύση για τα συμφέροντά της στις κοντινές περιοχές.
Η ανταμοιβή του
Υπό την προϋπόθεση ότι ο κ. Πούτιν θα παραμείνει πιστός στο αντιτρομοκρατικό μέτωπο και δεν θα το ερεθίσει με τα υπερβολικά παζάρια του, η ανταμοιβή θα είναι μια νέα προθυμία των Βρυξελλών να λάβουν υπόψη τους ρωσικούς φόβους για την επέκταση του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
Η Ρωσία σκοπεύει να κάνει σκληρά παζάρια για το μέλλον του Καλίνινγκραντ, μιας φτωχής περιοχής συμπιεσμένης ανάμεσα στη Λιθουανία και την Πολωνία. Θα υπάρξει ίσως μια συμφωνία με ηχηρό όνομα, ίσως μια συνθήκη ανάμεσα στο ΝΑΤΟ και τη Ρωσία.
Στη σύνοδο κορυφής του Νοεμβρίου το NATO θα υιοθετήσει χαμηλούς τόνους στις συνομιλίες για την ένταξη της Εσθονίας, της Λεττονίας και της Λιθουανίας, καθώς και άλλων κρατών της Ανατολικής Ευρώπης. Εξάλλου, η ρωσική επιρροή στον Καύκασο θα αυξηθεί το 2002, καθώς το Κρεμλίνο θα εκμεταλλευτεί τις πιθανές αλλαγές ηγεσίας στη Γεωργία και το Αζερμπαϊτζάν.
Στο εσωτερικό τα πράγματα θα είναι ήσυχα. Το κύριο πολιτικό γεγονός της χρονιάς θα είναι οι εκλογές τον Μάρτιο για ένα νέο σώμα: το Κοινοβούλιο της Ρωσο-Λευκορωσικής Ενωσης. Θα ακουστούν πολλές υπερβολές σε σχέση με το γεγονός αυτό, τόσο θετικές όσο και αρνητικές. Αλλες πρώην σοβιετικές Δημοκρατίες, όπως η Μολδαβία και ίσως η Αρμενία, δεν αποκλείεται να θελήσουν να ενταχθούν σε αυτό το νεφελώδες σχήμα, καθώς το βλέπουν ως εισιτήριο για φτηνή ενέργεια και προνομιακή πρόσβαση στην τεράστια ρωσική αγορά. Αλλοι πάλι φοβούνται τη γέννηση μιας νέας Σοβιετικής Ενωσης. Ούτε οι φόβοι ούτε οι ελπίδες θα δικαιωθούν τελικά, τουλάχιστον για το 2002. Νέα σώματα, όπως αυτό, προσθέτουν κόστος και όχι δύναμη, για τον απλούστατο λόγο ότι η Ρωσία ήδη έχει αυξημένο λόγο στις περισσότερες από τις πρώην σοβιετικές Δημοκρατίες.
Ο κ. Πούτιν θα αφιερώσει πολύ χρόνο και κόπο ανησυχώντας για την τεράστια αλλά όλο και πιο εύθραυστη δημοτικότητά του. Οι περισσότεροι Ρώσοι είναι πεισμένοι πως κάνει ό,τι μπορεί για να πάνε τα πράγματα καλύτερα, όμως οι πραγματικές μεταρρυθμίσεις (για παράδειγμα των ανίκανων και ρυπογόνων εθνικών επιχειρήσεων κοινής ωφελείας) θα είναι οδυνηρά αργές. Η αντίδραση των Ρώσων στα κακά μαντάτα θα συνεχίσει σε μεγάλο βαθμό να εκδηλώνεται ως επιθυμία να σωπάσει ο… μαντατοφόρος. Ετσι, τα ΜΜΕ στη Ρωσία θα παραμείνουν κάτω από αυστηρό αλλά διακριτικό έλεγχο το 2002.
Η βελτιωμένη διεθνής θέση της Ρωσίας θα δώσει στις υπηρεσίες ασφαλείας περισσότερα περιθώρια να αντιμετωπίσουν την αντιπολίτευση στο εσωτερικό. Δεν θα υπάρξει επιστροφή σε καταστολή σοβιετικού τύπου? απλώς λιγότερο άγχος για τις αντιδράσεις από το εξωτερικό όταν παρενοχλούνται άτομα και οργανώσεις με ανεξάρτητη σκέψη μέσω των δικαστηρίων, του φοροελεγκτικού μηχανισμού και άλλων τμημάτων της κρατικής γραφειοκρατίας.
Ειρήνη στην Τσετσενία
Στην Τσετσενία αργά ή γρήγορα το Κρεμλίνο θα πρέπει να αρχίσει κάποιου τύπου ειρηνευτικές συνομιλίες με την ηγεσία των ανταρτών. Στρατιωτική λύση δεν είναι ορατή, όπως παραδέχεται κατ’ ιδίαν και το Κρεμλίνο. Η πιο πιθανή λύση είναι να αποτραβηχτούν τόσο οι ηγέτες των ανταρτών όσο και οι ηγέτες που υποστηρίζονται από τους Ρώσους και να γίνουν εκλογές υπό διεθνή εποπτεία. Για να γίνει αυτό, όμως, ο κ. Πούτιν θα πρέπει να δώσει σκληρές μάχες με τους στρατιωτικούς.
Αν η τιμή του πετρελαίου μείνει πάνω από τα 20 δολάρια το βαρέλι, η οικονομία της Ρωσίας θα συνεχίσει «να τα βγάζει πέρα». Ορισμένες ρωσικές επιχειρήσεις είναι πραγματικά ανταγωνιστικές τώρα, και ακόμη περισσότερες θα γίνουν το 2002. Οι περισσότερες, όμως, παραμένουν ακόμη προστατευμένες από τον πραγματικό ανταγωνισμό μέσω ενός ιστού αόρατων και ανεπίσημων σχέσεων.
Μακριά οι ξένοι
Η Ρωσία έχει παράγει σημαντικό πλούτο τα τελευταία δύο χρόνια. Είναι πλέον, χωρίς αμφιβολία, μια καπιταλιστική και δυτική χώρα. Αναμένεται να έχει έναν ζηλευτά χαμηλό ανώτατο φορολογικό συντελεστή για τις επιχειρήσεις (24%) και οι άνθρωποι θα αρχίσουν επιτέλους να πληρώνουν τις οφειλές τους στην εφορία. Ομως, το ξένο κεφάλαιο θα παραμείνει μακριά, καθώς η Ρωσία θα φαντάζει μια εγγενώς εχθρική αγορά. Αντίθετα, το ρωσικό κεφάλαιο θα αρχίσει να επιστρέφει από τους κρυφούς τόπους εξορίας του, στην Ευρώπη και την Αμερική. Οι μεγάλες επιχειρήσεις με τις καλύτερες προοπτικές θα αρχίσουν να πουλιούνται σε ξένους επενδυτές (το 2002 μια δυτική εταιρεία πετρελαίου θα αγοράσει μια ρωσική τοις μετρητοίς).
Ομως, ακόμη χειρότερο και από το γεγονός ότι στο τραπεζικό σύστημα της χώρας εξακολουθεί να επικρατεί χάος, είναι το πρόβλημα της μεταρρύθμισης της γραφειοκρατίας, πραγματικός εφιάλτης για μια αχανή χώρα που δεν γνώρισε ποτέ καλή διακυβέρνηση. Κι αυτό, δυστυχώς, μπορεί να είναι υπερβολικά μεγάλη πρόκληση ακόμη και για έναν άνθρωπο με τις ικανότητες του κ. Πούτιν.
Χτυπώντας με αγωνία… ξένες πόρτες
Η Ρωσία έχει βαρεθεί να είναι στο περιθώριο των παγκόσμιων υποθέσεων. Το 2002 θα βάλει τα δυνατά της να γίνει δεκτή σε ορισμένες διεθνείς λέσχες. Ορισμένες από τις φιλοδοξίες της είναι απλώς φαντασιώσεις, ενώ άλλες θα αλλάξουν τον τρόπο που ασκείται η παγκόσμια πολιτική.
Παράδειγμα «φαντασίωσης» είναι οι προσπάθειες που θα γίνουν το 2002 να ψηφιστούν νόμοι που θα επιτρέπουν στη Ρωσία να γίνει μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Κάτι τέτοιο, πολύ απλά, δεν είναι καν στην ατζέντα των Βρυξελλών, καθώς θα έσπρωχνε τα ανατολικά σύνορα της Ε.Ε. έως τον Ειρηνικό και -το πιο σοβαρό- θα μετατόπιζε την εξουσία προς την ίδια κατεύθυνση.
Μια πιο θερμή υποδοχή θα πρέπει να αναμένεται από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (ΠΟΕ). Η Ρωσία σίγουρα πρέπει να κάνει κάτι για τις ισχνές ξένες επενδύσεις που προσελκύει, οι οποίες θα είναι το 2002 αξίας μόλις 2 δισ. δολαρίων. Πριν από τις τρομοκρατικές επιθέσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες, η αίσθηση στη Γενεύη ήταν ότι, μετά και τις εξαντλητικές διαπραγματεύσεις με την Κίνα, η Ρωσία θα μπορούσε να περιμένει. Ο ευγενικός τρόπος που το είπαν ήταν να ζητήσουν από τη Ρωσία να αναθεωρήσει τεράστιους όγκους νομοθεσίας πριν αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις. Το 2002, όμως, χάρη και στην υποστήριξή του προς τις ΗΠΑ στον πόλεμο εναντίον των Ταλιμπάν, ο Πούτιν θα μπορούσε να δει την έγκριση της αίτησής του να επιταχύνεται. Το να γίνει μέλος του ΠΟΕ το 2002 θα ισοδυναμούσε για τη Ρωσία με θαύμα. Ομως, η είσοδος πριν από το 2005 ξαφνικά φαντάζει εφικτή.
Το καλοκαίρι ο Βλαντιμίρ Πούτιν θα φιλοξενήσει στη Μόσχα μια συνάντηση του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης, ενός από τους λίγους διεθνείς οργανισμούς στους οποίους έχει επιρροή. Οι ηγέτες της Κίνας και των τεσσάρων Δημοκρατιών της κεντρικής Ασίας θα συζητήσουν ζητήματα εμπορίου, την καταπολέμηση της ισλαμικής τρομοκρατίας και το Αφγανιστάν (μπορεί, μάλιστα να καλέσουν και το Πακιστάν). Η αρχική ιδέα πίσω από τον Οργανισμό αυτό ήταν να αποτελέσει αντίβαρο προς τις ΗΠΑ τόσο στις περιφερειακές όσο και στις παγκόσμιες υποθέσεις. Το 2002 όμως, τα μέλη του θα είναι πολύ απασχολημένα για να βοηθούν τις Ηνωμένες Πολιτείες να συντρίψουν τους τρομοκράτες στην περιοχή ώστε να θυμηθούν τέτοιες φιλόδοξες ιδέες. Αλλωστε, ας μην ξεχνάμε ότι η Κίνα και η Ρωσία έχουν πολύ διαφορετικές απόψεις για το πώς πρέπει να είναι το καθεστώς που θα αντικαταστήσει τους Ταλιμπάν.

