Σε πρώτη ματιά, θα έλεγε κανείς ότι το πραγματικό τέλος του Ψυχρού Πολέμου δεν ήρθε με την πτώση του Τείχους του Βερολίνου αλλά με την κατάρρευση των Δίδυμων Πύργων της Νέας Υόρκης. Η κοινή απειλή του ισλαμικού εξτρεμισμού έφερε πιο κοντά από κάθε άλλη φορά τους δύο μεγάλους αντίπαλους του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα. Η ειρωνεία της Ιστορίας είναι ότι αυτός ο αταίριαστος γάμος συμφέροντος έμελλε να συντελεσθεί στα άγονα βουνά του Αφγανιστάν, θέατρο της τελευταίας σφοδρής αναμέτρησης των δύο υπερδυνάμεων τη δεκαετία του ’80.
Παρακάμπτοντας τις ανησυχίες του στρατιωτικού κατεστημένου, ο Βλαντιμίρ Πούτιν έδωσε προχθές το «πράσινο φως» στις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες να προσφέρουν διευκολύνσεις στις ΗΠΑ εν όψει των επικείμενων επιχειρήσεών τους εναντίον των Ταλιμπάν. Για πρώτη φορά μετά τη διάλυση του ανατολικού συνασπισμού, αμερικανικά στρατεύματα θα εγκατασταθούν όχι απλά σε κάποιες από τις παλιές χώρες – δορυφόρους του Συμφώνου της Βαρσοβίας, αλλά και στο ίδιο το «εγγύς εξωτερικό» της Ρωσίας.
«Πράσινο φως»
Από την άλλη πλευρά, ο Τζορτζ Μπους, σε μια εξίσου θεαματική αλλαγή πολιτικής, δήλωσε την περασμένη Τετάρτη ότι «η αμερικανική κυβέρνηση πιστεύει πως υπάρχουν άνθρωποι της οργάνωσης του Μπιν Λάντεν Αλ Καΐντα στην Τσετσενία» και ότι «αυτοί οι άνθρωποι θα πρέπει να προσαχθούν στη Δικαιοσύνη». Μια δήλωση που ερμηνεύθηκε ως «πράσινο φως» για την εξαπόλυση νέων ανηλεών εκκαθαριστικών επιχειρήσεων της Μόσχας στην Τσετσενία και το γειτονικό Νταγκεστάν χωρίς τις συνηθισμένες, πλατωνικές αντιδράσεις της Δύσης.
Πέρα όμως από τη σύγκλιση τακτικών συμφερόντων μεταξύ Ρωσίας και ΗΠΑ εναντίον του ισλαμικού φονταμενταλισμού, το να προδικάσει κανείς μια πιο μακροπρόθεσμη, στρατηγικού χαρακτήρα, συμμαχία είναι τουλάχιστον πρόωρο.
Πρώτα απ’ όλα, η Ρωσία έχει ισχυρούς λόγους να φοβάται ότι τα αμερικανικά στρατεύματα που θα σταθμεύσουν στις γειτονικές της δημοκρατίες του Τατζικιστάν, του Ουζμπεκιστάν ή και του Τουρκμενιστάν θα παραμείνουν και μετά το τέλος των επιχειρήσεων εναντίον των Ταλιμπάν, όπως έμειναν στη Σαουδική Αραβία μετά τον πόλεμο του Κόλπου, ή στη Βοσνία και στο Κοσσυφοπέδιο μετά τις αντίστοιχες ΝΑΤΟϊκές επιχειρήσεις. Μια τέτοια εξέλιξη θα ανέτρεπε άρδην τους συσχετισμούς στον άμεσο περίγυρο της Ρωσίας, κάτι που φυσικά δεν είναι διατεθειμένη να ανεχθεί ούτε η πιο αμερικανόφιλη ρωσική κυβέρνηση.
Οι αγωγοί
Μια δεύτερη μεγάλη εκκρεμότητα στο μέτωπο της Κεντρικής Ασίας αφορά το μέγα θέμα των αγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου της Κασπίας. Η Ρωσία επιδιώκει να εξαργυρώσει την όποια βοήθειά της προς τις ΗΠΑ με μια ευνοϊκή διανομή της πίτας. Αυτό σημαίνει ότι οι Αμερικανοί θα πρέπει να προκρίνουν τη διαδρομή των καυσίμων μέσω Ρωσίας και Ιράν έναντι της (οικονομικά λιγότερο συμφέρουσας) διαδρομής μέσω Αζερμπαϊτζάν, Γεωργίας και Τουρκίας. Είναι όμως διατεθειμένη η Ουάσιγκτον να εξοστρακίσει τρεις πιστούς συμμάχους της για χάρη δύο απρόβλεπτων ανταγωνιστών τους; Πολύ αμφίβολο.
Εξίσου σκληρά είναι τα διλήμματα της Ουάσιγκτον στο ευρύτερο διεθνές φόντο: Μια μακροπρόθεσμη συμμαχία με τη Ρωσία προϋποθέτει αφενός μεν την ακύρωση της προς ανατολάς διεύρυνσης του ΝΑΤΟ, αφετέρου δε έναν επώδυνο συμβιβασμό με τη Μόσχα στο επίμαχο θέμα της αντιπυραυλικής άμυνας. Το χειρότερο είναι ότι, όπως έδειξε η πρόσφατη επίσκεψη Πούτιν στο Βερολίνο, η Ρωσία δείχνει να συνδέει τη συμμετοχή της στην αντιτρομοκρατική Σταυροφορία της Δύσης με την επιδίωξη μιας αντιαμερικανικής συσπείρωσης με την Ευρωπαϊκή Ενωση και κυρίως με τη Γερμανία. Η αμερικανική «Ουάσιγκτον Ποστ» δεν έκρυβε την ανησυχία της στο κύριο άρθρο της Παρασκευής όταν έγραφε: «Ο κ. Πούτιν δήλωσε στο γερμανικό Κοινοβούλιο ότι η Ευρώπη θα πρέπει να αναδειχθεί σε ισχυρό, πραγματικά ανεξάρτητο διεθνή πόλο συνδυάζοντας τη δύναμή της με αυτήν της Ρωσίας… Απ’ ό,τι φαίνεται, βρίσκει ευήκοα ώτα. Ο καγκελάριος Σρέντερ δύσκολα έκρυβε τον ενθουσιασμό του, όταν δήλωνε ότι η Δύση πρέπει να επαναπροσδιορίσει τη στάση της στο θέμα της Τσετσενίας και να εξετάσει το ενδεχόμενο ισότιμης συμμετοχής της Ρωσίας στο ΝΑΤΟ»!
Να κλείσει πρώτα η ανοιχτή πληγή στην Παλαιστίνη
Της Μαρίας Σωνίδου
Το κλείσιμο της ανοιχτής πληγής της ισραηλινο-παλαιστινιακής διένεξης αναδεικνύεται, μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις στις ΗΠΑ, σε προτεραιότητα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Αν η Ουάσιγκτον θέλει τη συστράτευση του αραβικού κόσμου στον αγώνα της κατά της τρομοκρατίας οφείλει να ενεργήσει προς την κατεύθυνση της επίλυσης του χρόνιου παλαιστινιακού προβλήματος. Και αυτό ακριβώς έπραξε, μία μόλις εβδομάδα, μετά τις επιθέσεις στη Νέα Υόρκη και την Ουάσιγκτον.
Η ανενεργός γραμμή επικοινωνίας της Ουάσιγκτον με το Τελ Αβίβ και τη Γάζα πήρε ξαφνικά «φωτιά» και υπό τις ασφυκτικές πιέσεις του Κόλιν Πάουελ, ο Γιασέρ Αραφάτ κάλεσε τους Παλαιστινίους να αποφύγουν τις επιθέσεις κατά των Ισραηλινών ακόμη και αν προκληθούν. Ακολούθησε η ανακοίνωση του ισραηλινού στρατού ότι αποσύρει τις δυνάμεις του από τη Δυτική Οχθη και τη Γάζα και άρχισε η αντίστροφη μέτρηση για την επί μακρόν συζητούμενη συνάντηση του Παλαιστινίου ηγέτη με τον Ισραηλινό υπουργό Εξωτερικών Σιμόν Πέρες. Επειτα από τέσσερις συνεχείς αναβολές, η συνάντηση πραγματοποιήθηκε την περασμένη Τετάρτη και οι δύο άνδρες συμφώνησαν να καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για την εδραίωση της εκεχειρίας.
Απλώς περιορίστηκαν
Οι βίαιες συγκρούσεις περιορίστηκαν σημαντικά, αλλά δεν σταμάτησαν. Οπως δεν σταμάτησαν και οι εκκλήσεις των εξτρεμιστικών παλαιστινιακών οργανώσεων της Χαμάς και της Τζιχάντ για συνέχιση του ένοπλου αγώνα κατά της ισραηλινής κατοχής. Υστερα από έναν χρόνο διαρκούς αιματοχυσίας, έπειτα από τόσες απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, είναι άραγε εις θέσιν ο Γιασέρ Αραφάτ να ελέγξει την κατάσταση και να τηρήσει την υπόσχεση για τερματισμό της βίας;
Ωστόσο ερωτήματα υπάρχουν και από την άλλη πλευρά. Ο Αριέλ Σαρόν δεν είναι διατεθειμένος να υποχωρήσει άνευ όρων, δίνοντας την εντύπωση ότι υπέκυψε υπό το βάρος της παλαιστινιακής βίας. Κι αυτό είναι κάτι, που τον φέρνει σε ευθεία αντιπαράθεση με τον υπουργό του των Εξωτερικών, τον μετριοπαθή Σιμόν Πέρες και εταίρο στον κυβερνητικό συνασπισμό. Ο κ. Πέρες έχει φθάσει στα πρόθυρα της παραίτησης, ενώ η ισραηλινή κυβέρνηση μιλά προ πολλού με διπλή γλώσσα, της μετριοπάθειας και της αδιαλλαξίας. Ποια από τις δύο θα αποδειχθεί ισχυρότερη;
Αλλά έστω ότι, κάτω και από τις αμερικανικές πιέσεις, αποκαθίσταται ο δίαυλος επικοινωνίας μεταξύ Ισραηλινών και Παλαιστινίων και δρομολογείται μια διαδικασία ειρήνευσης με απότερο σταθμό τη συνολική διευθέτηση της αραβοϊσραηλινής διένεξης. Είναι αυτή άραγε εφικτή χωρίς και τη συγκατάθεση της Δαμασκού ή της Τεχεράνης; Η Συρία του υιού Ασαντ δεν έχει επιδείξει καμία διάθεση παρέκκλισης από τις αρχές του προηγούμενου καθεστώτος. Δεν είναι διατεθειμένη να επιτρέψει μια διαπραγμάτευση για το Παλαιστινιακό, που θα αφήνει απέξω τα δικά της αιτήματα προς το Ισραήλ για τα Υψώματα του Γκολάν και τη Γαλιλαία. Το Ιράν από την άλλη πλευρά είναι πάντα έτοιμο να υποδαυλίσει τα πάθη και να κινητοποιήσει τις δυνάμεις της φιλοϊρανικής οργάνωσης Χεζμπολάχ, που εδρεύει στον γειτονικό Λίβανο.
Με επιφυλάξεις
Οι δυο χώρες καταδίκασαν την τρομοκρατία, όπως άλλωστε έπραξαν οι πάντες, ακόμη και αυτοί οι Ταλιμπάν του Αφγανιστάν, οι οποίοι φιλοξενούν τον υπ’ αριθμόν ένα ύποπτο για τις επιθέσεις στις ΗΠΑ, Οσάμα Μπιν Λάντεν. Ακρως επιφυλακτική η Δαμασκός, αλλά πιο ανοιχτή η Τεχεράνη, αν και απέκλεισε οποιοδήποτε ενδεχόμενο στρατιωτικής σύμπραξης με τις ΗΠΑ, εμφανίστηκε πρόθυμη να υποστηρίξει μια διεθνή συμμαχία κατά της τρομοκρατίας υπό την σκέπη του ΟΗΕ, κατά την επίσκεψη του Βρετανού υπουργού Εξωτερικών Τζακ Στρο, στην Τεχεράνη, την πρώτη Δυτικού αξιωματούχου από την ισλαμική επανάσταση του 1979. Αν και κατά πόσον αυτή η στήριξη μπορεί να μεταστρέψει και σε ποιο βαθμό τη μέχρι σήμερα πολιτική της έναντι της Δύσης ή του Ισραήλ μένει να αποδειχθεί.
Το μόνο βέβαιο για την Ουάσιγκτον είναι ότι αν θέλει να διατηρήσει την ευκαιριακή προς το παρόν διεθνή συμμαχία της έναντι της τρομοκρατίας οφείλει να κλείσει όσες περισσότερες πληγές του κόσμου έχει ανοίξει, συνήθως, η ίδια.
Ενίσχυση της Ινδίας, αποδυνάμωση του Πακιστάν
Της Ελένης Τριανταφυλλίδη
Ο ιδιότυπος πόλεμος που κήρυξε η Αμερική εναντίον της τρομοκρατίας, εχθρού «αόρατου», αλλά ιδιαίτερα επικίνδυνου, όπως απέδειξε η επίθεση στη Νέα Υόρκη και την Ουάσιγκτον, είχε και μία ευχάριστη, εκ πρώτης όψεως, εξέλιξη για το Πακιστάν, μεσάζοντα μεταξύ της υπερδύναμης και του μεγάλου εχθρού της, του Αφγανιστάν των Ταλιμπάν. Λόγω περιστάσεων, οι ΗΠΑ αποφάσισαν να άρουν τις κυρώσεις τις οποίες είχαν επιβάλει εις βάρος του Πακιστάν, αλλά και εις βάρος του άσπονδου εχθρού τους, της Ινδίας, εξαιτίας του πυρηνικού προγράμματος των δύο χωρών.
Οι κυρώσεις αποσύρθηκαν, δεν φαίνεται, ωστόσο, να έχει οριστικά σβήσει η φωτιά που σιγοκαίει στις σχέσεις των δύο χωρών και που λίγο έλειψε να μετατραπεί σε θρυαλλίδα πολέμου το 1999. Αυτή τη φορά, ωστόσο, το κέντρο βάρους δεν εντοπίζεται μόνο στην αέναη διαμάχη Ινδίας-Πακιστάν για το Κασμίρ, αλλά και στις ενδεχόμενες μεταβολές γεωστρατηγικής φύσεως, οι οποίες ενδέχεται να επέλθουν από την αντιπαράθεση των ΗΠΑ με τον Μπιν Λάντεν και τους Αφγανούς υποστηρικτές του. Και ενδεχομένως οι πιθανές μεταβολές να ανησυχούν το Πακιστάν, σημαντικού παίκτη σε όλη της διάρκεια της αφγανικής περιπέτειας, που έχει ως αφετηρία τη σοβιετική εισβολή το 1979, σταθμό την αποχώρηση των Σοβιετικών το 1989 και «ανάπαυλα» όχι λιγότερο αιματηρή τους Ταλιμπάν. Την κατάληξη δεν την γνωρίζουμε ακόμη.
Η παρούσα διαμεσολάβηση του Πακιστάν δεν σημαίνει ότι η ειδική σχέση του με τους Ταλιμπάν, πνευματικά τέκνα των πακιστανικών μεντρεσέδων περιέπεσε ήδη σε λήθη. Κανείς φυσικά δεν προσάπτει προς ώρας ευθύνες στο Πακιστάν για το «επικίνδυνο» -όπως το χαρακτηρίζουν ορισμένοι- παιχνίδι του με τους φανατικούς ισλαμιστές.
Ωστόσο, η παρούσα κρίση άφησε να διαφανεί μία επιπλέον εξέλιξη, δυσάρεστη για το Πακιστάν, εφόσον αφορά στην αναβάθμιση των σχέσων της Ινδίας με τις ΗΠΑ. Η «συμπάθεια» που εκδηλώθηκε επί Κλίντον, όχι μόνο δεν έσβησε με την αλλαγή στην κορυφή της αμερικανικής εξουσίας, αλλά θα μπορούσε να μετεξελιχθεί σε «αγάπη», επί κυβέρνησης Μπους. Το γεωπολιτικό παιχνίδι στην ευρύτερη περιοχή, παιχνίδι αιώνων, με κανόνες που στάθμισαν στο παρελθόν πρωτίστως η Βρετανία και η Ρωσία, ευνοεί πάντα τις νέες συσπειρώσεις.
Στην προκειμένη περίπτωση η Ινδία του κ. Βασπαγί, με την Κίνα πάντα ως δαμόκλειο σπάθη στο Θιβέτ, «αλληθωρίζει» σαφώς προς την πλευρά των ΗΠΑ, χωρίς να έχει οριστικά εγκαταλείψει την πολύχρονη σχέση, που οικοδόμησε ως πρωταγωνιστής του κινήματος των αδεσμεύτων, με τη Ρωσία. Εάν μάλιστα πιστέψει κανείς πληροφορίες Δυτικών εντύπων, η Ινδία έχει συμμετοχή και στην ενίσχυση της Βόρειας Συμμαχίας, μοχλό για την ανατροπή των Ταλιμπάν.
Ολα αυτά πρέπει να δημιουργούν δυσφορία στο Πακιστάν, χώρα της οποίας το όνομα αποδίδεται σε φοιτητή του Κέιμπριτζ και είναι σύνθεση των λέξεων Παντζάμπ, Αφγανία (βορειοδυτική επαρχία), Κασμίρ, Σιντ, με κατάληξη εμπνευσμένη από το Βελουχιστάν.
Μοιάζει παράδοξο, αλλά οι περισσότερες από τις περιοχές αυτές με τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς διαιρέθηκαν και αποτέλεσαν μόνιμη εστία αιματοχυσίας, όταν ιδρύθηκε το Πακιστάν το 1947, ύστερα από τις επίμονες προσπάθειες του ηγέτη της Μουσουλμανικής λίγκας, Μοχάμεντ Αλί Τζίνα.
Αινιγματική προσωπικότητα ο Τζίνα, ο οποίος πέθανε ένα χρόνο μετά την πακιστανική ανεξαρτησία, ισορρόπησε ανάμεσα στην προσπάθεια της φθίνουσας Βρετανικής Αυτοκρατορίας να εγγράψει τις δικές της, μετα-αποικιακές υποθήκες στην Ινδική Χερσόνησο και στις παρυφές της Κεντρικής Ασίας και στην προσπάθεια του Τζαγουαχαρλάλ Νεχρού να διασφαλίσει ένα αξιοπρεπές μέλλον για την αχανή χώρα του, την Ινδία. Το όραμα του Νεχρού κατέληξε τραγικά με τη δολοφονία της κόρης του Ιντιρα Γκάντι, από τον έμπιστο Σικ φρουρό της, μετά την εισβολή του ινδικού στρατού στο ιερό τέμενος των Σικ στο Αμριτσάρ, την εποχή της εξέγερσης στο Παντζάμπ, το 1984. Ο εγγονός του Ρατζίβ, που διαδέχθηκε τη μητέρα του στην πρωθυπουργία δολοφονήθηκε από γυναίκα – καμικάζι το 1991.
Ο διπλωματικός μαραθώνιος για τη νέα, παγκόσμια συμμαχία
Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου
– «Δεν θα κάνουμε διάκριση ανάμεσα στους τρομοκράτες και σε αυτούς που τους υποθάλπουν», υπόσχεται στο πρώτο του διάγγελμα μετά τις επιθέσεις ο Αμερικανός πρόεδρος, Τζορτζ Μπους.
– Συγκλονισμένοι οι ηγέτες της Δύσης εκφράζουν τον αποτροπιασμό τους και δεσμεύονται ότι θα διεξάγουν συντονισμένο αγώνα κατά της τρομοκρατίας. Στο πλευρό της Ουάσιγκτον συμπαρατάσσονται η Ε.Ε., το Ισραήλ, η Ιαπωνία, η Ρωσία, ακόμη και η Κίνα αποστέλλει ειλικρινή συλλυπητήρια.
Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου
– Η αμερικανική κυβέρνηση, αν και αρχίζει να συνειδητοποιεί το μέγεθος του πλήγματος μόλις την επαύριο της επίθεσης, μοιάζει να αποφεύγει τη λογική μιας άμεσης απάντησης. Ωστόσο, δύο αμερικανικά αεροπλανοφόρα κατευθύνονται στον Περσικό, έτοιμα να δράσουν.
– Η αμερικανική ηγεσία χαρακτηρίζει την πολλαπλή τρομοκρατική επίθεση «πολεμική ενέργεια» και απαιτεί ενεργοποίηση του άρθρου 5 του ΝΑΤΟ, σύμφωνα με το οποίο επίθεση εναντίον μιας χώρας της Συμμαχίας συνιστά επίθεση εναντίον όλων των μελών της.
Πέμπτη, 13 Σεπτεμβρίου
– Στους κόλπους της αμερικανικής κυβέρνησης έχουν αρχίσει να διαφαίνονται δύο αντικρουόμενες απόψεις. Η πρώτη, που εκπροσωπείται από τον υπουργό Εξωτερικών, Κόλιν Πάουελ, προτείνει ψύχραιμη αντίδραση και βασισμένη στις αρχές, που χωρίζουν τις δημοκρατίες από τους τρομοκράτες. Η δεύτερη, με κυριότερο εκπρόσωπο τον υπουργό Αμυνας, Ντόναλντ Ράμσφελντ, επιζητεί τυφλή εκδίκηση και όχι μόνο εναντίον του Αφγανιστάν.
Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου
– Ο Πάουελ μιλάει για «αόρατη απειλή», χαρακτηρίζει τον Μπιν Λάντεν τον «υπ’ αριθμόν ένα» ύποπτο και αποκαλύπτει ότι έχει ζητηθεί από το Πακιστάν να κλείσει τα σύνορα με το Αφγανιστάν. Ωστόσο, αποφεύγει να κάνει λόγο για στρατιωτική επέμβαση, επισημαίνοντας ότι υπάρχουν και άλλα μέσα πίεσης.
– Στο μεταξύ, η Ε.Ε. δηλώνει ότι συμπάσχει με τον αμερικανικό λαό, αλλά στο κοινό ανακοινωθέν των «15» επιχειρείται η διατήρηση της αυτονομίας από τις ΗΠΑ από τον φόβο ενδεχόμενης «υπερβολικής αντίδρασης» εκ μέρους της Ουάσιγκτον.
Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου
– Ο Μπους επισκέπτεται το Μανχάταν και στη συνέχεια αποσύρεται στο Καμπ Ντέιβιντ, προκειμένου να επεξεργασθεί μαζί με τους συνεργάτες του τα σενάρια αντιποίνων.
– Στο πλαίσιο αυτό η αμερικανική κυβέρνηση επιδίδεται σε έναν πυρετό διπλωματικών διαβουλεύσεων και έχει εξασφαλίσει τη συνδρομή του ΝΑΤΟ, την υποστήριξη της Ινδίας, διευκολύνσεις από το Πακιστάν, φραστική υποστήριξη από τη Ρωσία και ανοχή εκ μέρους της Κίνας.
Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου
– Παραπέμποντας σε αφίσες επικηρυγμένων στην Αγρια Δύση, ο Μπους ζητεί τον Μπιν Λάντεν «ζωντανό ή νεκρό». Από την πλευρά του ο Πάουελ συνεχίζει να βαδίζει την οδό της σύνεσης και διαψεύδει ότι υπάρχει τελεσίγραφο τριών ημερών προς τους ηγέτες των Ταλιμπάν να παραδώσουν τον Μπιν Λάντεν.
Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου
– Οι Ταλιμπάν καλούν την Ουλεμά, το συμβούλιο 1.000 θρησκευτικών ηγετών στο Αφγανιστάν να αποφασίσει για την τύχη του Μπιν Λάντεν.
Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου
– Υπό την πίεση των ΗΠΑ, που δεν έχουν την πολυτέλεια για ανοιχτές περιφερειακές συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή, ο Αραφάτ καλεί τους Παλαιστινίους να αποφύγουν επιθέσεις κατά των Ισραηλινών, ενώ οι ισραηλινές δυνάμεις αποσύρονται από τη Δυτική Οχθη και τη Γάζα και ανακοινώνουν εκεχειρία.
– Ο Γάλλος πρόεδρος, Ζακ Σιράκ, επισκέπτεται την Ουάσιγκτον, αλλά αποφεύγει να χρησιμοποιήσει τη λέξη «πόλεμος» κατά της τρομοκρατίας.
Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου
– Ο Βρετανός πρωθυπουργός, Τόνι Μπλερ, είναι ο επόμενος Ευρωπαίος επισκέπτης στην αμερικανική πρωτεύουσα. Στόχος των αλλεπάλληλων επαφών του Μπους είναι η χάραξη μιας κοινής γραμμής της Ε.Ε. με την αμερικανική ηγεσία. Ωστόσο, το Λονδίνο είναι το μοναδικό, το οποίο εξακολουθεί να εκδηλώνει ανεπιφύλακτη αλληλεγγύη, σε αντίθεση με το Παρίσι και το Βερολίνο, που θέτουν όρους για να υποστηρίξουν τις ενέργειες των ΗΠΑ.
– «Ο πόλεμος δεν θα είναι συμβατικός, αλλά διαφορετικός από κάθε άλλη σύρραξη του παρελθόντος», διευκρινίζει ο Μπους. Η πρωτόγνωρη επιχείρηση βαφτίζεται «Απεριόριστη Δικαιοσύνη». Παράλληλα, ο Πακιστανός ηγέτης, στρατηγός Μουσάραφ, διαμηνύει στην εγχώρια κοινή γνώμη ότι ο πόλεμος στο πλευρό των ΗΠΑ είναι προ των πυλών.
Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου
– Οι Ταλιμπάν συστήνουν στον Μπιν Λάντεν να εγκαταλείψει το Αφγανιστάν. Ουδείς πάντως γνωρίζει πού βρίσκεται ο Σαουδάραβας τρομοκράτης.
– Στην ομιλία του ενώπιον του Κογκρέσου ο Μπους κατονομάζει τους υπευθύνους της τραγωδίας, τον Μπιν Λάντεν και την αλ Κέιντα. Ο Μπλερ και ο Σιράκ συμφωνούν εν όψει της Συνόδου Κορυφής της Ε.Ε. ότι οποιαδήποτε στρατιωτική επιχείρηση προϋποθέτει τεκμηρίωση της ευθύνης.
Παρασκευή, 21 Σεπτεμβρίου
– Παρουσία του Μπλερ, ο Μπους κηρύσσει επισήμως τον πόλεμο και θέτει όλες τις χώρες προ του διλήμματος «Ή είστε μαζί μας ή με τους τρομοκράτες».
-Οι ηγέτες της Ε.Ε. χαρακτηρίζουν νόμιμη τη στρατιωτική αντίδραση των ΗΠΑ, αλλά υπογραμμίζουν ότι η επιχείρηση θα πρέπει να είναι «καλά εστιασμένη» και να τελεί υπό την αιγίδα του ΟΗΕ.
Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου
– Η αρμάδα του αμερικανικού στόλου προσεγγίζει τον Κόλπο και η διεθνής κοινή γνώμη αγωνιά για το πρώτο πλήγμα στο Αφγανιστάν, το οποίο όμως αργεί ακόμη.
Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου
– Ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών, Τζακ Στρο, μεταβαίνει στο Ιράν, καθώς η Τεχεράνη αποκτά αναβαθμισμένο ρόλο στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας και η Δύση αποτολμά μια προσέγγιση με τον πάλαι ποτέ αντίπαλό της, για να εξασφαλίσει έστω την ανοχή του. Παράλληλα, η Μόσχα διαβεβαιώνει ότι θα διαθέσει τον εναέριο χώρο της για ανθρωπιστικές αποστολές των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν.
Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου
– Ακόμη και η Βόρειος Κορέα δηλώνει ότι θα συμμετάσχει στην εξάρθρωση της τρομοκρατίας, ενώ το Ιράν συναινεί στην απόδοση στρατιωτικού πλήγματος, υπό τον όρο ότι θα καλύπτεται από διεθνή υποστήριξη.
Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου
– Ο Μπους στρέφεται πλέον και προς τον ΟΗΕ επιδιώκοντας απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας, για να επιτύχει τον έλεγχο της χρηματοδότησης τρομοκρατικών οργανώσεων.
Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου
– Η πολυαναμενόμενη συνάντηση Πέρες και Αραφάτ δημιουργεί νέες ελπίδες για ειρήνευση στη Μέση Ανατολή. Ο Πάουελ προειδοποιεί τα γεράκια στην Ουάσιγκτον ότι αν επιμείνουν στη γραμμή του μαζικού πολέμου, θέτουν σε κίνδυνο το διεθνές μέτωπο κατά της τρομοκρατίας, που περιλαμβάνει και αραβικές χώρες. Η μετριοπαθής του στάση αποδίδει καρπούς, αφού η Μόσχα δηλώνει ότι η κρίση τη φέρνει εγγύτερα στην Ουάσιγκτον, ενώ αξιωματούχος της Σαουδικής Αραβίας εμφανίζεται πρόθυμος να συμπαραταχθεί η χώρα του με τις ΗΠΑ αρκεί να διαμορφωθούν οι συνθήκες για συνεργασία χριστιανών και μουσουλμάνων.
– Την εικόνα αυτή έρχεται να αμαυρώσει ο Ιταλός πρωθυπουργός, Σίλβιο Μπερλουσκόνι, ο οποίος ισχυρίζεται ότι ο δυτικός πολιτισμός είναι ανώτερος του Ισλάμ. Είχε προηγηθεί η χρήση της λέξης «σταυροφορία» από τον Μπους, την οποία έσπευσε να ανακαλέσει το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, λόγω δυσάρεστων, ιστορικών συνειρμών.
Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου
– Οι ΗΠΑ παρακάμπτουν το ΝΑΤΟ και δηλώνουν έτοιμες να συνεργασθούν μόνο με τις χώρες εκείνες, που υποστηρίζουν ανεπιφύλακτα τις ενέργειές τους. «Αν σας χρειαστούμε θα σας φωνάξουμε», είναι η απάντηση της Ουάσιγκτον στα κράτη-μέλη της Συμμαχίας.
– Συμφωνία συνεργασίας συνάπτουν το Πακιστάν και οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες, με στόχο την ανταλλαγή πληροφοριών για τον Μπιν Λάντεν.
– Υπουργοί της βρετανικής κυβέρνησης προειδοποιούν ότι ο Μπιν Λάντεν σχεδίαζε χτυπήματα και στην Ευρώπη. Την ίδια στιγμή ο Μπλερ συναντάται με ηγετικά στελέχη της μουσουλμανικής κοινότητας στη Βρετανία.
Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου
– Μουσουλμάνοι κληρικοί αφικνούνται στο Αφγανιστάν για να πείσουν τους Ταλιμπάν να παραδώσουν τον Μπιν Λάντεν. Η προσπάθεια αποβαίνει άκαρπη.
– Ο Μπερλουσκόνι ζητεί συγγνώμη για τις ατυχείς δηλώσεις του περί ανωτερότητας του δυτικού πολιτισμού.
Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου
– Μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ επιδίδονται σε πυρετό επαφών για να τηρήσουν την προθεσμία, που εκπνέει αύριο, προκειμένου να υιοθετηθεί ψήφισμα για το πάγωμα των καταθέσεων υπόπτων για τρομοκρατία.

