Ο ΚΩΣΤΑΣ ΤΑΧΤΣΗΣ έβλεπε πάντα τις δύο όψεις του νομίσματος σαν συγκοινωνούντα δοχεία. Το υψηλό και το πνευματώδες δεν απέκλειε ποτέ το λαϊκό ή και ποταπό για άλλους. Κάτι που μπορούσε να διαπιστώσει κανείς και στο ίδιο το έργο του συγγραφέα. «Το τρίτο στεφάνι», η κορυφαία και πιο αναγνωρισμένη λογοτεχνική στιγμή του, τόλμησε να χρησιμοποιήσει μια γλώσσα που ακόμα τη δεκαετία του ΄50 και του ΄60 δεν έμπαινε στα βιβλία της ελληνικής λογοτεχνίας. Το μοναδικό μυθιστόρημα του Ταχτσή, βασισμένο στα δικά του βιώματα, γύρισε το βλέμμα σε δύο λαϊκές, αστικές γυναίκες «της γειτονιάς», που μέσα από τα οικογενειακά ευτράπελά τους, σκιαγράφησαν την Ελλάδα του Μεσοπολέμου.
Ο Ταχτσής δεν χωρούσε πουθενά. Εχει απο τα πιο απίθανα βιογραφικά που θα συναντήσει κανείς: υπήρξε από βοηθός σκηνοθέτη στην ταινία «Το παιδί και το δελφίνι» μέχρι μάνατζερ του πιανίστα Τώνη Γεωργίου. Ηταν ωστόσο ένας άνθρωπος που ακόμα και αν βρισκόταν συνεχώς σε κίνηση, αναζητούσε σταθερές.
Ταξίδευε -έγραψε το «Τρίτο στεφάνι» ενόσω έκανε τον γύρο της Ευρώπης με μια Vespa στα τέλη της δεκαετίας του ‘50- και άλλαξε μέσα στα χρόνια διάφορα σπίτια και γειτονιές, χωρίς να φύγει ποτέ από το κέντρο της Αθήνας.
Εμεινε πιστός στη συγγραφή αλλά δεν επέστρεψε ποτέ στην ίδια δομή: έγραψε ποιήματα, μυθιστόρημα, διηγήματα, δοκίμια, κάθε βιβλίο και κάτι διαφορετικό. Ταξίδευε -έγραψε το «Τρίτο στεφάνι» ενόσω έκανε τον γύρο της Ευρώπης με μια Vespa στα τέλη της δεκαετίας του ‘50- και άλλαξε μέσα στα χρόνια διάφορα σπίτια και γειτονιές, χωρίς να φύγει ποτέ από το κέντρο της Αθήνας. Η οποία επανερχόταν και στα γραπτά του: «Η γιαγιά μου η Αθήνα», «Η συμφωνία του Μπραζίλιαν», «Καφενείον “Το Βυζάντιο” και άλλα ποιήματα», ενδεικτικοί τίτλοι βιβλίων του στα οποία η πόλη σαν όλον ή μέρος βρίσκει τον λογοτεχνικό και πάντα αυτοβιογραφικό χώρο της.
Η ακροβασία του Ταχτσή ανάμεσα στη σιγουριά και τον κίνδυνο ήταν και αυτή που απέβει μοιραία στη ζωή του. Ενώ τη μέρα μπορούσε να γράφει και να συναναστρέφεται την αθηναϊκή ιντελιγκέντσια, το βράδυ ζούσε μια ζωή μυστική. Επιδιδόταν σε παρενδυσία και έκανε βόλτες στα στενά γύρω από την οδό Αθηνάς για να αναζητήσει πληρωμένο έρωτα. Το βράδυ της 27ης Αυγούστου του 1988 η αδερφή του τον βρήκε νεκρό στο σπίτι του στον Κολωνό, με γυναικεία ρούχα γύρω του και μια ξανθιά περούκα που φορούσε ακόμα. Ενα άδοξο τέλος και ένα έγκλημα που δεν εξιχνιάστηκε ποτέ.
«Δεν ήταν μια περιπέτεια της πορνείας, αλλά μια περιπέτεια της ψυχής», όπως λέει και ο Τάκης Σπετσιώτης, αναφερόμενος στη σκοτεινή πλευρά του Ταχτσή. Ο Σπετσιώτης μελέτησε τον Ταχτσή, τον έκανε ντοκιμαντέρ, έγραψε για αυτόν, επίσης τον γνώρισε όταν ήταν νεαρός φοιτητής. Ηταν ο κατάλληλος άνθρωπος για να περπατήσουμε μαζί του στην Αθήνα του Ταχτσή, μια Αθήνα των αντιφάσεων, που ξεδιπλώνεται καλύτερα όταν ο ήλιος πέφτει.
