Τι είναι το looksmaxxing και το outmog;
Και πώς γίνεται –ως «αντίδοτο» στην ευαλωτότητα– ένα αγόρι να οδηγείται στον μισογυνισμό; Μήπως η εφηβεία αποτελεί τελικά μια δεύτερη ευκαιρία για να καλυφθούν κενά που δημιουργήθηκαν στα πρώτα χρόνια της ζωής;
Υπάρχουν, άραγε, «οδηγίες χρήσης» για τα αγόρια; Και αν ναι, μήπως έχουμε ξεχάσει να τις ανανεώσουμε;
Στο νέο επεισόδιο με καλεσμένη την παιδοψυχίατρο Σοφία Βγενοπούλου ανοίγουμε μια ουσιαστική συζήτηση για το πώς μεγαλώνουν τα αγόρια σήμερα, μέσα σε έναν κόσμο γεμάτο πρότυπα, πίεση και θυμό, αλλά και μια βαθιά ανάγκη για σύνδεση.
Μια συζήτηση για την ευαλωτότητα, τα όρια και τον ρόλο της οικογένειας αλλά και για το τι μπορούμε να κάνουμε, ώστε να μεγαλώνουμε ανθρώπους με ενσυναίσθηση, σεβασμό και τη δύναμη να συνδέονται ουσιαστικά με τους άλλους – και, κυρίως, με τον εαυτό τους.
Ακούστε εδώ το επεισόδιο:
Οταν η ευαλωτότητα γίνεται αδυναμία
Το τελευταίο διάστημα, περιστατικά βίας μεταξύ εφήβων, αλλά και η ολοένα και πιο έντονη παρουσία διαδικτυακών προτύπων που προωθούν μια σκληρή, κυριαρχική εκδοχή της ανδρικής ταυτότητας φαίνεται να διαμορφώνουν ένα ανησυχητικό πλαίσιο. Μέσα σε αυτό, η ευαλωτότητα συχνά αντιμετωπίζεται ως αδυναμία, ενώ ο θυμός και η επιθετικότητα προβάλλονται ως αποδεκτές ή ακόμη και ως επιθυμητές μορφές έκφρασης. Το ερώτημα που προκύπτει είναι πώς φτάνουν τα αγόρια να υιοθετούν τέτοια πρότυπα και, κυρίως, τι ρόλο καλούνται να παίξουν οι ενήλικοι σε αυτή τη διαδρομή.
Η εφηβεία ως μια δεύτερη ευκαιρία
Η εφηβεία, όσο δύσκολη και αν μοιάζει, μπορεί να λειτουργήσει και ως μια κρίσιμη δεύτερη ευκαιρία. Μια περίοδος κατά την οποία τα παιδιά επιστρέφουν –συχνά ασυνείδητα– σε ερωτήματα που έμειναν ανοιχτά στα πρώτα τους χρόνια: πώς συνδέομαι, πώς εκφράζομαι, πόσο ασφαλές είναι να δείξω αυτό που νιώθω. Πρόκειται για μια φάση έντονων βιολογικών, συναισθηματικών και ψυχικών αλλαγών, όπου η ανάγκη για αυτονομία συνυπάρχει με μια βαθιά ανάγκη για αποδοχή και ένταξη. Σε αυτό το «τέλειο καταιγιστικό» περιβάλλον, ο θυμός, η παρορμητικότητα ή ακόμη και η απομάκρυνση από τους γονείς δεν είναι πάντα ένδειξη απόρριψης, αλλά συχνά τρόποι διαχείρισης μιας εσωτερικής πίεσης που δεν έχει ακόμη βρει… λέξεις να ειπωθεί.
Αν σε αυτή τη φάση τα νέα αγόρια βρουν απέναντί τους ενηλίκους διαθέσιμους να ακούσουν, να αντέξουν και να θέσουν όρια χωρίς να απορρίπτουν, τότε μπορεί να ξαναχτιστεί μια σχέση εμπιστοσύνης. Οχι μέσα από έλεγχο, αλλά μέσα από παρουσία. Αυτή τη σταθερή, καθημερινή συνύπαρξη που δημιουργεί τον χώρο για τις δύσκολες κουβέντες, ακόμη κι όταν το παιδί φαίνεται να αντιστέκεται. Γιατί, ακόμη κι όταν απομακρύνεται, εξακολουθεί να παρατηρεί: τη συνέπεια, τη στάση, τον τρόπο που σχετιζόμαστε.
Αν, αντίθετα, βρεθούν σε περιβάλλοντα που επιβεβαιώνουν την ανάγκη για σκληρότητα και κυριαρχία, η ευαλωτότητα κινδυνεύει να μεταφραστεί σε θυμό και ο θυμός να στραφεί προς τα έξω. Ιδίως σε μια ηλικία κατά την οποία η αυτοεκτίμηση συνδέεται έντονα με την εικόνα, την επιτυχία και την αποδοχή από τους συνομηλίκους, η αποτυχία ή η έκθεση μπορεί να βιωθούν ως απειλή. Σε συνδυασμό με τη σωματική ενέργεια και την παρορμητικότητα της ηλικίας, αυτή η πίεση μπορεί να οδηγήσει σε συμπεριφορές ρίσκου ή σε υιοθέτηση προτύπων που υπόσχονται «δύναμη» μέσα από την κυριαρχία.
Γι’ αυτό και η πρόκληση για τους γονείς δεν είναι να διαχειριστούν το αποτέλεσμα, αλλά να σταθούν δίπλα στη διαδικασία. Να μιλήσουν ανοιχτά ακόμη και για δύσκολα θέματα, πριν τα… αναλάβει ο δημόσιος λόγος ή το Διαδίκτυο. Να αποφεύγουν την απαξίωση και την ντροπή, αναγνωρίζοντας ότι πίσω από τη συμπεριφορά υπάρχει συχνά ένα παιδί που προσπαθεί να καταλάβει τον εαυτό του. Και, κυρίως, να δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου το αγόρι νιώθει ότι γίνεται αποδεκτό όπως είναι – όχι όπως «θα έπρεπε» να είναι.
Ο ρόλος της οικογένειας
Σε αυτό το σημείο, ο ρόλος της οικογένειας γίνεται καθοριστικός – όχι τόσο μέσα από όσα λέγονται, αλλά κυρίως μέσα από όσα βιώνονται καθημερινά. Τα αγόρια παρατηρούν πώς μιλούν οι ενήλικοι μεταξύ τους, πώς διαχειρίζονται τη διαφωνία, πώς εκφράζουν –ή αποφεύγουν– τα συναισθήματά τους. Μέσα από αυτές τις μικρές, σχεδόν αόρατες στιγμές, διαμορφώνεται η εικόνα για το τι σημαίνει σεβασμός, τι σημαίνει δύναμη, τι σημαίνει σχέση.
Την ίδια στιγμή, η ανάγκη των παιδιών να ανήκουν κάπου –να νιώθουν ότι γίνονται αποδεκτά χωρίς να κρίνονται– τα κάνει ιδιαίτερα ευάλωτα σε εξωτερικές επιρροές. Σε ένα ψηφιακό περιβάλλον όπου κυκλοφορούν αφηγήσεις που απλοποιούν την πραγματικότητα και προσφέρουν «εύκολους εχθρούς», όπως συμβαίνει στη λεγόμενη manosphere, τα αγόρια μπορεί να εκτεθούν σε περιεχόμενο που παρουσιάζει τις γυναίκες ως κατώτερες ή απειλητικές και την ανδρική ταυτότητα ως κάτι που πρέπει να επιβεβαιώνεται μέσα από έλεγχο και κυριαρχία.
Η πρόκληση για τους γονείς δεν είναι να έχουν όλες τις απαντήσεις, αλλά να παραμένουν παρόντες. Να αντέχουν τις ερωτήσεις χωρίς βιασύνη να τις «κλείσουν», να θέτουν όρια χωρίς να ακυρώνουν, να δίνουν χώρο χωρίς να αποσύρονται. Και, κυρίως, να καλλιεργούν ένα περιβάλλον σύνδεσης και εμπιστοσύνης, μέσα στο οποίο το παιδί θα μπορεί να επεξεργάζεται όσα βλέπει και ακούει – αντί να τα υιοθετεί άκριτα.
Τι μπορούν να κάνουν οι γονείς στην πράξη
- Να εξερευνούν μαζί με τα παιδιά τους τον ψηφιακό κόσμο
Να δείχνουν ενδιαφέρον για το περιεχόμενο που καταναλώνουν τα παιδιά, χωρίς κριτική διάθεση – ως αφορμή για συζήτηση. - Να ενισχύουν την κριτική σκέψη
Να θέτουν ερωτήματα: «Γιατί σου αρέσει αυτό;», «Από πού προέρχεται αυτή η πληροφορία;» – βοηθώντας τα παιδιά να αμφισβητούν όσα βλέπουν. - Να κάνουν ανοιχτές ερωτήσεις
Χωρίς φόβο ή κριτική: «Πώς μιλάνε τα αγόρια για τα κορίτσια στην τάξη;» – δημιουργώντας χώρο για ειλικρινή διάλογο. - Να ζητούν υποστήριξη όταν χρειάζεται
Η αναζήτηση βοήθειας δεν είναι αποτυχία, αλλά μέρος της φροντίδας.
Ακούστε το επεισόδιο με τίτλο Αγόρια
Ταινίες/σειρές που δίνουν αφορμές για προβληματισμό:
- Adolescence (Εφηβεία)
- Tschick
- The Perks of Being a Wallflower
- Louis Theroux: Inside the Manosphere
Εκεί που χτίζεται η εμπιστοσύνη
Ισως, το πιο ουσιαστικό που μπορούμε να κάνουμε δεν είναι να ελέγξουμε την πορεία των παιδιών μας, αλλά να επενδύσουμε στη σχέση μαζί τους. Να δημιουργήσουμε εκείνο το «απόθεμα» σύνδεσης που τα κάνει να νιώθουν ότι ακούγονται, ότι τα βλέπουμε, ότι έχουν είναι σημαντικά.
Οι έφηβοι ακόμη κι όταν απομακρύνονται δεν παύουν να μας χρειάζονται. Οχι για να τους πούμε τι να κάνουν, αλλά για να είμαστε παρόντες σε μια κουβέντα που δεν έχει απαραίτητα κάποιο σκοπό, σε μια διαδρομή με το αυτοκίνητο, σε μια σιωπή που δεν πιέζει.
Και μέσα από αυτή τη σχέση, να ανοίγουμε χώρο για πραγματικό διάλογο. Οχι μόνο για όρια και κανόνες, αλλά για ευθύνη, για συμμετοχή, για το τι σημαίνει να ανήκεις σε μια κοινότητα και να συμβάλλεις σε αυτήν.
Αυτό που διαμορφώνει έναν νέο άνθρωπο δεν είναι οι κανόνες που του επιβάλλονται, αλλά η σχέση μέσα στην οποία μεγαλώνει. Μια σχέση που αντέχει, που επιμένει, που δίνει χώρο να δοκιμάσει, να αποτύχει, να ξαναπροσπαθήσει.
