Εικόνα συγκράτησης εμφανίζουν οι ελληνικές επιχειρήσεις, οι οποίες παρότι δεν εγκαταλείπουν την προσπάθειά τους για ανάπτυξη, ωστόσο προσαρμόζουν τη στρατηγική τους στις νέες οικονομικές συνθήκες.
Αυτό αποτυπώνεται στην έρευνα EY Entrepreneurship Barometer Ελλάδα 2026, η οποία πραγματοποιήθηκε μεταξύ 2 Φεβρουαρίου και 9 Μαρτίου σε δείγμα 167 Ελλήνων επιχειρηματιών, στο πλαίσιο ευρύτερου ερευνητικού προγράμματος της EY σε 14 χώρες της Βόρειας, Κεντρικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης.
«Η Ελλάδα θα πρέπει να αποκτήσει ένα ουσιαστικό επιχειρηματικό σχεδιασμό προκειμένου να ενισχύσει το παραγωγικό της μοντέλο», σημείωσε ο επικεφαλής της VNK Capital, Βασίλης Κάτσος στο πλαίσιο της χθεσινής παρουσίασης της έρευνας.
Το κλίμα αβεβαιότητας που επικρατεί δεν έχει αφήσει ανεπηρέαστες και τις αποφάσεις που αφορούν το ιδιοκτησιακό μέλλον των εταιρειών.
Το ποσοστό των επιχειρήσεων που σχεδιάζουν προσλήψεις το επόμενο 12μηνο έχει μειωθεί στο 53% έναντι 67% το 2025.
Σχεδόν επτά στους δέκα επιχειρηματίες (69%), έναντι 58% το 2025, δηλώνουν ότι δεν εξετάζουν το ενδεχόμενο να πουλήσουν μέρος της επιχείρησής τους μέσα στους επόμενους δώδεκα μήνες. «Στην Ελλάδα υπάρχει ένα δομικό ζήτημα. Το 95% των επιχειρήσεων απασχολεί κάτω από δέκα άτομα. Αυτό θα πρέπει να αντιμετωπιστεί γιατί διαφορετικά η οικονομία δεν μπορεί να έχει καμία ελπίδα», σημείωσε ο Μάρκος Βερέμης, ιδρυτικός εταίρος της Big Pi Ventures, και πρόσθεσε: «Ο στόχος θα πρέπει να είναι η δημιουργία μεγαλύτερων παραγωγικών μονάδων. Το αντίστοιχο νούμερο στις ΗΠΑ είναι ένας στους δέκα επιχειρηματίες δεν ενδιαφέρεται να πωληθεί».
Από την πλευρά του, ο πρόεδρος του ομίλου Quest Θεόδωρος Φέσσας, αναφέρθηκε στη νοοτροπία της ασφάλειας και του σταθερού εισοδήματος που έχει καλλιεργηθεί διαχρονικά στην ελληνική κοινωνία, κάτι που λειτουργεί ανασταλτικά στη μεγέθυνση της επιχειρηματικότητας. «Η ελληνική οικογένεια δεν μπορεί να αποβάλει αυτή την παγιωμένη αντίληψη, του να προτιμά κάποιος τη σιγουριά και την προστασία. Μπορεί να έχουν αλλάξει τα τεχνολογικά μέσα, τα διαθέσιμα εργαλεία, αλλά αυτό δεν αλλάζει με τίποτα», υπογράμμισε.
Αισθητή είναι η υποχώρηση του ενδιαφέροντος για πώληση σε επενδυτικά κεφάλαια ή funds. Το σχετικό ποσοστό μειώνεται στο 32%, από 48% το 2025, στοιχείο που υποδηλώνει μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα απέναντι σε τέτοιου είδους συμφωνίες και επαναφορά σε πιο παραδοσιακά μοντέλα ιδιοκτησιακής μετάβασης.
Περιορισμένη παραμένει και η πρόθεση για εισαγωγή στο χρηματιστήριο μέσω δημόσιας εγγραφής (19%) ή για πώληση σε ιδιώτη επενδυτή (17%).
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα ευρήματα για τις οικογενειακές επιχειρήσεις, οι οποίες αποτελούν το 59% του δείγματος. Παρά τη σημασία που αποδίδεται στη διαδοχή, η πλειονότητα εξακολουθεί να μη διαθέτει οργανωμένο σχέδιο μετάβασης στη νέα γενιά. Μόλις το 31% δηλώνει ότι έχει καταρτίσει επίσημο σχέδιο διαδοχής, ενώ μόλις το 3% έχει αναθέσει τη σχετική διαδικασία σε εξωτερικούς συμβούλους.
Σε επίπεδο χρήσης νέων τεχνολογιών, η τεχνητή νοημοσύνη αναδεικνύεται στον βασικό μοχλό του ψηφιακού μετασχηματισμού. Η αισιοδοξία για τις δυνατότητες της τεχνητής νοημοσύνης είναι ιδιαίτερα έντονη. Τρεις στις τέσσερις επιχειρήσεις (75%) εκτιμούν ότι μέσα στην επόμενη τριετία η AI θα συμβάλει σημαντικά στην ενίσχυση των επιχειρησιακών λειτουργιών και της παραγωγικότητας, ποσοστό που στις μεγάλες επιχειρήσεις με κύκλο εργασιών άνω των 10 εκατ. ευρώ φθάνει το 85%. Παράλληλα, το 60% θεωρεί ότι η τεχνολογία θα βελτιώσει αισθητά την ποιότητα και την ταχύτητα λήψης επιχειρηματικών αποφάσεων.
Παρά την αυξημένη εμπιστοσύνη στις δυνατότητες της AI, οι επενδύσεις παραμένουν σχετικά περιορισμένες. Το 39% των επιχειρήσεων έχει επενδύσει έως 25.000 ευρώ σε τεχνητή νοημοσύνη και άλλες ψηφιακές τεχνολογίες την τελευταία τριετία, ενώ μία στις πέντε (20%) δεν έχει πραγματοποιήσει καμία σχετική επένδυση. Ωστόσο, διαπιστώνεται σταδιακή μετατόπιση προς μεγαλύτερα επενδυτικά ποσά, καθώς το ποσοστό όσων επένδυσαν από 100.000 έως 250.000 ευρώ αυξήθηκε στο 8% από 5% το 2025, ενώ όσοι ξεπέρασαν τις 250.000 ευρώ διπλασιάστηκαν στο 10%.
Αν και περισσότεροι από τους μισούς επιχειρηματίες (53%) σχεδιάζουν να προχωρήσουν σε προσλήψεις προσωπικού πλήρους απασχόλησης μέσα στους επόμενους δώδεκα μήνες, το ποσοστό αυτό εμφανίζεται αισθητά μειωμένο σε σχέση με το 67% που είχε σημειωθεί το 2025.
Παράλληλα, αυξάνεται το ποσοστό όσων επιλέγουν να διατηρήσουν αμετάβλητο τον αριθμό των εργαζομένων τους. Ενας στους τρεις (32%) δηλώνει ότι δεν σχεδιάζει μεταβολές στο προσωπικό του, έναντι 22% πέρυσι, επιβεβαιώνοντας ότι πολλές επιχειρήσεις στρέφονται πλέον περισσότερο στη βελτίωση της παραγωγικότητας των υφιστάμενων ομάδων παρά στη διεύρυνση του ανθρώπινου δυναμικού.
Την ίδια στιγμή ενισχύεται η χρήση πιο ευέλικτων μορφών απασχόλησης. Οι επιχειρήσεις που σκοπεύουν να συνεργαστούν με περισσότερους εξωτερικούς συνεργάτες αυξάνονται στο 20% από 14% το 2025, ενώ η πρόθεση για προσλήψεις προσωπικού μερικής απασχόλησης διαμορφώνεται στο 6%. Αντιθέτως, οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις με κύκλο εργασιών άνω των 10 εκατ. ευρώ εξακολουθούν να επενδύουν κυρίως σε προσωπικό πλήρους απασχόλησης, καθώς το 68% σχεδιάζει νέες προσλήψεις.
Η ανεύρεση κατάλληλου προσωπικού εξακολουθεί να αποτελεί το σημαντικότερο εμπόδιο για την ανάπτυξη των επιχειρήσεων. Το 69% δηλώνει ότι δυσκολεύεται να εντοπίσει υποψηφίους με τις απαιτούμενες δεξιότητες, ενώ το 51% αντιμετωπίζει προβλήματα στην εύρεση εργαζομένων με την απαραίτητη επαγγελματική εμπειρία.

