Ανάσα σε μικρές εταιρείες τροφίμων από τουρισμό

Ανάσα σε μικρές εταιρείες τροφίμων από τουρισμό

Η τουριστική ζήτηση απορροφά έως το 15% των συνολικών πωλήσεων του κλάδου

Φόρτωση Text-to-Speech...

Σε ισχυρό «αιμοδότη» και σταθερό μοχλό ανάπτυξης για την ελληνική βιομηχανία τροφίμων και ποτών εξελίσσεται ο τουριστικός κλάδος, με τη δομημένη διασύνδεσή τους να παράγει ήδη απτά οικονομικά αποτελέσματα. Αυτή τη στιγμή η τουριστική ζήτηση απορροφά το 10% έως 15% των συνολικών πωλήσεων του κλάδου, προσφέροντας ζωτικό στήριγμα απέναντι στις σύγχρονες πιέσεις κόστους και τις διεθνείς γεωπολιτικές αναταράξεις. Οι διεθνείς επισκέπτες καλύπτουν πλέον το 5% των δυνητικών ημερήσιων καταναλωτών στη χώρα μας, έναντι 3% πριν από μια δεκαετία, ενώ διατηρούν σχεδόν τριπλάσια ημερήσια δαπάνη διατροφής σε σχέση με τους εγχώριους καταναλωτές. Καθώς η διεθνής τουριστική ζήτηση αναμένεται να αυξηθεί κατά 50% την επόμενη δεκαετία και η γαστρονομία αποκτά κεντρικό ρόλο στις προτιμήσεις των ταξιδιωτών, ο τουρισμός λειτουργεί ως μια «εγχώρια εξαγωγική αγορά», προσελκύοντας διεθνή ζήτηση εντός των συνόρων με σαφώς χαμηλότερο κόστος πρόσβασης σε σύγκριση με τις κλασικές εξαγωγές.

H σημασία αυτής της ευκαιρίας αναγνωρίζεται ευρέως, καθώς το 91% των μικρομεσαίων επιχειρήσεων (ΜμΕ) τροφίμων θεωρεί τον τουρισμό βασικό πυλώνα ζήτησης, με το ποσοστό να αγγίζει το 96% στα νησιά και το 83% στα αστικά κέντρα. Η υψηλή αυτή συνειδητοποίηση έχει ήδη μετατραπεί σε ευρεία κινητοποίηση, καθώς τα δύο τρίτα του τομέα έχουν προβεί σε συγκεκριμένες ενέργειες αξιοποίησης της τουριστικής ώθησης. Ειδικότερα, το 56% του κλάδου έχει συνάψει συνεργασίες με ξενοδοχεία ή εστιατόρια, ενώ ένα επιπλέον 7% βασίζεται αποκλειστικά σε δικά του κανάλια προώθησης. Οι νησιωτικές επιχειρήσεις εμφανίζονται σαφώς πιο δραστήριες, με το 72% αυτών να έχει προχωρήσει σε συνεργασίες, έναντι 50% στην υπόλοιπη Ελλάδα, αντανακλώντας την ισχυρότερη εξάρτηση των τοπικών οικονομιών από το τουριστικό προϊόν.

Το 91% των μικρομεσαίων επιχειρήσεων τροφίμων θεωρεί τον τουρισμό βασικό πυλώνα ζήτησης.

Αυτά τα στοιχεία προκύπτουν από ειδική μελέτη της Διεύθυνσης Οικονομικής Ανάλυσης της Εθνικής Τράπεζας (Ιούνιος 2026), η οποία βασίστηκε σε έρευνα πεδίου σε δείγμα μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Σύμφωνα με την Εθνική Τράπεζα, το οικονομικό αποτύπωμα αυτής της διασύνδεσης είναι άμεσο, καθώς οι ΜμΕ τροφίμων που συμπράττουν με τουριστικές επιχειρήσεις τετραπλασιάζουν την πιθανότητα να δουν την τουριστική ζήτηση να συνεισφέρει ουσιαστικά στα έσοδά τους. Μάλιστα, το 65% των συνεργαζόμενων επιχειρήσεων δηλώνει ότι ο τουρισμός αντιπροσωπεύει πλέον πάνω από το 20% των συνολικών τους πωλήσεων, ενώ για το 17% των επιχειρήσεων αυτών η συνεισφορά του τουρισμού ξεπερνάει ακόμη και το 50% των εσόδων τους, ενισχύοντας δραστικά τη χρηματοοικονομική τους εικόνα.

Τα οφέλη εκτείνονται πέρα από τον όγκο πωλήσεων, αγγίζοντας και την κερδοφορία, καθώς το 25% του τομέα επιτυγχάνει ταυτόχρονη άνοδο πωλήσεων και περιθωρίων κέρδους μέσω των συνεργασιών. Παράλληλα, περίπου το 60% καταγράφει μεμονωμένα άμεσα οφέλη, ενώ ένα 12% αποκομίζει έμμεσες θετικές επιδράσεις, κυρίως μέσω ευκαιριών δικτύωσης, ποσοστό που αγγίζει το 20% στα νησιά. Η εξέλιξη αυτή έρχεται να ενισχύσει μια ήδη δυναμική πορεία της ελληνικής βιομηχανίας τροφίμων, η οποία την τελευταία πενταετία κατέγραψε ετήσια άνοδο όγκου παραγωγής κατά 4,5% έναντι μόλις 0,8% στην Ευρώπη, υπεραπόδοση που συνεχίστηκε και το πρώτο τετράμηνο του 2026 με αύξηση 5%. Χαρακτηριστικό είναι ότι ο δείκτης απόδοσης ενεργητικού (ROA) των ελληνικών ΜμΕ τροφίμων αναρριχήθηκε στο 3,7% το 2024 από 0,4% το 2004, κλείνοντας σχεδόν πλήρως την απόκλιση κερδοφορίας από την Ευρώπη. Η μελέτη αποκαλύπτει επίσης ότι δεν υπάρχει μια μοναδική «συνταγή» επιτυχίας, καθώς το 32% του τομέα στηρίζεται σε κινήσεις δικτύωσης, ένα αντίστοιχο 32% στην ποιοτική διαφοροποίηση του προϊόντος (τοπικότητα, πιστοποιήσεις ΠΟΠ) και το 23% στην ανταγωνιστικότητα κόστους. Αντιθέτως, η γεωγραφική εγγύτητα με τουριστικές περιοχές κρίθηκε σημαντική μόνο από το 13%, αποδεικνύοντας ότι η απόσταση δεν αποτελεί εμπόδιο. Πλέον, η βασική πρόκληση μετατοπίζεται από την απλή αναγνώριση της ευκαιρίας στη μετατροπή της σε ένα οργανωμένο και αξιόπιστο κανάλι B2B πωλήσεων μέσω αποτελεσματικών δομών διασύνδεσης, όπως τοπικά food hubs και ψηφιακές πλατφόρμες. Το ζητούμενο για την περαιτέρω ανάπτυξη είναι η ικανότητα κάθε επιχείρησης να μετατρέψει το δικό της πλεονέκτημα σε επαναλαμβανόμενες σχέσεις προμήθειας, μέσα από σταθερή παραγωγή, συνεργατική ικανότητα, επαρκές μέγεθος και επιχειρησιακή ωριμότητα.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT