Λιγότεροι πτυχιούχοι θέλουν να γίνουν εκπαιδευτικοί στην Ελλάδα. Προκύπτει από τον αριθμό των σχετικών αιτήσεων αλλά και από το γεγονός ότι φέτος το υπουργείο Παιδείας αναγκάστηκε να προσλάβει συνταξιούχους δασκάλους για να καλύψει τα κενά.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΑΣΕΠ, φέτος κατέθεσαν αίτηση για να ενταχθούν στους πίνακες για διορισμό σε θέση μονίμου ή πρόσληψη σε θέση αναπληρωτή 136.059 εκπαιδευτικοί. Πριν από μία τριετία, το 2023, όταν ανανεώθηκαν και πάλι οι πίνακες του ΑΣΕΠ, είχαν καταθέσει αίτηση 152.278 πτυχιούχοι. Δηλαδή φέτος υπήρξαν 16.219 λιγότερες αιτήσεις.
Οι μισθοί
Ο βασικός λόγος της μείωσης είναι οικονομικός. «Με εισαγωγικούς μισθούς περί τα 800-900 ευρώ είναι κατανοητό πολλοί πτυχιούχοι να μη θέλουν να μπουν στην εκπαίδευση. Πώς να τα βγάλουν πέρα, ιδίως όταν τοποθετούνται σε σχολεία μακριά από τον τόπο καταγωγής τους, και τα έξοδα για στέγη είναι δυσβάσταχτα» παρατήρησε, μιλώντας στην «Κ», ο Νίκος Φασφαλής, αιρετός εκπρόσωπος της Διδασκαλικής Ομοσπονδίας Ελλάδος (ΔΟΕ) στο Κεντρικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης του υπουργείου Παιδείας.
«Βεβαίως, υπάρχει και η κοινωνική απαξίωση του επαγγέλματος. Το θέμα είναι πολύ σοβαρό για το μέλλον της εκπαίδευσης», πρόσθεσε, υπενθυμίζοντας ότι τα τελευταία χρόνια το υπουργείο αναγκάζεται να κάνει προσλήψεις συνταξιούχων σε κάποιες περιοχές, μέσω τοπικής πρόσκλησης.
Η τοπική πρόσκληση αποτελεί διαδικασία έκτακτης ανάγκης για την κάλυψη λειτουργικών κενών σε σχολεία που δεν κατέστη δυνατόν να καλυφθούν μέσω της κεντρικής διαδικασίας (π.χ. εξάντληση των πτυχιούχων στους πίνακες του ΑΣΕΠ).
Την ίδια στιγμή, πολλοί νέοι επιδιώκουν να εργαστούν στα ιδιωτικά σχολεία τα οποία αναπτύσσονται.
«Εστω κι αν η δουλειά είναι μάλλον μεγαλύτερη σε σχέση με το δημόσιο, είσαι κοντά στο σπίτι σου, ενώ έχεις περισσότερες προοπτικές να βελτιωθείς επαγγελματικά», παρατηρεί στην «Κ» εκπαιδευτικός ιδιωτικού σχολείου. Οσο για την ιδιωτική δευτεροβάθμια εκπαίδευση, πολλοί έχουν και τη διέξοδο στη φροντιστηριακή παιδεία εκτός από το σχολείο.
Από την άλλη, ο κλάδος των εκπαιδευτικών γερνάει. Συγκεκριμένα, οι δύο στους τρεις καθηγητές στα δημόσια σχολεία είναι άνω των 50 ετών (66,5%). Οι εκπαιδευτικοί ηλικίας 40-49 ετών είναι περίπου το 27%, και εκείνοι από 30 έως 39 ετών το 6,5%. Πολύ λίγοι είναι κάτω των 30 ετών.
Ειδικότητες
Με βάση τα στοιχεία του υπουργείου Παιδείας στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, μεταξύ των βασικών ειδικοτήτων, την υψηλότερη μέση ηλικία έχει ο κλάδος των φυσικών (56,54 χρόνια) και ακολουθούν οι γεωλόγοι (54,58 χρόνια), οι χημικοί (54,18 χρόνια), οι μαθηματικοί (53,78 χρόνια), οι φιλόλογοι (52,86 χρόνια).
Μόνο οι ειδικότητες των δασκάλων και των βιολόγων δεν έχουν ξεπεράσει την πέμπτη δεκαετία. Η μέση ηλικία των μονίμων δασκάλων είναι 49,5 χρόνια και των βιολόγων 49,06 έτη. Βεβαίως, υπάρχουν αρκετές μικρότερες ειδικότητες, στις οποίες η μέση ηλικία είναι πολύ υψηλότερη, επειδή δεν γίνονται διορισμοί.
Ανανέωση
Πολύ πιο γρήγορα ανανεώνεται ο κλάδος των εκπαιδευτικών στην πρωτοβάθμια σε σχέση με τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Η γρηγορότερη ανανέωση στην πρωτοβάθμια προκύπτει από τις ηλικίες των εκπαιδευτικών που περιλαμβάνονται στους πίνακες του ΑΣΕΠ.
Στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, οι μισοί (51,5%) που κατέθεσαν αίτηση είναι κάτω των 30 ετών, ενώ το 37,5% είναι 31-40 ετών· συνολικά το 89% των δασκάλων και νηπιαγωγών είναι κάτω των 40 ετών. Αντίστροφα το 11% είναι άνω των 41 ετών.
Αλλωστε, και τα προηγούμενα χρόνια από τους νέους εκπαιδευτικούς που βρήκαν θέση στη δημόσια εκπαίδευση ως αναπληρωτές τυχεροί ήταν οι δάσκαλοι, η μέση ηλικία των οποίων ήταν τα 32,4 έτη. Διορίζονται γρήγορα, συγκριτικά με άλλες ειδικότητες, λόγω των πολλών συνταξιοδοτήσεων τα προηγούμενα χρόνια.
Στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, το 38% των καθηγητών που κατέθεσαν αίτηση ένταξης στους πίνακες του ΑΣΕΠ είναι 41 ετών και άνω, ενώ το 62% κάτω των 40. Μόνο ένας στους πέντε (22,5%) είναι κάτω των 30 ετών και θέλει να εργαστεί σε δημόσιο σχολείο.

