Η ελληνόκτητη ποντοπόρος ναυτιλία ελέγχει όχι μόνο τον μεγαλύτερο σε χωρητικότητα στόλο δεξαμενοπλοίων παγκοσμίως, αλλά και τον μεγαλύτερης αξίας. Στοιχείο που δείχνει την ποιοτική διαφορά με τους ανταγωνιστές της. Παράλληλα, έχει το μεγαλύτερο βιβλίο παραγγελιών ειδικά για νεότευκτα δεξαμενόπλοια. Στοιχείο που δείχνει την εξέλιξη, τον εκσυγχρονισμό και την ενδυνάμωση του στόλου. Τα δεδομένα αυτά καταγράφονται στις πρόσφατες αναλύσεις της Veson και της Clarksons, οι οποίες καταδεικνύουν ότι ο ελληνικός εφοπλισμός διανύει συνολικά την πιο ενεργή περίοδο ναυπηγήσεων από το 2008.
Ειδικότερα, η αξία του εν ενεργεία ελληνόκτητου στόλου δεξαμενοπλοίων υπολογίζεται στα 66,38 δισ. δολάρια, τοποθετώντας την Ελλάδα στην πρώτη θέση του συγκεκριμένου κλάδου. Ακολουθεί η Κίνα με 39,60 δισ. δολάρια, ενώ έπονται η Ιαπωνία με 24,52 δισ., η Σιγκαπούρη με 20,26 δισ. και η Νότια Κορέα με 16,24 δισ. δολάρια. Ταυτόχρονα με την κυριαρχία στα πλοία μεταφοράς ενέργειας, καταγράφεται σημαντική δραστηριότητα ανανέωσης στο σύνολο του εμπορικού στόλου, καθώς μέσα σε διάστημα επτά μηνών πραγματοποιήθηκαν παραγγελίες για 328 νεότευκτα πλοία όλων των τύπων (συμπεριλαμβανομένων φορτηγών, μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων και αερίου), συνολικής αξίας 28,5 δισ. δολαρίων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που αφορούν το σύνολο της ναυτιλιακής βιομηχανίας ανεξαρτήτως τύπου πλοίου, παρότι η Κίνα διατηρεί την πρώτη θέση στον συνολικό όγκο υπό ναυπήγηση χωρητικότητας με 38,5 εκατ. cgt έναντι 25,7 εκατ. cgt της Ελλάδας τον φετινό Απρίλιο, το ελληνικό ναυτιλιακό κεφάλαιο καταγράφει σταθερή δραστηριότητα.
Για το σύνολο του στόλου, η κλιμάκωση των παραγγελιών σημειώθηκε από τον περασμένο Νοέμβριο, όταν καταγράφηκαν συμβόλαια για 56 νεότευκτα όλων των κατηγοριών, ενώ τον Φεβρουάριο δόθηκαν παραγγελίες για 66 πλοία κάθε είδους, εκτιμώμενης αξίας 5,9 δισ. δολαρίων. Τα στοιχεία πιστοποιούν ότι από τις αρχές του έτους οι Ελληνες πλοιοκτήτες έχουν συμβασιοποιήσει περισσότερα νεότευκτα στο σύνολο των κατηγοριών συγκριτικά με τους Κινέζους ανταγωνιστές τους. Επιστρέφοντας όμως ειδικότερα στον στρατηγικό κλάδο των δεξαμενοπλοίων, η πρωτοκαθεδρία είναι αδιαμφισβήτητη, καθώς η συνολική αξία των ελληνικών παραγγελιών αποκλειστικά για τον συγκεκριμένο τύπο πλοίου ανέρχεται στα 39,89 δισ. δολάρια. Το ποσό αυτό υπερβαίνει κατά πολύ την αντίστοιχη αξία των δεξαμενοπλοίων της Κίνας, η οποία βρίσκεται στη δεύτερη θέση με παραγγελίες ύψους 9,52 δισ. δολαρίων. Στις επόμενες θέσεις για τα δεξαμενόπλοια κατατάσσονται η Σιγκαπούρη με 8,61 δισ. δολάρια, το Χονγκ Κονγκ με 5,13 δισ. δολάρια και το Ηνωμένο Βασίλειο με 5,08 δισ. δολάρια.
Ο ελληνικός εφοπλισμός διανύει συνολικά την πιο ενεργή περίοδο ναυπηγήσεων από το 2008, σύμφωνα με τις αναλύσεις των Veson και Clarksons.
Στο βιβλίο παραγγελιών δεξαμενοπλοίων του 2026, εκτός από τα μεγάλα πλοία τύπου VLCC που ανέρχονται σε 139, καταγράφονται επίσης παραγγελίες για 100 πλοία τύπου Suezmax και 46 τύπου Aframax, γεγονός που αντανακλά τη σταθερή ζήτηση αποκλειστικά για τη μεταφορά πετρελαίου.
Παράλληλα, ειδικά στην αγορά των δεξαμενοπλοίων, οι Ελληνες πλοιοκτήτες δραστηριοποιούνται έντονα στην αγορά μεταχειρισμένων, πωλώντας παλαιότερες μονάδες σε τιμές συγκρίσιμες με τον κύκλο του 2008 και επανεπενδύοντας κεφάλαια άνω του 1 δισ. δολαρίων σε σύγχρονο τονάζ μεταφοράς υγρών φορτίων.
Η σαφής εστίαση στα δεξαμενόπλοια στο πλαίσιο των συνολικών επενδύσεων τεκμηριώνεται από το γεγονός ότι αυτά αντιπροσώπευαν το 45% του αριθμού και το 49% της αξίας του συνόλου των ελληνικών παραγγελιών για κάθε τύπο πλοίου κατά την περίοδο από τον Οκτώβριο έως τα μέσα Μαΐου.
Η σταθερή παρουσία της ελληνικής ναυτιλίας στον τομέα της μεταφοράς ενέργειας αποτυπώνεται και στις διεθνείς οικονομικές και εμπορικές σχέσεις. Αναφορικά με το ζήτημα αυτό, ο Βολζ Τζόσουα, ειδικός απεσταλμένος του υπουργείου Ενέργειας των ΗΠΑ, πριν από λίγες μέρες σημείωσε χαρακτηριστικά ότι περίπου το 30% των πλοίων που μεταφέρουν ενέργεια παγκοσμίως ανήκει σε ελληνικά συμφέροντα, ενώ παράλληλα το 30% της ενέργειας που διοχετεύεται στις παγκόσμιες αγορές προέρχεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Οπως τόνισε, οι αριθμοί αυτοί αρκούν προκειμένου να καταστεί σαφής η δυναμική της σχέσης μεταξύ της αμερικανικής αγοράς ενέργειας και της ελληνικής ναυτιλιακής βιομηχανίας.

