Κλοπές και διαρρήξεις, διακίνηση ναρκωτικών και απάτες, συμπεριλαμβανομένων των διαδικτυακών, αποτέλεσαν τις βασικές δράσεις του οργανωμένου εγκλήματος στην Ελλάδα το 2024, σύμφωνα με την πρόσφατη έκθεση της ΕΛ.ΑΣ. για το σοβαρό και το οργανωμένο έγκλημα. Στη χώρα δραστηριοποιήθηκαν 510 εγκληματικές ομάδες, απαρτιζόμενες στο σύνολο τους από 3.469 μέλη – περισσότερες από μία στις δύο (51,96%) είναι εγχώριες. Από τις αλλοδαπές εγκληματικές ομάδες, κυρίαρχο ρόλο είχαν οι βουλγαρικές (29,2%), ακολουθούμενες από τις αλβανικές (26,28%). Υπολογίζεται ότι από τις εγκληματικές τους δραστηριότητες οι ομάδες αποκόμισαν κέρδος που υπερβαίνει τα 181 εκατ. ευρώ, με το μεγαλύτερο μέρος να προέρχεται από την παράνομη διακίνηση ναρκωτικών και ύστερα από τις απάτες, τις κλοπές, το λαθρεμπόριο, την αρχαιοκαπηλία κ.ά.
Οσον αφορά την παράνομη διακίνηση ναρκωτικών, σημειώνεται η πρωτοκαθεδρία της ελληνικής υπηκοότητας, η οποία εξηγείται από τους συγγραφείς της έκθεσης ως αναγκαία για τους εγκληματίες χάρη στην εξασφάλιση της επιχειρησιακής υποστήριξης και στη μείωση του ρίσκου εντοπισμού λόγω της γλωσσικής και πολιτισμικής εξοικείωσης. Ακολουθούν οι Αλβανοί υπήκοοι. Λόγω γεωγραφικής θέσης, η Ελλάδα συνιστά κατά βάση χώρα διέλευσης για τη θαλάσσια μεταφορά της κοκαΐνης και της ηρωίνης, μεταξύ άλλων ουσιών, αποτελώντας σημαντικό κρίκο στην εφοδιαστική αλυσίδα προς άλλες αγορές της Ευρώπης. Παρότι το 2024 κατασχέθηκαν 37,63% λιγότερα χιλιόγραμμα κοκαΐνης σε σχέση με το 2023, η ΕΛ.ΑΣ. τονίζει πως αυτό δεν συνιστά απαραίτητα και μείωση των συνολικών ροών διακίνησης. «Αντιθέτως, μπορεί να αποτελεί ένδειξη μετατόπισης των οδών διακίνησης προς λιγότερο ελεγχόμενα σημεία εισόδου ή επιτυχούς στόχευσης εξαιρετικά μεγάλων φορτίων το (2023)».
Κλοπές, ληστείες
Σε κλοπές – διαρρήξεις, ληστείες και κλοπές τροχοφόρων το 2024 μετείχαν 195 εγκληματικές ομάδες – η πλειονότητα (68,72%) αυτών ήταν εγχώριες, με τα περισσότερα μέλη τους (61,25%) να είναι Ρομά. Πιο συγκεκριμένα, 76,26% των εγκληματικών ομάδων που διέπραξαν κλοπές ή διαρρήξεις το 2024 ήταν εγχώριες, ενώ 76,69% των μελών των συγκεκριμένων ήταν άτομα Ρομά. Από τις αλλοδαπές ομάδες, κυρίαρχες ήταν οι αλβανικές, οι γεωργιανές και οι ρουμανικές.

Παρόμοια είναι η εικόνα και όσον αφορά τις ληστείες, με τις εγχώριες ομάδες να είναι κατά βάση (77,28%) υπεύθυνες, αλλά η συμμετοχή ατόμων Ρομά είναι μικρότερη, καθώς αποτέλεσαν το 25,53% επί του συνόλου των μελών των εγχώριων ομάδων. Συντριπτικό ποσοστό ημεδαπών ήταν υπεύθυνο και για εκβιάσεις.
Ανάλογη είναι η εικόνα και στις οργανωμένες απάτες –οι οποίες αυξήθηκαν κατά 11,22% σε σχέση με το 2023–, με κυριότερες υπηκοότητες προέλευσης των μελών των εγκληματικών ομάδων να είναι η ελληνική και η βουλγαρική, ακολουθούμενες από την αλβανική και την ουκρανική. «Ο υψηλός ρυθμός ανάπτυξης του ψηφιακού μετασχηματισμού, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ικανό ποσοστό του πληθυσμού μπορεί να χαρακτηρισθεί ως “στερούμενο ψηφιακού αλφαβητισμού”, ευνόησε ακόμη περισσότερο την ανάπτυξη της εν λόγω εγκληματικής δραστηριότητας», αναφέρει η ΕΛ.ΑΣ.
Οι οργανώσεις αποκόμισαν κέρδος άνω των 181 εκατ. ευρώ, με το μεγαλύτερο μέρος να προέρχεται από την παράνομη διακί- νηση ναρκωτικών.
Αλλες εγκληματικές δραστηριότητες αφορούσαν την παραχάραξη (αύξηση σχεδόν 5% σημειώθηκε σε περιπτώσεις κυκλοφορίας πλαστών νομισμάτων) και την πλαστογραφία. Η τελευταία σχετίστηκε τόσο με πλαστά έγγραφα αλλοδαπών όσο και με εγκληματικές οργανώσεις που χρησιμοποίησαν εταιρείες ταχυμεταφορών για την αποστολή δεμάτων με πλαστά έγγραφα, εταιρείες μεταφοράς χρημάτων για παράνομα οικονομικά οφέλη ή αεροπορικές εταιρείες από τις οποίες εκδίδονται εισιτήρια με τη χρήση ψευδών στοιχείων επιβατών και πλαστογραφημένων ταξιδιωτικών εγγράφων, με σκοπό την έξοδο από τη χώρα.
Αύξηση κατά 13,33% σημειώθηκε και στην αρχαιοκαπηλία, δράση κατά την οποία πρωτοστατούν και πάλι οι ημεδαποί – 75,45% των δραστών έχουν ελληνική υπηκοότητα. Ταυτόχρονα, αυξήθηκαν και οι υποθέσεις νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, κατά 19,51% σε σχέση με το 2023.
Σύμφωνα με την έκθεση, οι μεταβολές στην οικονομία αποτελούν έναν από τους βασικούς παράγοντες που επηρεάζουν την ανάπτυξη του οργανωμένου εγκλήματος. «Η οικονομική ύφεση και η υψηλή κερδοφορία συγκεκριμένων παράνομων δραστηριοτήτων, όπως η διακίνηση μεταναστών, ναρκωτικών, το λαθρεμπόριο και οι απάτες, διευκολύνουν τόσο την εξάπλωση παραβατικών συμπεριφορών για οικονομικό όφελος όσο και τη στρατολόγηση νέων μελών από ανειδίκευτα ή αποκλεισμένα από τη νόμιμη αγορά άτομα», τονίζει η ΕΛ.ΑΣ. Η παραοικονομία, συμπληρώνει, ανθεί καθώς η υψηλή φορολόγηση και τα πρόσθετα τέλη σε προϊόντα όπως καύσιμα και αλκοόλ ενθαρρύνουν παραβατικές πράξεις και ενισχύουν τη ζήτηση φθηνότερων, παράνομων προϊόντων. Ταυτόχρονα, οι εγκληματικές οργανώσεις εκμεταλλεύονται νομοθετικά κενά και ελλείψεις, όπως «είναι οι νόμοι για την αποσυμφόρηση σωφρονιστικών καταστημάτων και η μετατροπή σοβαρών αδικημάτων σε πλημμελήματα που οδηγούν σε αποφυλακίσεις και διατηρούν αλώβητη τη δομή τους». Η υποστελέχωση και η γραφειοκρατία στις διωκτικές αρχές, αλλά και η έλλειψη ενιαίων πληροφοριακών συστημάτων και αυστηρών συνοριακών ελέγχων, ευνοούν την ανάπτυξη και την ατιμωρησία των εγκληματικών ομάδων.
Ο ρόλος της διαφθοράς
Δεν έγκειται μόνο στα παραπάνω η ευθύνη του κράτους. «Η διαφθορά σε δημόσιες υπηρεσίες και η ελλιπής προστασία πολιτιστικών αγαθών, π.χ. στην αρχαιοκαπηλία, δημιουργούν πρόσθετες ευκαιρίες δράσης», αναφέρει η ΕΛ.ΑΣ. Από το 2020 μέχρι το 2024, κάθε χρόνο σημειώνεται ένας μικρός αριθμός υποθέσεων διαφθοράς – από 8 μέχρι 11. Πιο συνήθης είναι η «ευκαιριακή διαφθορά κυρίως σε κατώτερα στελέχη της δημόσιας διοίκησης που ασκείται με τον χρηματισμό τους, και παράλληλα, ως μέλη εγκληματικών ομάδων, όπου πέρα από χρηματισμό, αποκομίζουν και μέρος των κερδών», συμπληρώνει η έκθεση. Οι διεφθαρμένοι κρατικοί υπάλληλοι προέρχονται από όλες τις κρατικές διωκτικές αρχές –ΕΛ.ΑΣ., Λιμενικό Σώμα – Ελληνική Ακτοφυλακή, Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, υπάλληλοι ΟΤΑ–, λέει η Αστυνομία, τονίζοντας ότι αυτό αναδεικνύει την ευκολία διείσδυσης των εγκληματιών σε όλες τις κρατικές υπηρεσίες, ανάλογα με τον στόχο που θέλουν να επιτύχουν. «Αντίθετα», εξηγεί η Αστυνομία, «η μείωση γραφειοκρατίας στις οικονομικές συναλλαγές, η ενίσχυση του νομικού πλαισίου και η κατάλληλη εκπαίδευση των διωκτικών αρχών στην αντιμετώπιση ειδικών αδικημάτων συμβάλλουν στην αποτροπή και εξάρθρωση εγκληματικών οργανώσεων».

