Την ώρα που σε όλη την Ευρώπη οι κυβερνήσεις υιοθετούν κίνητρα για να στρέψουν τα μέσα νοικοκυριά στην αποταμίευση μέσω επενδύσεων, στην Ελλάδα η εικόνα παραμένει εντελώς διαφορετική. Οι περισσότεροι Ελληνες εξακολουθούν είτε να αφήνουν τα χρήματά τους «παρκαρισμένα» σε τραπεζικές καταθέσεις με χαμηλές αποδόσεις είτε να τα κατευθύνουν σχεδόν αποκλειστικά στην αγορά ακινήτων, αντιμετωπίζοντας το Χρηματιστήριο και τα επενδυτικά προϊόντα με δυσπιστία από το τραύμα της περιόδου 1999-2000.
Την ίδια στιγμή, όμως, άλλες ευρωπαϊκές χώρες –11 συνολικά, και κυρίως η Γαλλία, η Σουηδία και η Ιταλία– χτίζουν εδώ και δεκαετίες μια διαφορετική κουλτούρα, προσφέροντας φορολογικά κίνητρα, αφορολόγητα κέρδη και ειδικούς επενδυτικούς λογαριασμούς που ανταμείβουν όσους αποταμιεύουν μακροπρόθεσμα, τοποθετώντας μέρος των χρημάτων τους σε μετοχές, αμοιβαία κεφάλαια και επιχειρήσεις. Σύμφωνα με μελέτη του ΙΟΒΕ, οι επενδύσεις των ελληνικών νοικοκυριών σε μετοχές και επενδυτικά κεφάλαια αντιστοιχούν μόλις στο 18,9% του ΑΕΠ, όταν ο μέσος όρος στην Ε.Ε. φτάνει το 35,4%, δηλαδή σχεδόν διπλάσιο επίπεδο.
Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι η Γαλλία, όπου το πρόγραμμα PEA λειτουργεί ήδη από το 1992 και έχει εξελιχθεί σε έναν από τους βασικούς μηχανισμούς διοχέτευσης αποταμιεύσεων προς τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις. Σήμερα περισσότεροι από 7 εκατ. Γάλλοι διαθέτουν τέτοιους λογαριασμούς, με το συσσωρευμένο κεφάλαιο να φτάνει τα 114 δισ. ευρώ ή περίπου το 3,6% του ΑΕΠ της χώρας. Στην Ιταλία, το αντίστοιχο πρόγραμμα PIR σχεδιάστηκε το 2017 με στόχο τη χρηματοδότηση των ιταλικών μικρομεσαίων επιχειρήσεων μέσω ιδιωτικών αποταμιεύσεων και μέσα σε λίγα χρόνια συγκέντρωσε κεφάλαια που προσεγγίζουν τα 19 δισ. ευρώ.
Την εμπειρία άλλων κρατών κατέγραψε το ΙΟΒΕ στη μελέτη με τίτλο «Αποταμιευτικοί λογαριασμοί νοικοκυριών για επενδύσεις στην κεφαλαιαγορά», η οποία παρουσιάστηκε χθες σε κοινή εκδήλωση με την Euronext Athens παρουσία και του γενικού διευθυντή πολιτικής και μέλους του Δ.Σ. της Euronext, Γιάκουμπ Μίχαλικ. Η μελέτη προτείνει τη δημιουργία δύο συμπληρωματικών αποταμιευτικών προγραμμάτων για τον ευρύ πληθυσμό:
• Εναν ατομικό Αποταμιευτικό Επενδυτικό Λογαριασμό (ΑΠΕΛ) για μακροπρόθεσμες επενδύσεις σε χαρτοφυλάκια κινητών αξιών που πληρούν ορισμένα χαρακτηριστικά. Η συμμετοχή των ιδιωτών είναι προαιρετική και θα συνδέεται με έκπτωση φόρου, η οποία αυξάνεται με τον βαθμό συμμετοχής, καθώς και με τον χρόνο διακράτησης, έως και 5 έτη.
• Εναν Παιδικό Αποταμιευτικό Επενδυτικό Λογαριασμό (ΠΑΠΕΛ) με τη γέννηση κάθε παιδιού, με πόρους που επενδύονται μακροπρόθεσμα σε επιλεγμένα χαρτοφυλάκια παρόμοια με τον ΑΠΕΛ. Οι γονείς θα μπορούν να εισφέρουν επιπλέον καταθέσεις κάθε χρόνο στον λογαριασμό του ανηλίκου, για τις οποίες λαμβάνουν κρατική επιβράβευση με επιπλέον μεταβιβάσεις στον ίδιο λογαριασμό. Οι πόροι του λογαριασμού θα μπορούν να χρησιμοποιηθούν χωρίς καμία φορολογική επιβάρυνση μόνο όταν το παιδί ενηλικιωθεί. Η πρόταση έτσι έχει συνέργειες και με τις πολιτικές άμβλυνσης των δημογραφικών προκλήσεων.
Στην τοποθέτησή του ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ Νίκος Βέττας υπογράμμισε ότι μέσω της πρότασης «επιτυγχάνονται πολλαπλοί συμπληρωματικοί στόχοι. Τονώνεται η αδύναμη αποταμίευση των ελληνικών νοικοκυριών, ενισχύεται η ανθεκτικότητα της μεσαίας τάξης, καθώς επίσης καλλιεργείται αποταμιευτική κουλτούρα και οικονομική παιδεία». Ο διευθύνων σύμβουλος και μέλος του Δ.Σ. της Euronext Athens χαρακτήρισε τη συγκυρία ευνοϊκή λόγω της πρωτοβουλίας της Ε.Ε. για την Ενωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων (Savings and Investments Union – SIU) και δήλωσε αισιόδοξος ότι έπειτα από συνεννόηση με την πολιτεία «μπορεί να υιοθετηθεί εντός του 2026». Η ευρωπαϊκή πρωτοβουλία στοχεύει στη διοχέτευση ευρωπαϊκών αποταμιεύσεων έως και 10 τρισ. που είναι σήμερα σε τραπεζικές καταθέσεις σε παραγωγικές επενδύσεις. Σύμφωνα με τη μελέτη του ΙΟΒΕ, κάθε 1 ευρώ δημοσιονομικού κόστους για την εφαρμογή των κινήτρων μπορεί να συντελέσει σε μέση ετήσια αύξηση του πραγματικού εθνικού εισοδήματος κατά έως και 2 ευρώ σε βάθος πενταετίας, ενώ με μέσο ετήσιο δημοσιονομικό κόστος περίπου 100 εκατ., οι καθαρές νέες επενδύσεις στην οικονομία εκτιμάται ότι μπορούν να ξεπεράσουν τα 300 εκατ. ετησίως.
Ως κρίσιμα για την επιτυχή εφαρμογή της πρότασης, η μελέτη τονίζει τρία χαρακτηριστικά που έχουν αναδειχθεί από τη διεθνή εμπειρία. Το πρώτο είναι η απλότητα, καθώς ο λογαριασμός χρειάζεται να είναι χρηστικός για ένα μέσο νοικοκυριό (π.χ. σύνδεση με λογαριασμό μισθοδοσίας, με άμεση online ενημέρωση), να υπάρχει πλήρης διαφάνεια στις κινήσεις και αποδόσεις του, καθώς και δυνατότητα φορητότητας, δηλαδή εύκολης και χωρίς κόστος μεταβίβασης μεταξύ εναλλακτικών παρόχων. Το δεύτερο είναι η ευελιξία σχετικά με την επιλογή παρόχων και διαχειριστών από τον χρήστη, καθώς και η επιλογή στοιχείων ενεργητικού μεταξύ πιστοποιημένων προϊόντων και διαχειριστών. Το τρίτο είναι τα κατάλληλα κίνητρα, έτσι ώστε να χαρακτηρίζονται από αποτελεσματική παραμετροποίηση προς όφελος της μεσαίας τάξης.

