Εως και πριν από λίγους μήνες, ο Φρίντριχ Μερτς και ο Κιρ Στάρμερ δεν έδειχναν να έχουν και πολλά κοινά, ούτε να μοιάζουν ιδιαίτερα. Οι διαφορετικές καταβολές τους τούς κατέτασσαν, άλλωστε, σε ανταγωνιστικά πολιτικά στρατόπεδα. Ο Στάρμερ ήταν ένας –άθεος– κεντροαριστερός δικηγόρος από το κεντρικό Λονδίνο, που ήδη από την εφηβεία του είχε ενταχθεί στο κόμμα που ψήφιζαν οι γονείς του: εν προκειμένω στο Εργατικό (Labour).
Ο Μερτς από την άλλη πλευρά ήταν ένας –καθολικός στο θρήσκευμα– κεντροδεξιός δικηγόρος από τη Δυτική Γερμανία που είχε κι αυτός ήδη από την εφηβεία του ενταχθεί στο κόμμα που ψήφιζαν οι γονείς του: εν προκειμένω στο Χριστιανοδημοκρατικό (CDU).
Ορμώμενοι από διαφορετικές αφετηρίες, οι δύο άνδρες κινήθηκαν επί δεκαετίες σε διαφορετικές κατευθύνσεις, προτού βρεθούν αμφότεροι τα τελευταία δύο χρόνια στην εξουσία.
Ο Κιρ Στάρμερ είδε τον Ιούλιο του 2024 το κόμμα του να σαρώνει στις βουλευτικές εκλογές στο Ηνωμένο Βασίλειο, διπλασιάζοντας τις έδρες του από 202 σε 411, σε σύνολο 650. Επειτα από 14 συναπτά έτη συντηρητικής διακυβέρνησης, οι Εργατικοί ήταν και πάλι στην εξουσία και μάλιστα διατηρώντας την απόλυτη πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο: με διαφορά σχεδόν 180 εδρών από το δεύτερο κόμμα των Συντηρητικών/Τόρις. Ειρήσθω εν παρόδω, σε εκείνες τις εκλογές του 2024 το εθνολαϊκιστικό Reform UK του Νάιτζελ Φάρατζ είχε καταφέρει να εκλέξει μόλις 5 βουλευτές, πλήθος ασήμαντο μπροστά στους περισσότερους από 400 των Εργατικών.
Επιδόσεις
Για τον Φρίντριχ Μερτς από την άλλη πλευρά η νίκη που κατήγαγαν οι Γερμανοί Χριστιανοδημοκράτες στις ομοσπονδιακές εκλογές τον Φεβρουάριο του 2025 ήταν ευπρόσδεκτη μεν, αλλά κάθε άλλο παρά συντριπτική. Αν και νικηφόρο, εκείνο το 28,5% του CDU ήταν η δεύτερη χειρότερη επίδοση για τους Χριστιανοδημοκράτες στα ομοσπονδιακά χρονικά. Ειρήσθω εν παρόδω, η εθνολαϊκιστική Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) είχε έρθει δεύτερη σε εκείνες τις κάλπες εξασφαλίζοντας ποσοστό κοντά στο 21%, το υψηλότερο που είχε λάβει ποτέ σε εθνικό/ομοσπονδιακό επίπεδο.
Μερτς και Στάρμερ πέτυχαν σημαντικές εκλογικές νίκες την περίοδο 2024-2025, αμφότεροι αξιοποιώντας τις πολύ κακές επιδόσεις των τότε μεγάλων αντιπάλων τους. Με την εκλογική κατάρρευσή τους το 2024 οι Τόρις του Ρίσι Σούνακ «ανέβασαν» τον Στάρμερ, ενώ λίγους μήνες αργότερα με τη δική τους εκλογική κατάρρευση οι Σοσιαλδημοκράτες (SPD) του Ολαφ Σολτς θα «ανέβαζαν» τον Μερτς.
Το μέλλον του Βρετανού πρωθυπουργού στην εξουσία φαντάζει εξαιρετικά αμφίβολο έπειτα από τις χθεσινές παραιτήσεις υπουργών.
Ωστόσο πλέον λιγότερα από δύο χρόνια μετά, οι Στάρμερ και Μερτς κινδυνεύουν να έχουν την τύχη των Σούνακ και Σολτς αντίστοιχα. «Χτυπημένος» από σκάνδαλα (Μάντελσον), επίμονες προκλήσεις (κόστος ζωής, μεταναστευτικό) και (πρόσφατες εκλογικές) επιδόσεις πολύ κατώτερες των προσδοκιών, ο 63χρονος Στάρμερ βρίσκεται πια αντιμέτωπος με μια εσωκομματική ανταρσία που μένει να φανεί εάν θα καταφέρει να τον οδηγήσει σε πρόωρη έξοδο. Πάνω από 85 βουλευτές των Εργατικών (περίπου το 20% δηλαδή της κοινοβουλευτικής ομάδας) τού ζητούν είτε να παραιτηθεί άμεσα είτε να ανοίξει τον δρόμο για τη διαδοχή του με ορίζοντα εκλογής νέας ηγεσίας τον Σεπτέμβριο, οπότε είναι προγραμματισμένο να διεξαχθεί το ετήσιο συνέδριο των Εργατικών.
Εκτός κυβέρνησης
Εν μέσω εντεινόμενης εσωκομματικής εξέγερσης, κατεγράφησαν χθες και οι πρώτες παραιτήσεις υπουργών και υφυπουργών (Τζες Φίλιπς, Μιάτα Φανμπουλέ, Αλεξ Ντέιβις Τζόουνς, Ζουμπίρ Αχμεντ). Ο ίδιος ο Στάρμερ, ωστόσο, επανέλαβε ενώπιον του υπουργικού συμβουλίου ότι δεν προτίθεται να παραιτηθεί. Το ερώτημα πια είναι εάν θα μπορέσει να κρατηθεί στην ηγεσία υπό αυτές τις συνθήκες και για πόσο ακόμη. Πάντως οι επόμενες γενικές εκλογές κανονικά αναμένονται στη Βρετανία το 2029, ενώ σύμφωνα με τις μετρήσεις της YouGov το ποσοστό της δημοτικότητας του Στάρμερ έχει πια υποχωρήσει στο 19%.
Σε επιδεινούμενη θέση δείχνει να βρίσκεται ωστόσο και ο Φρίντριχ Μερτς, ο οποίος είναι ήδη λιγότερο δημοφιλής από ό,τι ήταν ο προκάτοχός του Ολαφ Σολτς έπειτα από ένα χρόνο στην καγκελαρία. Σύμφωνα με πρόσφατες μετρήσεις (DeutschlandTrend), μόνο το 24% των Γερμανών θεωρεί ότι ο Μερτς μπορεί να επαναφέρει σε ανοδική τροχιά τη γερμανική οικονομία, μόνο το 14% ότι αυτός «επικοινωνεί (σ.σ. με τους πολίτες) κατά τρόπο αποτελεσματικό» και μόνο το 44% ότι η νυν ομοσπονδιακή κυβέρνηση πρέπει να ολοκληρώσει την τετραετία της τρέχουσας θητείας της, που κανονικά φθάνει έως το 2029. Την ίδια ώρα, το 86% δηλώνει δυσαρεστημένο με το έργο του κυβερνητικού συνασπισμού.
Ενα χρόνο μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, ο Μερτς είδε την υποστήριξη στο πρόσωπό του να υποχωρεί στο 16%, το χαμηλότερο ποσοστό που έχει ποτέ καταγράψει η εταιρεία δημοσκοπήσεων Infratest Dimap για εν ενεργεία καγκελάριο. Σύμφωνα με τη σχετική σφυγμομέτρηση (Deutschlandtrend/Infratest Dimap/ARD), το 83% δηλώνει δυσαρεστημένο με τον 70χρονο Γερμανό ηγέτη και το 69% εκτιμά ότι αυτός δεν είναι κατάλληλος για τη θέση του καγκελαρίου. Με βάση τα προαναφερθέντα μάλλον εξηγείται και το γεγονός ότι ο Μερτς βρέθηκε κατ’ επανάληψιν στο στόχαστρο αποδοκιμασιών και επικρίσεων τις περασμένες ημέρες όταν επισκέφθηκε διάφορες πόλεις της Γερμανίας σε μια προσπάθεια να επανασυνδεθεί με τους πολίτες, πράγμα που, κρίνοντας εκ των γιουχαϊσμάτων, μάλλον δεν κατάφερε.
Κέρδη για Reform, AfD
Ποιοι κερδίζουν, μέχρι στιγμής, από την πτώση των Στάρμερ και Μερτς; Στη Βρετανία αυτή που «καλπάζει» πια δημοσκοπικά είναι η παράταξη Reform UK του ευρωσκεπτικιστή Νάιτζελ Φάρατζ, η οποία σάρωσε στις τοπικές εκλογές της 7ης Μαΐου. Στη Γερμανία από την άλλη πλευρά αυτή που παραμένει σε τροχιά ανόδου είναι η AfD, η οποία μάλιστα είδε τα ποσοστά της να ανεβαίνουν ακόμη περισσότερο, από το 25% στο 27%, και να την καθιστούν πρώτο κόμμα, όταν άσκησε κριτική στον πόλεμο του Ντόναλντ Τραμπ στο Ιράν. Το φάσμα του αντισυστημισμού όπως φαίνεται καλά κρατεί στην Ευρώπη, μέσα σε ένα πλαίσιο που ευνοεί τις ακραίες μεταβάσεις (ενδεικτική η κρίση που βιώνουν τώρα οι Βρετανοί Εργατικοί, οι οποίοι είχαν όμως θριαμβεύσει στις εκλογές του 2024) και εξαφανίζει κάθε περίοδο χάριτος. Υπό αυτές τις συνθήκες, ωστόσο, σύννεφα επιστρέφουν πάνω από την Ε.Ε. και το μέλλον διαγράφεται δυσοίωνο για τις φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις. Ο Στάρμερ είχε διαμηνύσει, για παράδειγμα, ότι θέλει να βάλει σε τροχιά επανεκκίνησης την προσέγγιση Ε.Ε. – Βρετανίας. Ο Φάρατζ ωστόσο, ως αρχετυπικός «Brexiteer», μάλλον έχει άλλη άποψη.
