Στα 344 εκατ. ευρώ διαμορφώθηκαν τα κέρδη μετά από φόρους της Εθνικής Τράπεζας κατά το α΄ τρίμηνο του έτους, καταγράφοντας αύξηση κατά 23% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο και μείωση κατά 9,9% σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2025. Η ανακοίνωση των τριμηνιαίων αποτελεσμάτων συνοδεύτηκε με την ανακοίνωση για την υπογραφή της συμφωνίας (MOU) με τον γερμανικό όμιλο Allianz SE για μακροχρόνια αποκλειστική συνεργασία στον τομέα των τραπεζοασφαλειών (bancassurance) και την απόκτηση από την ΕΤΕ μειοψηφικής συμμετοχής 30% στην Allianz Ελλάδος. Η εμπορική συμφωνία στον τομέα του bancassurance θα έχει αρχική διάρκεια 10 ετών, ενώ προβλέπει αυτόματη πενταετή παράταση, βάσει συμφωνημένων προϋποθέσεων.
Μέσω της συμφωνίας η Εθνική Τράπεζα επιδιώκει δυναμική επάνοδο στον τομέα του bancassurance μετά την απώλεια της Εθνικής Ασφαλιστικής, που πέρασε στην κυριότητα του ομίλου Πειραιώς. Οπως δήλωσε ο διευθύνων σύμβουλος του ομίλου της ΕΤΕ Παύλος Μυλωνάς, στο πλαίσιο της ενημέρωσης των αναλυτών για τα αποτελέσματα του α΄ τριμήνου, «μέσω της συνεργασίας η ΕΤΕ στοχεύει σε 4πλασιασμό των εσόδων από ασφαλιστικές δραστηριότητες, αξιοποιώντας ένα ολοκληρωμένο και ανταγωνιστικό χαρτοφυλάκιο προϊόντων, καθώς και την τεχνογνωσία και τις προηγμένες ψηφιακές δυνατότητες της Allianz». Η διοίκηση δήλωσε ικανοποιημένη με το μειοψηφικό ποσοστό που προτίθεται να εξαγοράσει καθώς, όπως υπογράμμισε ο κ. Μυλωνάς, η τράπεζα «δεν επιδιώκει να επιστρέψει σε μοντέλο πλήρους ιδιοκτησίας ασφαλιστικής και προτιμά στρατηγική συνεργασία με μεγάλο διεθνή παίκτη». Η συνεργασία σε επίπεδο κερδοφορίας θα συμβάλει στην αύξηση της απόδοσης ενσώματων ιδίων κεφαλαίων άνω των 50 μονάδων βάσης, ενισχύοντας τα κέρδη ανά μετοχή κατά 4%, ενώ η επίπτωση της συναλλαγής στα κεφάλαια της τράπεζας εκτιμάται στις 20 μονάδες βάσης. Αυτό μεταφράζεται σε τίμημα 80 εκατ. ευρώ περίπου.
Η κερδοφορία του α΄ τριμήνου αντανακλά τη συνεχιζόμενη ανάκαμψη των καθαρών εσόδων από τόκους, καθώς και την αύξηση στα έσοδα από προμήθειες και τα λοιπά μη επιτοκιακά έσοδα. Συγκεκριμένα, τα καθαρά έσοδα από τόκους ενισχύθηκαν κατά 2% σε τριμηνιαία βάση στα 541 εκατ., ως αποτέλεσμα της υγιούς επέκτασης του ενεργητικού, ενώ το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο εμφάνισε σταθεροποιητικές τάσεις, καθώς η συμπίεση στο περιθώριο επιτοκίου δανείων έχει υποχωρήσει. Τα καθαρά έσοδα από προμήθειες ανήλθαν στα 114 εκατ. και εμφανίζουν μείωση κατά 14,4% σε σχέση με το δ΄ τρίμηνο του 2025, αλλά αύξηση κατά 8% σε ετήσια βάση, με αιχμή του δόρατος τα επενδυτικά προϊόντα που αυξήθηκαν κατά σχεδόν 60% σε ετήσια βάση.
Η συνεργασία στον τομέα του bancassurance θα έχει αρχική διάρκεια 10 ετών, ενώ προβλέπεται αυτόματη 5ετής παράταση.
Σύμφωνα με τη διοίκηση οι τάσεις αυτές αναμένεται να συνεχιστούν, ενώ μια ανοδική πορεία των βασικών επιτοκίων, εφόσον διατηρηθεί, θα προσφέρει επιπλέον στήριξη. Οι καταθέσεις αυξήθηκαν κατά 2 δισ. σε ετήσια βάση, χάρη στην αύξηση των καταθέσεων όψεως και ταμιευτηρίου, ενώ η μετακύλιση προθεσμιακών καταθέσεων προς τα αμοιβαία κεφάλαια της τράπεζας συνεχίστηκε παράλληλα με την αύξηση των μεριδίων αγοράς στα αμοιβαία κεφάλαια κατά 0,7 ποσοστιαίες μονάδες από την αρχή του έτους και 7 μονάδες από το τέλος του 2023.
Η διοίκηση της ΕΤΕ διατηρεί την πρόβλεψή της για νέα δάνεια ύψους 3 δισ. ευρώ, στηριζόμενη στην ισχυρή εκκίνηση του α΄ τριμήνου. Παρά τη γεωπολιτική αβεβαιότητα και την εποχικότητα, τα εξυπηρετούμενα δάνεια σε επίπεδο ομίλου σημείωσαν αύξηση ύψους 800 εκατ. ευρώ σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο –12% ετησίως– και ανήλθαν στο τέλος του α΄ τριμήνου στα 37,7 δισ. «Υπάρχει ήδη pipeline εγκεκριμένων αλλά μη εκταμιευμένων δανείων περίπου 2 δισ., κάτι που δίνει ορατότητα για τους επόμενους μήνες», σημείωσε ο κ. Μυλωνάς, εκτιμώντας ότι μέχρι στιγμής δεν βλέπει επιβράδυνση στη ζήτηση, με την τάση του β΄ τριμήνου να δείχνει «ήπια επιτάχυνση» στα εταιρικά δάνεια, ενώ οι αιτήσεις λιανικής παραμένουν σταθερές.
Ειδικά για τα μεγάλα επενδυτικά projects, η διοίκηση εκτίμησε ότι εάν η κρίση στον Κόλπο αποκλιμακωθεί έως τα μέσα του 2026, όπως αναμένουν οι αγορές, τότε οι επενδύσεις θα συνεχιστούν κανονικά. Αν όμως η αβεβαιότητα παραταθεί μετά τα μέσα της χρονιάς, τότε μπορεί να υπάρξουν καθυστερήσεις σε νέα μεγάλα επενδυτικά σχέδια.
Η οργανική δημιουργία κεφαλαίου παρέμεινε ισχυρή. Λαμβάνοντας υπόψη την έκτακτη επαναγορά ιδίων μετοχών ύψους 300 εκατ. που ξεκινάει τον Ιούνιο, o βασικός κεφαλαιακός δείκτης CET1 και ο συνολικός δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας διαμορφώνονται σε 17,4% και σε 21,1%, αντίστοιχα, με τον δείκτη MREL του ομίλου να ανέρχεται σε 28,8%, υπερβαίνοντας την απαίτηση MREL για το 2026 ύψους 26,7%.

