Με «όπλο» τη συνεισφορά των τριών νέων μονάδων που αποκτήθηκαν από τις αρχές του έτους σε Τουρκία, Γαλλία και πριν από μερικές ημέρες και στις ΗΠΑ, αλλά και την ανοδική πορεία των παραγγελιών και της ζήτησης, η διοίκηση του ομίλου Τιτάν εμφανίζεται πλέον περισσότερο αισιόδοξη για τις φετινές προοπτικές των οικονομικών της επιδόσεων. Παράλληλα, έχει θέσει σε εφαρμογή πρόγραμμα βελτιστοποίησης κόστους και εσωτερικών πρωτοβουλιών του ομίλου, το οποίο τιτλοφορεί «PRIME» και που έχει αρχίσει ήδη να αποδίδει καρπούς από το πρώτο τρίμηνο. Η συνολική ετήσια επίδραση εκτιμάται σε 40-50 εκατ. ευρώ, με ποσοστό άνω του 10% να έχει ήδη υλοποιηθεί, ενώ όπως έγινε γνωστό στο πλαίσιο της χθεσινής ενημέρωσης των αναλυτών για τα οικονομικά αποτελέσματα του πρώτου τριμήνου, η διοίκηση έχει επισπεύσει χρονικά την εφαρμογή, προκειμένου να υλοποιηθεί μεγαλύτερο μέρος του προγράμματος νωρίτερα.
Πάντως, ήδη, οι ευνοϊκές συνθήκες που διαμορφώνονται στις αγορές όπου διατηρεί παρουσία ο όμιλος Τιτάν, αλλά και η σταδιακή συνεισφορά των νέων εξαγορών, έχουν ενισχύσει τις οικονομικές επιδόσεις. Υπενθυμίζεται ότι το κόστος των εξαγορών ανήλθε σε 700 εκατ. ευρώ, ενώ το 2025 οι εν λόγω εταιρείες σημείωσαν κέρδη EBITDA ύψους 65 εκατ. ευρώ, ποσό που, σύμφωνα με τη διοίκηση του ομίλου, αναμένεται να αυξηθεί σημαντικά τα επόμενα χρόνια, λόγω των συνεργειών που θα δημιουργηθούν με τις υπόλοιπες εταιρείες του Τιτάνα. Σύμφωνα με τον κ. Μαρσέλ Κομπούζ, πρόεδρο του ομίλου, «οι εταιρείες αυτές θα είναι πλέον μέρος ενός δικτύου και σε συνδυασμό με την τεχνογνωσία μας, είμαστε πεπεισμένοι ότι εμφανίζουν πολύ σημαντικές προοπτικές βελτίωσης». Για την τρέχουσα χρήση, οι μονάδες σε Τουρκία και Γαλλία θα ενοποιηθούν σε 10μηνη βάση και εκείνη στις ΗΠΑ σε 7μηνη.
Συνολικά για το 2026 προβλέπεται επενδυτικό πρόγραμμα ύψους 300-350 εκατ. ευρώ.
Κατά το φετινό πρώτο τρίμηνο, οι πωλήσεις του ομίλου ανήλθαν σε 636,1 εκατ. ευρώ, οριακά χαμηλότερες (-0,4%) από το αντίστοιχο περυσινό διάστημα, αλλά αυξημένες κατά 4,7% σε συγκρίσιμη βάση (σταθερές συναλλαγματικές ισοτιμίες και σταθερό κόστος ενοποίησης). Τα λειτουργικά κέρδη EBITDA αυξήθηκαν κατά 12,4% (και 16% σε συγκρίσιμη βάση), καθώς ανήλθαν σε 137,8 εκατ. ευρώ, από 122,6 εκατ. ευρώ πέρυσι, ενώ τα καθαρά κέρδη αυξήθηκαν κατά 46,5% σε 64,1 εκατ. ευρώ, από 43,7 εκατ. ευρώ το αντίστοιχο περυσινό διάστημα.
Παράλληλα, κατά το πρώτο τρίμηνο, οι επενδυτικές δαπάνες διαμορφώθηκαν σε 70 εκατ. ευρώ, με έμφαση σε επενδύσεις ανάπτυξης, όπως η επέκταση δυναμικότητας στην Αίγυπτο, οι αρχικές επενδύσεις σε φωτοβολταϊκό πάρκο στην Τουρκία, η ενίσχυση των υποδομών αποθήκευσης για εναλλακτικά τσιμεντοειδή υλικά (ACMs) και τσιμέντο, η ανάπτυξη νέων μονάδων ετοίμου σκυροδέματος, καθώς και οι ετήσιες εργασίες συντήρησης των εργοστασίων. Συνολικά για το έτος, η διοίκηση προβλέπει επενδυτικό πρόγραμμα ύψους 300-350 εκατ. ευρώ.
Στην ελληνική αγορά (τομέας Ελλάδας και Δυτικής Ευρώπης), οι πωλήσεις σημείωσαν ετήσια αύξηση κατά 14% σε σχέση με την αντίστοιχη περυσινή περίοδο (και κατά 7,1% σε συγκρίσιμη βάση). Αντίστοιχα, τα λειτουργικά κέρδη EBITDA αυξήθηκαν κατά 31% σε 25,4 εκατ. ευρώ (και 22,2% σε συγκρίσιμη βάση). Η διοίκηση εμφανίζεται ιδιαίτερα αισιόδοξη για τη μελλοντική πορεία της ελληνικής αγοράς δομικών υλικών, χάρις στη σταθερή ροή νέων μεγάλων έργων (π.χ. επέκταση του Διεθνούς Αεροδρομίου Αθηνών), την ενίσχυση της επενδυτικής δραστηριότητας στον κλάδο της φιλοξενίας και σε μια σειρά νέων και πολυετών έργων υποδομών και logistics κατά μήκος της εμπορικής και βιομηχανικής ζώνης της Αττικής.

