Πτώση για δεύτερο συνεχή μήνα κατέγραψαν οι ελληνικές εξαγωγές, καθώς –όπως και τον Ιανουάριο έτσι και τον Φεβρουάριο– υποχώρησαν τόσο σε αξία όσο και σε όγκο. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με το ότι οι ούτως ή άλλως περισσότερες εισαγωγές μειώθηκαν, αλλά με μικρότερο ρυθμό, είχε ως συνέπεια τη σημαντική διεύρυνση του εμπορικού ελλείμματος – τόσο συμπεριλαμβανομένων των πετρελαιοειδών όσο και χωρίς αυτά. Αυτό που προκαλεί μεγαλύτερη ανησυχία είναι ότι στα στοιχεία δεν αποτυπώνεται η επίπτωση του πολέμου στη Μέση Ανατολή, ο οποίος ξέσπασε στα τέλη Φεβρουαρίου, και ασκεί σημαντικές πιέσεις στις ελληνικές εξαγωγικές επιχειρήσεις.
«Η εικόνα των ελληνικών εξαγωγών την περίοδο Ιανουαρίου – Φεβρουαρίου 2026 βάζει σε σκέψεις και δημιουργεί προβληματισμό σε πολιτεία και εξαγωγείς, για το τι θα ακολουθήσει τους επόμενους μήνες, όπου θα καταγραφούν και οι επιπτώσεις των πολεμικών συγκρούσεων. Το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, η δυσκολία στη διακίνηση των αγαθών, η αύξηση του μεταφορικού κόστους και των ασφαλίστρων, σε συνδυασμό με το αυξανόμενο κόστος ενέργειας και πρώτων υλών που προέρχονται από τα παράγωγα πετρελαίου, αποτελούν ένα εκρηκτικό μείγμα που δυσχεραίνει άμεσα το εξαγωγικό μας εμπόριο», σχολίασε χθες ο πρόεδρος του Πανελληνίου Συνδέσμου Εξαγωγέων (ΠΣΕ) Αλκιβιάδης Καλαμπόκης με αφορμή τη δημοσίευση από την Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ) των σχετικών στοιχείων.
Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας που διενεργεί η S&P Global για την κατάρτιση του δείκτη υπευθύνων προμηθειών στη μεταποίηση (δείκτης PMI), οι νέες παραγγελίες από το εξωτερικό υποχώρησαν τον Απρίλιο με τον ταχύτερο ρυθμό που έχει καταγραφεί από τον Δεκέμβριο του 2022, ο χρόνος παράδοσης των εισροών έχει επιμηκυνθεί στον μεγαλύτερο βαθμό που έχει καταγραφεί τα τελευταία 3,5 χρόνια και ο ρυθμός αύξησης των τιμών εισροών ήταν τον Απρίλιο του 2026 ο δριμύτερος που έχει καταγραφεί σε διάστημα περίπου τεσσάρων ετών.
Σύμφωνα, λοιπόν, με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, η συνολική αξία των εξαγωγών υποχώρησε τον Φεβρουάριο σε 3,91 δισ. ευρώ έναντι 4,06 δισ. ευρώ τον Φεβρουάριο του 2025, καταγράφοντας μείωση 3,6%. Εξαιρουμένων των πετρελαιοειδών και των πλοίων, οι εξαγωγές υποχώρησαν κατά 1,1%. Στο δίμηνο Ιανουαρίου – Φεβρουαρίου 2026 η συνολική αξία των εξαγωγών διαμορφώθηκε σε 7,58 δισ. ευρώ έναντι 8,18 δισ. ευρώ το αντίστοιχο διάστημα του 2025, καταγράφοντας μείωση 7,5%. Εξαιρουμένων των πετρελαιοειδών και των πλοίων, η αξία των εξαγωγών υποχώρησε στο εξεταζόμενο δίμηνο κατά 2,2%.
Σύμφωνα με τα αναλυτικά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, καταγράφηκε στο εν λόγω δίμηνο και μείωση του όγκου των εξαγωγών κατά 4,9%. Ενδεικτικό της ανησυχητικής κατάστασης είναι το γεγονός ότι από όλες τις μεγάλες κατηγορίες εξαγόμενων προϊόντων, αύξηση στην αξία των εξαγωγών το δίμηνο Ιανουαρίου – Φεβρουαρίου καταγράφηκε μόνο στις εξαγωγές τροφίμων (6,3%) και πρώτων υλών (2,3%).
Η συνολική αξία των εισαγωγών το διάστημα Ιανουαρίου – Φεβρουαρίου διαμορφώθηκε σε 13,22 δισ. ευρώ έναντι 13,46 δισ. ευρώ το δίμηνο Ιανουαρίου – Φεβρουαρίου 2025, καταγράφοντας μείωση 1,8%. Εξαιρουμένων των πετρελαιοειδών και των πλοίων, η αξία των εισαγωγών αυξήθηκε οριακά κατά 0,2%.
Αποτέλεσμα των παραπάνω εξελίξεων ήταν η διεύρυνση του εμπορικού ελλείμματος στα 5,64 δισ. ευρώ το δίμηνο Ιανουαρίου – Φεβρουαρίου έναντι 5,28 δισ. ευρώ το αντίστοιχο διάστημα του 2025, αύξηση δηλαδή κατά 6,9%. Διεύρυνση του εμπορικού ελλείμματος σημειώθηκε και χωρίς τα πετρελαιοειδή και τα πλοία, κατά 3,7% σε σύγκριση με πέρυσι.

