Δεκαέξι φορείς από την Ευρώπη, τις ΗΠΑ και την Αυστραλία, κυρίως πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα, ένωσαν τις δυνάμεις τους απέναντι σε δύο από τις μεγαλύτερες προκλήσεις δημόσιας υγείας της εποχής μας: τον σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και την υπέρταση. Πρόκειται για δύο χρόνια, μη μεταδιδόμενα νοσήματα που επηρεάζουν εκατομμύρια ανθρώπους στην Ευρώπη και συνδέονται στενά μεταξύ τους. Ο διαβήτης τύπου 2 αφορά περίπου το 9% των ενηλίκων ηλικίας 20-79 ετών στην Ευρωπαϊκή Περιφέρεια, με περίπου μία στις τρεις περιπτώσεις να παραμένει αδιάγνωστη. Παράλληλα, εκτιμάται ότι το 50%-80% των ατόμων με διαβήτη ζουν επίσης με υπέρταση. Ο συνδυασμός των δύο παθήσεων δημιουργεί ένα ιδιαίτερα επιβαρυμένο προφίλ συννοσηροτήτων για τους ασθενείς, ενώ ταυτόχρονα ασκεί διαρκώς αυξανόμενη πίεση στα συστήματα υγείας. Οι οικονομικές επιπτώσεις είναι επίσης σημαντικές, μια και οι δαπάνες υγειονομικής περίθαλψης που σχετίζονται μόνο με τον διαβήτη στην Ευρώπη προσεγγίζουν τα 180 δισ. ευρώ ετησίως.
Στόχος του προγράμματος είναι κυρίως η πρόληψη και η έγκαιρη διάγνωση, αναδεικνύοντας τον ρόλο που μπορούν να παίξουν τα ψηφιακά εργαλεία.
Σε αυτό το πλαίσιο, κεντρικό ζητούμενο δεν είναι μόνο η θεραπεία, αλλά κυρίως η πρόληψη και η έγκαιρη διάγνωση, ειδικά σε πληθυσμούς που έχουν περιορισμένη πρόσβαση σε προληπτικές υπηρεσίες υγείας ή δεν έχουν τη δυνατότητα να αξιοποιήσουν επαρκώς τα εθνικά συστήματα υγείας. Αυτός ήταν ο στόχος του προγράμματος DigiCare4You, μιας ολοκληρωμένης διεπιστημονικής παρέμβασης για την πρόληψη και διαχείριση του διαβήτη τύπου 2 και της υπέρτασης, το οποίο χρηματοδοτείται από το ευρωπαϊκό πρόγραμμα Horizon 2020. Το πρόγραμμα υλοποιήθηκε πιλοτικά σε τέσσερις χώρες –Αλβανία, Βουλγαρία, Ελλάδα και Ισπανία– όπου οι δομές πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας αντιμετωπίζουν αυξημένο φόρτο εργασίας και διαθέτουν περιορισμένους πόρους.

Τα αποτελέσματα της εφαρμογής του, τα οποία παρουσιάστηκαν πριν από λίγες μέρες στις Βρυξέλλες, αναδεικνύουν τον ρόλο που μπορούν να διαδραματίσουν τα ψηφιακά εργαλεία στην ενίσχυση της πρόληψης. Το DigiCare4You βασίστηκε στην αξιοποίηση υπαρχουσών δομών –σχολείων, παιδιάτρων και τοπικών μονάδων υγείας– ώστε να επιτευχθεί ευρεία πρόσβαση στον πληθυσμό. Συνολικά, 11.421 οικογένειες συμμετείχαν στις τέσσερις χώρες. Στο πρώτο στάδιο, 19.639 γονείς συμπλήρωσαν ένα σύντομο ερωτηματολόγιο εκτίμησης κινδύνου για διαβήτη, ενώ 14.568 παιδιά υποβλήθηκαν σε ανθρωπομετρική αξιολόγηση. Από όσους συμμετείχαν, 5.145 γονείς εντοπίστηκαν ως πιθανώς υψηλού κινδύνου για σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και παραπέμφθηκαν για περαιτέρω κλινικό έλεγχο. Στο δεύτερο στάδιο, από τους συμμετέχοντες που ολοκλήρωσαν την κλινική αξιολόγηση, το 40,4% διαγνώστηκε με ενδιάμεση υπεργλυκαιμία, το 6% με αδιάγνωστο σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, ενώ ένα σημαντικό ποσοστό παρουσίαζε ήδη γνωστή νόσο. Στη συνέχεια, 1.215 άτομα εντάχθηκαν σε μια δομημένη παρέμβαση διάρκειας 24 μηνών, η οποία συνδύαζε διά ζώσης συμβουλευτική με συνεχή ψηφιακή υποστήριξη: κλινική παρακολούθηση, αυτομέτρηση γλυκόζης και αρτηριακής πίεσης, καταγραφή φαρμακευτικής αγωγής και εξατομικευμένη καθοδήγηση σε θέματα διατροφής και τρόπου ζωής.
«Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι και οι δύο αυτές ασθένειες έχουν έντονη κοινωνική διάσταση», λέει στην «Κ» ο συντονιστής του DigiCare4You, Γιάννης Μανιός, καθηγητής Διατροφικής Αγωγής και Διατροφικής Αξιολόγησης και κοσμήτωρ της Σχολής Επιστημών Υγείας και Αγωγής στο Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο Αθηνών. «Ο επιπολασμός του διαβήτη είναι μεγαλύτερος σε άτομα με χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο και εισόδημα. Δεν είναι τυχαίο ότι μόνο το 25,6% των συμμετεχόντων στο πρόγραμμά μας έχει αποφοιτήσει από πανεπιστήμιο. Επίσης, παρατηρούνται σημαντικές ανισότητες μεταξύ των γεωγραφικών περιοχών της Ευρώπης: 9,1% στον Νότο έναντι 6,4% στον Βορρά. Το σημαντικό είναι ότι καταφέραμε να προσεγγίσουμε αυτούς τους πληθυσμούς μέσα από υπάρχουσες δομές, όπως σχολεία και υπηρεσίες υγείας, με τα ερωτηματολόγιά μας, έναν μη επεμβατικό και χαμηλού κόστους τρόπο. Παράλληλα, για άτομα λιγότερο εξοικειωμένα με τα ψηφιακά εργαλεία δόθηκε η δυνατότητα χρήσης εφαρμογών που ήδη χρησιμοποιούν στην καθημερινότητά τους, όπως το Viber».
Πόσο αισιόδοξος είναι ο ίδιος για τη δυναμική της πρόληψης στη χώρα μας; «Είναι αλήθεια ότι για πολλά χρόνια η κουλτούρα της πρόληψης δεν ήταν ιδιαίτερα ανεπτυγμένη στην Ελλάδα. Δεν υπήρχε ούτε σχετική ενημέρωση ούτε ευαισθητοποίηση του πληθυσμού, κάτι που προφανώς δεν ενθάρρυνε τον προληπτικό έλεγχο και τη συμμετοχή του κόσμου σε τέτοιες πρωτοβουλίες. Τα τελευταία χρόνια ωστόσο παρατηρούμε μια ουσιαστική αλλαγή κατεύθυνσης, μέσα από πρωτοβουλίες όπως το πρόγραμμα “Προλαμβάνω”. Το γεγονός ότι πλέον οι πολίτες ενημερώνονται συστηματικά και καλούνται να συμμετάσχουν δωρεάν σε προληπτικές εξετάσεις, σηματοδοτεί μια σαφή μετατόπιση της κουλτούρας υγείας προς την πρόληψη».
Το επόμενο βήμα
Το πρόγραμμα DigiCare4You ολοκληρώνεται τον Ιούνιο. «Ωστόσο οι εκπρόσωποι των υπουργείων Υγείας των χωρών που συμμετείχαν στη συνάντηση, καθώς και οι εκπρόσωποι διεθνών οργανισμών όπως η Διεθνής Ομοσπονδία Διαβήτη και το Διεθνές Ιδρυμα για την Ολοκληρωμένη Φροντίδα, βρήκαν τη μεθοδολογία και τα αποτελέσματα του προγράμματος πολύ σημαντικά και χρήσιμα. Επίσης, εξέφρασαν την άποψη ότι πολλές από τις στρατηγικές που ακολουθήθηκαν, καθώς και η γνώση που αποκτήθηκε, θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν σε διάφορες χώρες σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Ευελπιστώ κάποια από τα ευρήματα της μελέτης μας να φανούν χρήσιμα στη διαμόρφωση σχετικών στρατηγικών για την προώθηση της δημόσιας υγείας σε περιοχές ή χώρες της Ευρώπης», τονίζει ο κ. Μανιός. Το επόμενο μεγάλο στοίχημα, λοιπόν, όπως επισημαίνουν οι φορείς που συμμετείχαν στο πρόγραμμα, είναι η μετάβαση στην ευρεία εφαρμογή τέτοιων παρεμβάσεων σε επίπεδο ευρωπαϊκών συστημάτων υγείας, βάσει ενός Οδικού Χάρτη πρόληψης και διαχείρισης, που θα βασίζεται σε επιστημονικά δεδομένα, θα προσαρμόζεται στις ανάγκες κάθε χώρας και θα δίνει έμφαση στην ισότητα στην πρόσβαση.

