Στο υψηλότερο επίπεδο από τον Μάρτιο του 2023, όταν ο πόλεμος στην Ουκρανία συμπλήρωνε σχεδόν ένα χρόνο, βρέθηκε ο πληθωρισμός στην Ελλάδα τον Απρίλιο του 2026, ξεπερνώντας όχι απλώς το 4%, αλλά πλησιάζοντας περισσότερο προς το 5%. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Eurostat, ο πληθωρισμός στην Ελλάδα διαμορφώθηκε τον Απρίλιο σε 4,6% –έναντι ρυθμού ετήσιας αύξησης 3,4% τον Μάρτιο– και σε αρκετά μεγάλη απόσταση από τον πληθωρισμό στην Ευρωζώνη, ο οποίος διαμορφώθηκε σε 3%, με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, πάντως, να διατηρεί αμετάβλητα τα επιτόκια στο 2%. Σε μηνιαία βάση, δηλαδή τον Απρίλιο του 2026 σε σύγκριση με τον Μάρτιο του 2026, ο εναρμονισμένος δείκτης τιμών καταναλωτή ενισχύθηκε στην Ελλάδα κατά 1,7%, έναντι αύξησης 1% στην Ευρωζώνη.
Η εκτίναξη του πληθωρισμού στο 4,6%, που καθιστά την Ελλάδα τη χώρα της Ευρωζώνης με τον πέμπτο υψηλότερο πληθωρισμό για τον μήνα Απρίλιο, οφείλεται αφενός στη ραγδαία αύξηση των τιμών των καυσίμων, καθώς και στην αύξηση των τιμών των τροφίμων. Μάλιστα, στην πραγματικότητα υπήρξε συγκράτηση –έως ένα βαθμό– των πληθωριστικών πιέσεων, οι οποίες θα ήταν πολύ πιο έντονες εάν δεν είχαν ληφθεί μέτρα, όπως η επιδότηση των τιμών στο πετρέλαιο κίνησης απευθείας στην αντλία και η επιβολή πλαφόν στο μεικτό περιθώριο κέρδους σε 61 κατηγορίες βασικών τροφίμων και άλλων ειδών παντοπωλείου, καθώς και σε βενζίνη και πετρέλαιο κίνησης. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι το μεν μέτρο της επιδότησης στο ντίζελ συνεχίζεται και αυτόν τον μήνα, το δε πλαφόν στο μεικτό περιθώριο κέρδους, το οποίο κανονικά ισχύει μέχρι τις 30 Ιουνίου 2026, θα παραταθεί, τουλάχιστον όσον αφορά τα τρόφιμα, όπως έχει ήδη προαναγγείλει ο υπουργός Ανάπτυξης Τάκης Θεοδωρικάκος.
Οι βασικές αιτίες
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, ο ενεργειακός πληθωρισμός στην Ελλάδα ήταν τον Απρίλιο 21,9%, ο δεύτερος υψηλότερος στην Ευρωζώνη, μετά το Λουξεμβούργο (27,3%). Οι τιμές των ενεργειακών προϊόντων –κυρίως υγρά καύσιμα– αυξήθηκαν στην Ελλάδα σε σύγκριση με πέρυσι με διπλάσιο ρυθμό από ό,τι στην Ευρωζώνη (10,8%). Σε μηνιαία βάση, δηλαδή σε σύγκριση με τον Μάρτιο, οι τιμές των ενεργειακών προϊόντων στην Ελλάδα αυξήθηκαν κατά 7,7% – πρόκειται για την έκτη μεγαλύτερη αύξηση στις χώρες της Ευρωζώνης και υπερδιπλάσια από την αντίστοιχη μεταβολή στην Ευρωζώνη (3%).
Ο πληθωρισμός των τροφίμων διαμορφώθηκε τον Απρίλιο σε 4,1%, που αποτελεί την 4η υψηλότερη αύξηση μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης σε ετήσια βάση. Καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισαν οι μεγάλες αυξήσεις σε κρέατα και νωπά οπωροκηπευτικά, ειδικά πριν από το Πάσχα. Σε επίπεδο Ευρωζώνης, οι τιμές των τροφίμων ενισχύθηκαν κατά 2,5%.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, ο ενεργειακός πληθωρισμός στην Ελλάδα ήταν 21,9%, ο δεύτερος υψηλότερος στην Ευρωζώνη.
Οι χρεώσεις στην κατηγορία των υπηρεσιών ενισχύθηκαν στην Ελλάδα σε ετήσια βάση κατά 3,9% έναντι αύξησης 2,9% στην Ευρωζώνη, ενώ οι τιμές των μη ενεργειακών βιομηχανικών προϊόντων αυξήθηκαν κατά 0,4% έναντι αύξησης 0,8% στην Ευρωζώνη.
Υπενθυμίζεται ότι ήδη η Τράπεζα της Ελλάδος έχει αναθεωρήσει προς τα πάνω τις προβλέψεις της για τον πληθωρισμό, εκτιμώντας ότι αυτός το 2026 θα διαμορφωθεί σε 3,1%, από 2,1% που ήταν η πρόβλεψή της στις αρχές του έτους. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εκτιμά ότι ο πληθωρισμός στην Ελλάδα θα διαμορφωθεί το 2026 σε 3,5%, από 2,9% το 2025, ενώ και η Fitch αναθεώρησε τις προβλέψεις της για τον πληθωρισμό εκτιμώντας ότι θα διαμορφωθεί σε 3% έναντι προηγούμενης εκτίμησης περί 2,5%.
Απαισιοδοξία
Η κατάσταση αυτή επιδεινώνει το οικονομικό κλίμα στην Ελλάδα, κάτι που αποτυπώνεται κυρίως στην καταναλωτική εμπιστοσύνη. Ο δείκτης οικονομικού κλίματος στην Ελλάδα εκτιμάται ότι υποχώρησε περαιτέρω τον Απρίλιο στις 105,7 μονάδες, από τις 106,8 μονάδες που ήταν τον Μάρτιο και τις 107,6 μονάδες τον Φεβρουάριο. Ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης, σύμφωνα με όσα έχει ανακοινώσει ήδη η Eurostat, υποχώρησε περαιτέρω στην Ελλάδα και διαμορφώθηκε σε -54,7 μονάδες, από τις -52,5 μονάδες τον Μάρτιο. Οι καταναλωτές στην Ελλάδα παραμένουν οι πιο απαισιόδοξοι στην Ευρωπαϊκή Ενωση, ενώ η διαμόρφωση του δείκτη σε αυτά τα επίπεδα είναι από τις πλέον χαμηλές των τελευταίων ετών. Το 2022, που αποτελεί τη χειρότερη χρονιά της περιόδου 2020-2025, ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης διαμορφώθηκε κατά μέσον όρο στις -50,7 μονάδες.
Αναλυτικά τα στοιχεία της έρευνας οικονομικής συγκυρίας είναι προγραμματισμένο να ανακοινωθούν την Τρίτη 5 Μαΐου από το Ιδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ).

