Αντί να απομακρύνετε τα ξερά φύκια από τις ακτές, καλύτερα να τα θάβετε επιτόπου στην άμμο. Αυτό προτείνουν ειδικοί επιστήμονες, έχοντας πια καταλήξει ότι οι καθαρισμοί παραλιών με βαριά μηχανήματα επιταχύνουν τη διάβρωσή τους. Ο Οργανισμός Φυσικού Περιβάλλοντος (ΟΦΥΠΕΚΑ) εξέδωσε χθες έναν οδηγό καλών πρακτικών για τους καθαρισμούς παραλιών από τους δήμους, που προκρίνει ως καλύτερη μέθοδο τη χειρωνακτική συλλογή. Εχθρός αυτών των καλών πρακτικών είναι η άγνοια του κόσμου, αλλά και η λογική της παραλίας «βιτρίνας», την οποία συχνά πιέζονται να υπηρετήσουν οι τοπικές αρχές.
«Οι δήμοι χρησιμοποιούν βαριά οχήματα –που ούτως ή άλλως απαγορεύονται στους αιγιαλούς–, “σηκώνουν” όλη την παραλία και την πετούν στα σκουπίδια», λέει η Μαρία Σαλωμίδη, ερευνήτρια στο ΕΛΚΕΘΕ.
Σε ολόκληρη την Ελλάδα, οι ακτές είναι γεμάτες με –μικρότερα ή μεγαλύτερα– σκουπίδια. «Δυστυχώς, η Ελλάδα δεν διαφέρει από την υπόλοιπη Μεσόγειο. Οι περιοχές στις οποίες παρατηρείται πολύ μεγάλη συσσώρευση είναι εκείνες που είναι περισσότερο εκτεθειμένες στον καιρό και είναι δυσπρόσιτες», επισημαίνει η Χριστίνα Ζέρη, διευθύντρια Ερευνών στο Ελληνικό Κέντρο Θαλασσίων Ερευνών (ΕΛΚΕΘΕ), που μελετά την παρουσία του πλαστικού και ιδίως των μικροπλαστικών στις ελληνικές θάλασσες και ακτές. «Τα στοιχεία από την παρακολούθηση των θαλασσών μας από το ΕΛΚΕΘΕ και το ΙΝΑΛΕ (Ινστιτούτο Αλιευτικής Ερευνας), δυστυχώς, δεν δείχνουν μείωση της ρύπανσης, παρά τον σταδιακό περιορισμό κάποιων από τις μεγάλες πηγές ρύπανσης από την ξηρά όπως οι παράνομες χωματερές. Από την άλλη πλευρά, ο κόσμος είναι πλέον πιο ευαισθητοποιημένος – υπάρχουν πολλοί οργανισμοί και φορείς που κάνουν δράσεις. Υπάρχουν επίσης και οι επιχειρηματίες που εκμεταλλεύονται τις ακτές, οι οποίοι από τη μία βοηθούν, από την άλλη δεν είναι πάντα υπεύθυνοι. Oλα αυτά, όμως, είναι αποσπασματικά. Κατά τη γνώμη μου, για να υπάρξει ουσιαστική αλλαγή πρέπει να ληφθούν ριζικά μέτρα για τον περιορισμό της ρύπανσης, τα οποία να ξεκινούν από το θεσμικό επίπεδο, παράλληλα με τις όποιες εκστρατείες ευαισθητοποίησης και τις πιλοτικές δράσεις».
Οι περισσότεροι ωστόσο εξακολουθούν να συγχέουν τη ρύπανση των ακτών από σκουπίδια με τον φυσικό κύκλο μιας παραλίας, επιδιώκοντας, ως ιδανική, την «άδεια», ισιωμένη, παραλία. «Το 2016-2018 στο πλαίσιο ερευνητικού προγράμματος συλλέξαμε δεδομένα για την αντίληψη του κοινού και των διαχειριστών των ακτών για την ξεβρασμένη Ποσειδωνία (σ.σ. αυτά που οι περισσότεροι αποκαλούν “ξερά φύκια”). Δυστυχώς, ο κόσμος δεν έχει ιδέα τι είναι. Το 67% δήλωσε ότι αλλάζει παραλία, για να μην πάει σε μια παραλία που έχει Ποσειδωνία. Θεωρούν ότι είναι βρωμιά, σκουπίδια που πρέπει να καθαριστούν», εξηγεί η Μαρία Σαλωμίδη, ερευνήτρια στο Ινστιτούτο Ωκεανογραφίας του ΕΛΚΕΘΕ. «Δυστυχώς, δεν είναι μόνον η πίεση που ασκεί ο κόσμος. Και οι πρακτικές καθαρισμού των δήμων είναι κάκιστες. Χρησιμοποιούν βαριά τροχοφόρα οχήματα –που ούτως ή άλλως απαγορεύονται στους αιγιαλούς– και “σηκώνουν” όλη την παραλία και την πετούν στα σκουπίδια. Ακόμη και αν οι υπηρεσίες του δήμου γνωρίζουν τι πρέπει να πράξουν, αν αρχίσουν να διαμαρτύρονται οι επιχειρηματίες, τότε ο δήμαρχος θα φοβηθεί και θα ζητήσει να πάνε να τα μαζέψουν όλα. Η καταστροφή που συντελείται είναι μεγάλη: το υλικό της Ποσειδωνίας, οι θημώνες, είναι δομικό για την ακτή γιατί προστατεύει από τη διάβρωση, τροφοδοτεί την παραλία, προστατεύει την αμμοθινική βλάστηση. Αυτά είναι δεδομένα από πλήθος επιστημονικών ερευνών, δεν είναι οι απόψεις κάποιου ανθρώπου».
Μόνο το καλοκαίρι
Ο ΟΦΥΠΕΚΑ δημοσίευσε χθες έναν οδηγό «καλών πρακτικών» για το πώς πρέπει να γίνονται οι καθαρισμοί των ακτών. Ο οδηγός παραπέμπει στα συμπεράσματα πολλών επιστημονικών ερευνών και καταλήγει σε σειρά από προτάσεις. Ως καλύτερη μέθοδο προκρίνει τη χειρωνακτική. Ειδικά για τις ακτές μεγάλης επισκεψιμότητας, προτείνει ο καθαρισμός να πραγματοποιείται αποκλειστικά το καλοκαίρι. Και εφόσον κρίνεται απαραίτητο για την εξυπηρέτηση των λουομένων, οι θημώνες Ποσειδωνίας να μετατοπίζονται ή να θάβονται στην άμμο, αλλά όχι να απορρίπτονται. «Η αφαίρεση θημώνων πρέπει να γίνεται μόνον όπου οι συγκεντρώσεις είναι πραγματικά εκτεταμένες. Είναι σημαντικό να παραμένει ικανή ποσότητα φυτικών υπολειμμάτων ή ελάχιστο πάχος αυτών (περίπου 10 εκατ.), ώστε να διατηρούνται τα θρεπτικά συστατικά και το φυσικό υπόστρωμα που συμβάλλει στη διατήρηση της πανίδας, της ακτής και των αμμοθινών», αναφέρει. Μάλιστα, όταν μετακινούνται οι θημώνες πρέπει να κοσκινίζονται, καθώς το ποσοστό άμμου που περιέχεται στους θημώνες μπορεί να φτάνει έως και στο 50% του όγκου τους.

«Ζήτημα γνώσης»
Δεν αρκεί πάντως μόνον η επιστημονική γνώση, χρειάζεται και πολιτική βούληση. «Υπάρχει ζήτημα γνώσης για το τι σημαίνει παράκτιο οικοσύστημα και πώς οι θημώνες της Ποσειδωνίας προστατεύουν τις παραλίες μας. Προφανώς και αντιλαμβανόμαστε ότι στα νησιά και στις παράκτιες περιοχές, οι παραλίες είναι σημαντικό τουριστικό προϊόν. Μπορείς όμως να πραγματοποιείς χειρωνακτικούς καθαρισμούς, και τους θημώνες να τους μετακινείς προς μια πλευρά ή να τους θάβεις στην άμμο. Oταν απομακρύνεις τα πάντα, Ποσειδωνία, κοχύλια, βότσαλα, τότε αφήνεις απροστάτευτη την παραλία. Στο νησί μας, παραλίες που καθαρίζονται εντατικά με τέτοιο τρόπο για πολλά χρόνια, παρουσιάζουν σήμερα φαινόμενα διάβρωσης», υπογραμμίζει η Ολυμπία Τασσοπούλου, προϊσταμένη της Διεύθυνσης Περιβάλλοντος στον Δήμο Ερμούπολης – Σύρου, η οποία θα μιλήσει για την εμπειρία της σήμερα στο 1ο Ελληνικό Φόρουμ για τα Θαλάσσια Λιβάδια. «Οι πρακτικές όμως που χρησιμοποιούνται για να καθαριστεί μια ακτή είναι ουσιαστικά μια πολιτική επιλογή. Σε πρώτο επίπεδο, δείχνουν την αντίληψη των υπηρεσιών και κατά πόσον μπορούν να αντισταθούν στις πιέσεις που δέχονται. Δεν έχει η κάθε δημοτική αρχή την ίδια στάση. Σε εμάς, για παράδειγμα, η παρούσα δημοτική αρχή θα επιθυμούσε τον μηχανικό καθαρισμό, οπότε η υπηρεσία πρέπει να βρίσκεται σε πολύ καλή επικοινωνία ώστε να αποτρέψει αυτό το ενδεχόμενο».
«Μάτια» στον ουρανό καταγράφουν τη ρύπανση στη θάλασσα
Ουδέν κρυπτόν… υπό το drone. Πλατφόρμα που δημιούργησε εταιρεία-τεχνοβλαστός του Πανεπιστημίου Αιγαίου χρησιμοποιεί drones και τεχνητή νοημοσύνη για να εντοπίσει, καταγράψει και χαρτογραφήσει θαλάσσια και παράκτια απορρίμματα, ξεχωρίζοντάς τα από τα βότσαλα, τα κλαδιά ή ό,τι άλλο μπορεί να βρίσκεται φυσικά σε μια παραλία. Το σύστημα χρησιμοποιείται ήδη σε 23 χώρες με περισσότερες από 1.800 αποστολές, έχοντας καταγράψει περισσότερα από 2,6 εκατ. απορρίμματα (αντικείμενα). Χαρακτηριστικό είναι το πρόσφατο παράδειγμα παραλίας της Λέσβου, όπου καταγράφηκαν περίπου 2.500 απορρίμματα σε έκταση 6 στρεμμάτων παραλίας.
Η καταγραφή πραγματοποιήθηκε με το CMLO (Coastal Marine Litter Observatory), μια διεθνώς βραβευμένη ελληνική πλατφόρμα της εταιρείας Scidrones που συνδυάζει εναέρια καταγραφή με drones, τεχνητή νοημοσύνη και χαρτογράφηση γεωχωρικών δεδομένων για τον εντοπισμό και την αποτύπωση απορριμμάτων σε παραλίες. Συνιδρυτής της Scidrones είναι ο αναπλ. καθηγητής στο Τμήμα Ωκεανογραφίας και Θαλασσίων Βιοεπιστημών Κώστας Τοπουζέλης. «Δεν υπάρχει ακτή στη χώρα μας που να μην είναι ρυπασμένη», αναφέρει. «Για παράδειγμα, τον Απρίλιο πραγματοποιήσαμε καταγραφή στην παραλία Χαραμίδα, μια πολυσύχναστη παραλία στη Λέσβο. Εντοπίστηκαν συνολικά 2.454 απορρίμματα σε έκταση 6.239 τετραγωνικών μέτρων, με εκτιμώμενη μάζα 162 κιλών, τα οποία καταλαμβάνουν περίπου 40 τετραγωνικά μέτρα. Ανάλογη εικόνα παρατηρείται στις περισσότερες ακτές της χώρας».
Οι καταγραφές αυτού του είδους δεν παρουσιάζουν μόνο ερευνητικό ενδιαφέρον. «Η ανάλυση ανέδειξε συγκεκριμένα σημεία αυξημένης συσσώρευσης απορριμμάτων (“hotspots”), δείχνοντας ότι η ρύπανση δεν είναι ομοιόμορφη αλλά συγκεντρώνεται σε ζώνες όπου μπορούν να γίνουν στοχευμένες παρεμβάσεις. Τα δεδομένα δείχνουν ότι ο καθαρισμός παραλιών μπορεί να γίνει πιο αποτελεσματικός όταν βασίζεται σε πραγματική χαρτογράφηση του προβλήματος. Αντί για οριζόντιες παρεμβάσεις, οι αρμόδιες υπηρεσίες του δήμου μπορούν να κατευθύνουν συνεργεία εκεί όπου υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη, βελτιώνοντας την αποτελεσματικότητα και μειώνοντας το κόστος», αναφέρει ο κ. Τοπουζέλης.
Οπως εκτιμά, το πρόβλημα της ρύπανσης των ακτών και των θαλασσών είναι πολυπαραγοντικό. «Από τη μια πλευρά, δεν σχεδιάζουμε πλαστικά προϊόντα που να βασίζονται στις αρχές της κυκλικής οικονομίας. Παράλληλα, δεν έχουμε δημιουργήσει το ίδιο καλές και φθηνές εναλλακτικές που να υποκαταστήσουν σταδιακά τα πλαστικά. Τέλος, όλοι νομίζουν ότι αυτό δεν είναι δικό τους θέμα, αλλά το πρόβλημα κάποιου τρίτου. Είναι όμως ένα παγκόσμιο πρόβλημα που απαιτεί συνεργασία».

