H αξία της ελληνικής αγροτικής παραγωγής αυξάνεται τα τελευταία χρόνια, κυρίως όμως λόγω της αύξησης των τιμών συνεπεία του πληθωρισμού. Μια προσεκτικότερη ανάγνωση των στοιχείων φανερώνει ότι ο ελληνικός αγροτικός τομέας έχει χαμηλή παραγωγικότητα εξαιτίας χρόνιων παθογενειών που δεν έχουν αντιμετωπιστεί και στις οποίες προστίθενται και νέες προκλήσεις, όπως η κλιματική αλλαγή αλλά και συγκυριακά γεγονότα, όπως ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή. «Ο ελληνικός αγροτικός τομέας δυσκολεύεται όλο και πιο πολύ να μετατρέψει την εργασία, τη γη και τους άλλους πόρους που διατίθενται σε νέα αξία», επισημαίνει η νέα ανάλυση της διαΝΕΟσις, την οποία υπογράφουν η διευθύντρια Ερευνών δρ Φαίη Μακαντάση και ο Senior Research Analyst Ηλίας Βαλεντής.
Το μεγάλο ζητούμενο είναι, για μια ακόμη φορά, ένα εθνικό σχέδιο για την αγροτική ανάπτυξη που θα αξιοποιεί τα χρήματα που έρχονται από την Ε.Ε., όχι μόνο ως εισοδηματική ενίσχυση των αγροτών αλλά και ως αναπτυξιακό εργαλείο σε σχέση με την κατεύθυνση που έχει αποφασιστεί.
Το σύνολο της ελληνικής αγροτικής παραγωγής το 2024 ήταν 15,7 δισ. ευρώ και στον τομέα εργάζονται 450.000 άτομα. Παράγουμε κυρίως φρούτα, που κατέχουν την πρώτη θέση με μερίδιο 32% το 2024. Στη δεύτερη θέση βρίσκονται τα ζωικά προϊόντα με 15% και ακολουθούν το ελαιόλαδο (13%), τα λαχανικά και οπωροκηπευτικά (13%). Το 85% των παραγόμενων προϊόντων αφορά την εγχώρια χρήση είτε από τα νοικοκυριά είτε από τη βιομηχανία, τον τουρισμό και την εστίαση.
Το 15% της αξίας των προϊόντων προέρχεται από εξαγωγές. Οι ελληνικές εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών του αγροτικού τομέα αυξήθηκαν κατά 8,1% από το 2019 έως το 2024. Το πιο σημαντικό για την ελληνική οικονομία είναι ότι από το 2012 και μετά οι ελληνικές εξαγωγές ξεπερνούν σταθερά τις αντίστοιχες εισαγωγές, και κατά συνέπεια το αγροτικό εμπορικό ισοζύγιο της χώρας είναι θετικό για περισσότερο από μια δεκαετία, όταν όλα τα προηγούμενα χρόνια ήταν αρνητικό.
Στην Ελλάδα υπάρχει ένα σημαντικά υψηλότερο ποσοστό απασχόλησης στον αγροτικό τομέα, το 10,5% των εργαζομένων συνολικά, αλλά η προστιθέμενη αξία που παράγουν είναι μικρότερη από πολλές άλλες χώρες. Η ανάλυση της διαΝΕΟσις ξεχωρίζει τους σημαντικούς παράγοντες που εγκλωβίζουν τον ελληνικό αγροτικό τομέα και τον εμποδίζουν να αποδώσει όσο θα μπορούσε με βάση το δυναμικό του σε σχέση με τις εξελίξεις στην υπόλοιπη Ε.Ε.
«Ο ελληνικός αγροτικός τομέας δυσκολεύεται όλο και πιο πολύ να μετατρέψει την εργασία, τη γη και τους άλλους πόρους που διατίθενται σε νέα αξία», επισημαίνεται.
Η αγροτική γη στην Ελλάδα βασίζεται κυρίως σε μικρές κατακερματισμένες μονάδες, γεγονός που αυξάνει το κόστος παραγωγής και εμποδίζει τις επενδύσεις. Η Ελλάδα έχει την 4η μικρότερη μέση χρησιμοποιούμενη έκταση ανά αγροτική εκμετάλλευση. Χαρακτηριστικά μικρότερες είναι οι εκτάσεις στη Μάλτα, στην Κύπρο και στη Ρουμανία. Μόνο το 3% των αγροτικών εκμεταλλεύσεων στη χώρα ξεπερνάει τα 300 στρέμματα, όταν ο μέσος ευρωπαϊκός όρος βρίσκεται στο 11%.
Παρά τα πολλά ευρωπαϊκά προγράμματα που εφαρμόστηκαν με στόχο την ανανέωση του πληθυσμού που ασχολείται με την αγροτική παραγωγή και την είσοδο νέων αγροτών, παρατηρείται αντιθέτως μείωση των νέων αγροτών. Οι νέοι εργαζόμενοι στον κλάδο (κάτω των 39 ετών) μειώθηκαν από 30% το 2008 σε 20% το 2020. Με βάση τα στοιχεία του 2023 η Ελλάδα διέθετε περισσότερους από 200.000 αγρότες άνω των 65 ετών.
Σοβαρό έλλειμμα καταγράφεται επίσης και όσον αφορά την εκπαίδευση όσων απασχολούνται στην αγροτική παραγωγή. Μόνο το 1,3% της αγροτικής γης στην Ελλάδα αξιοποιείται από διαχειριστές που έχουν πλήρη αγροτική κατάρτιση. Το 94,4% των Ελλήνων αγροτών δεν έχει καμία εκπαίδευση και χρησιμοποιεί μόνο την πείρα, σε μια εποχή που οι τεχνολογικές εξελίξεις στη γεωργία κάνουν άλματα.
Ταυτόχρονα, η μεγάλη οικονομική κρίση περιόρισε και τις επενδύσεις, ενώ οι πολλές μικρές εκμεταλλεύσεις αυξάνουν «τεχνητά» τις ανάγκες για εξοπλισμό. Πολλοί μικροί παραγωγοί διαθέτουν τα χρήματά τους για να αγοράσουν ξεχωριστά μηχανήματα (φθηνά, και συχνά μεταχειρισμένα), αντί για φυτικό ή ζωικό κεφάλαιο ή για πιο σύγχρονα (και πιο ακριβά) μηχανήματα.
Οι απανωτές κρίσεις, σε συνδυασμό με τις διαρθρωτικές αδυναμίες του ελληνικού τομέα έχουν αυξήσει υπέρμετρα το κόστος παραγωγής, ενώ η έλλειψη συνεργασιών και συνεργατικών σχημάτων δημιουργεί ακόμη μεγαλύτερες οικονομικές δυσκολίες.

