Σε εξέλιξη βρίσκεται έως σήμερα, όπως αποκαλύπτει η «Κ», το κατασκοπευτικό θρίλερ που άρχισε να εκτυλίσσεται τον Μάιο του 2025 στην Αλεξανδρούπολη. Είχε τότε συλληφθεί ένας ομογενής από τη Γεωργία με την κατηγορία ότι φωτογράφιζε στρατιωτικές δυνάμεις που μέσω του λιμανιού της ακριτικής πόλης διακινούνταν στο μέτωπο της Ουκρανίας. Ο στρατολόγος και χειριστής του εντοπίστηκε στη Λιθουανία, όπου φέρεται να συμμετείχε, κατ’ εντολήν των ρωσικών υπηρεσιών, σε σχέδιο για τη δολοφονία ενός Ρώσου πολιτικού εξορίστου και ενός Λιθουανού, σφοδρού πολεμίου του Βλαντιμίρ Πούτιν.
Εντεκα μήνες μετά, τον Φεβρουάριο του 2026, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, ένας 55χρονος συγγενής του στρατολόγου, επίσης ομογενής από τη Γεωργία, συνελήφθη στη Θεσσαλονίκη. Εις βάρος του εκκρεμούσε ένταλμα των λιθουανικών αρχών για συμμετοχή στον σχεδιασμό των δύο δολοφονιών. Το διπλό χτύπημα απετράπη, όμως στον φάκελο αποκαλύπτονται η δράση προσώπων σε διαφορετικές χώρες –κάποια από τα οποία παραμένουν ασύλληπτα–, η μεταφορά χρηματικών εμβασμάτων και σειρά επικοινωνιών μέσω κρυπτογραφημένων εφαρμογών. Σύμφωνα με το ένταλμα σύλληψης του επαρχιακού δικαστηρίου του Βίλνιους, ο 55χρονος ομογενής στη Θεσσαλονίκη φέρεται να συμμετείχε στις πρώτες επικοινωνίες για την επιλογή των προσώπων που θα ταξίδευαν στο Βίλνιους προκειμένου να δολοφονήσουν τον Ρουσλάν Γκαμπάσοφ, ρωσικής καταγωγής ακτιβιστή (ανήκει στην εθνότητα των Μπασκίρ), ο οποίος ζει τα τελευταία χρόνια με πολιτικό άσυλο στη Λιθουανία. Τα πρόσωπα που δέχθηκαν να εκτελέσουν το σχέδιο βρέθηκαν και η αμοιβή τους συμφωνήθηκε στις 40.000 ευρώ.
Λίγο αργότερα, όπως περιγράφεται στα διωκτικά έγγραφα, οι εκτελεστές έλαβαν στο WhatsApp από ανώτερο μέλος του δικτύου δύο φωτογραφίες· εκτός του Γκαμπάσοφ υπήρχε και ένας δεύτερος υποψήφιος στόχος, ο Λιθουανός Βάλντας Μπαρτκεβίτσιους, πρόσωπο με ακραίο λόγο, υποστηρικτής της Ουκρανίας, τον οποίο η Μόσχα χαρακτηρίζει νεοναζί. Η φωτογραφία του Μπαρτκεβίτσιους που αντάλλαξαν οι κατηγορούμενοι στο WhatsApp τον απεικόνιζε να ουρεί πάνω σε σοβιετικό μνημείο στο Κουρσκ της Ρωσίας. Η συμφωνία για το δεύτερο «συμβόλαιο» επίσης ήταν για 40.000 ευρώ.
Το έμβασμα
Οι εκτελεστές ζήτησαν χρήματα για να εκδώσουν διαβατήρια και αεροπορικά εισιτήρια από τη Γεωργία στη Λιθουανία. Το αίτημα μεταφέρθηκε προς τους βασικούς κατηγορουμένους και στις 29 Ιανουαρίου 2025 ένα πρόσωπο που δεν φέρεται να γνώριζε λεπτομέρειες για το αιματηρό σχέδιο απέστειλε έμβασμα 5.000 ευρώ από ανταλλακτήριο της πλατείας Αριστοτέλους στη Θεσσαλονίκη. Δύο ημέρες αργότερα οι δύο εκτελεστές φέρεται να ταξίδεψαν στο Βίλνιους για το τελικό μέρος του σχεδίου.
Ο 55χρονος συλληφθείς φέρεται να συμμετείχε στις πρώτες επικοινωνίες για τον εντοπισμό εκτελεστών που θα ταξίδευαν στο Βίλνιους για διπλό χτύπημα, έναντι 80.000 ευρώ.
Στις επόμενες σελίδες του εντάλματος περιγράφονται μια σειρά από παρακολουθήσεις που έκαναν οι κατηγορούμενοι με σκοπό τον εντοπισμό των δύο υποψήφιων θυμάτων και τη χαρτογράφηση των καθημερινών κινήσεών τους. Ενδεικτικά περιγράφεται ότι ένας Ουκρανός μετέβη με ταξί έξω από το σπίτι του Μπαρτκεβίτσιους τραβώντας φωτογραφίες από την είσοδο και το γραμματοκιβώτιο. Ο ίδιος, όπως σημειώνεται, έστειλε το υλικό της παρακολούθησης σε κάποιον «Karl» στο Telegram. Τα στοιχεία του τελευταίου παραμένουν άγνωστα, όμως προκύπτει ότι είναι πρόσωπο ανώτερο στην ιεραρχία και δίνει εντολές για την ιχνηλάτηση των στόχων και τη μεταφορά εμβασμάτων, κι επίσης παραλαμβάνει υλικό των παρακολουθήσεων των στόχων.
Τα μέλη του δικτύου αφιέρωσαν πολλές συζητήσεις στον Μπαρτκεβίτσιους. Διαφορετικά πρόσωπα κατέγραψαν το σπίτι και τα δρομολόγιά του στο Βίλνιους. Στα έγγραφα αναφέρονται μηνύματα όπως «Αυτό είναι το σπίτι του, αλλά αυτός δεν είναι εδώ, θα τον δούμε και αύριο», «Αυτός είναι ο επόμενος» κ.ά. Οι ίδιοι φέρεται να μοιράζονταν πληροφορίες για την καθημερινή ρουτίνα του στόχου –περιγράφουν ότι το σπίτι απέχει 500-700 μέτρα από τον παιδικό σταθμό–, τις ώρες που συνοδεύει ο ίδιος το παιδί του στον σταθμό, ότι έχει τοποθετήσει κάμερες ασφαλείας στον περίβολο του σπιτιού, κι επίσης ότι «διαθέτει δικό του εργαστήριο και προετοιμάζει αυτοκίνητα για τους Ουκρανούς στο μέτωπο», όπως σημειώνεται. Στις ίδιες επικοινωνίες, μέσω WhatsApp και Telegram, οι κατηγορούμενοι διακινούσαν την πληροφορία ότι στο παρελθόν ο στόχος είχε αδειάσει μια σακούλα με περιττώματα στο μνημείο που στήθηκε δίπλα στη ρωσική πρεσβεία στο Βίλνιους, στη μνήμη των θυμάτων του τρομοκρατικού χτυπήματος σε αίθουσα συναυλιών στη Μόσχα το 2024.
Την ίδια στιγμή, αντίστοιχη παρακολούθηση βρισκόταν σε εξέλιξη στο Βίλνιους και για τον δεύτερο στόχο, τον πολιτικό ακτιβιστή Ρουσλάν Γκαμπάσοφ. Οι κατηγορούμενοι είχαν καταγράψει τις ώρες που πήγαινε στο γραφείο, ενώ, όπως περιγράφεται, οι ίδιοι είχαν τοποθετήσει στο αυτοκίνητό του συσκευή εντοπισμού θέσης, με σκοπό να φθάσουν στο σπίτι του. Και σε αυτή την περίπτωση στα διωκτικά έγγραφα περιγράφεται ότι το υλικό της παρακολούθησης διαβιβαζόταν στον σκιώδη «Karl» στο Telegram. Εκτός από το Βίλνιους, ορισμένα από τα μέλη του δικτύου φέρεται να πραγματοποίησαν την ίδια περίοδο συναντήσεις στο Μόναχο.
Στο μεταξύ, οι κατηγορούμενοι είχαν χαρτογραφήσει τα σημεία όπου υπήρχαν κάμερες κι επίσης είχαν επιλέξει το σημείο για την επίθεση. Κάποια στιγμή σε έναν κατηγορούμενο ανατέθηκε να βρει όπλο για τη δολοφονία. Εκείνος καθυστερούσε και τότε κάποιος ψηλότερα στην ιεραρχία του δικτύου αγόρασε ο ίδιος ένα ψαροντούφεκο Mares Jet NP, όπως σημειώνεται χαρακτηριστικά. Οι κατηγορούμενοι δεν πρόλαβαν να πραγματοποιήσουν το διπλό χτύπημα. Στις 12 Μαρτίου 2025 οι λιθουανικές αρχές έκαναν εφόδους σε σπίτια και συνέλαβαν κάποιους εξ αυτών. Για άλλους ζητήθηκε η έκδοση ευρωπαϊκών ενταλμάτων. Στα διωκτικά έγγραφα κατονομάζονται οκτώ άτομα, μεταξύ αυτών τρεις Ελληνες ομογενείς από τη Γεωργία, κι επίσης Γεωργιανοί, Λευκορώσοι και Λιθουανοί.
Τέσσερα αδικήματα
Το ένταλμα για τον 55χρονο ομογενή στη Θεσσαλονίκη εκδόθηκε σε δεύτερο χρόνο τον περασμένο Νοέμβριο και αφορούσε τέσσερα αδικήματα. Ο ίδιος συνελήφθη στα μέσα Φεβρουαρίου και αρνήθηκε τις κατηγορίες. Οπως παρουσίασε πριν από το Πάσχα η ιστοσελίδα Voria.gr, ο ίδιος ζήτησε να μην εκδοθεί στη Λιθουανία, υποστηρίζοντας ότι διατρέχει κίνδυνο η ζωή του. Το Συμβούλιο Εφετών έδωσε το πράσινο φως για την έκδοση, η οποία πρόκειται να κριθεί το επόμενο διάστημα από το αρμόδιο ποινικό τμήμα του Αρείου Πάγου. Στα διωκτικά έγγραφα σημειώνεται ότι ο 55χρονος από κοινού με άλλα άτομα ενήργησε κατά της Δημοκρατίας της Λιθουανίας για τη συλλογή πληροφοριών σχετικά με την προσωπική ζωή δύο προσώπων και την προετοιμασία των δολοφονιών τους, με σκοπό «την έκφραση μίσους λόγω των πολιτικών ή αντιπολιτευτικών τους πεποιθήσεων».
Η σύνδεση με τον ελαιοχρωματιστή της Αλεξανδρούπολης
Τον Μάιο του 2025 η ΕΥΠ σε συνεργασία με την αστυνομία συνέλαβε για κατασκοπεία έναν 59χρονο ομογενή με καταγωγή από την πόλη Τσάλκα της Γεωργίας. Εμενε στην Αλεξανδρούπολη με την οικογένειά του και εργαζόταν ως ελαιοχρωματιστής. Από την έρευνα προέκυψε ότι φωτογράφιζε και βιντεοσκοπούσε κινήσεις στρατιωτικού υλικού, που μέσω του λιμανιού της Αλεξανδρούπολης κατέληγε στα πεδία μαχών της Ουκρανίας. Οδηγήθηκε στη φυλακή αντιμετωπίζοντας βαριά δίωξη για κατασκοπεία. Ο 59χρονος, πάντως, δεν ήταν το κεντρικό πρόσωπο σε αυτή την υπόθεση. Η ΕΥΠ είχε οδηγηθεί στα ίχνη του παρακολουθώντας έναν 53χρονο συντοπίτη του, ομογενής και αυτός από τη Γεωργία, που τα τελευταία χρόνια ζούσε στη Θεσσαλονίκη. Ο συγκεκριμένος ήταν καταχωρισμένος στις λίστες των δυτικών υπηρεσιών πληροφοριών ως ύποπτος για διασυνδέσεις με τη ρωσική στρατιωτική υπηρεσία πληροφοριών GRU. Αυτός φέρεται να είχε στρατολογήσει τον ελαιοχρωματιστή και επίσης ήταν ο αποδέκτης των φωτογραφιών που τραβούσε ο 59χρονος από το λιμάνι της Αλεξανδρούπολης. Ο «στρατολόγος» βρισκόταν στο ραντάρ της ΕΥΠ ήδη από τα τέλη του 2024 και παρέμεινε υπό επιτήρηση έως τον Μάρτιο του 2025. Τότε ταξίδεψε στη Λιθουανία, με τις ελληνικές Αρχές να ενημερώνουν σχετικά την ομόλογη υπηρεσία της Λιθουανίας.
Τον 59χρονο, που είχε συλληφθεί το 2025, στρατολόγησε συντοπίτης του ο οποίος είχε μπει στο ραντάρ της ΕΥΠ και βρισκόταν υπό επιτήρηση.
Κατόπιν τούτου ο 53χρονος συνελήφθη στο Βίλνιους, καθώς προέκυψαν ενδείξεις ότι συμμετείχε σε προπαρασκευαστικές ενέργειες για τις δύο δολοφονίες των επικριτών του Κρεμλίνου. Ιχνη του είχαν εντοπιστεί και στην Κύπρο, όπου φέρεται να είχε εκδώσει ρωσικό διαβατήριο, ενώ κατά πληροφορίες είχε και πολιτικές διασυνδέσεις, καθώς σε ανοιχτές βάσεις δεδομένων εμφανίζεται ως CEO σε εταιρεία που ελέγχει η κόρη ενός Ρώσου αξιωματούχου. Μετά τη σύλληψή του στη Λιθουανία, οι τοπικές διωκτικές αρχές είχαν εντοπίσει στο κινητό του τηλέφωνο επικοινωνίες του μέσω WhatsApp με τον ελαιοχρωματιστή της Αλεξανδρούπολης.
«Υπαρξιακή απειλή»
Οι Λιθουανοί στο ευρωπαϊκό ένταλμα για τον 55χρονο ομογενή στη Θεσσαλονίκη αφιερώνουν ειδική ενότητα στη σημασία που θεωρούν ότι είχε ο σχεδιασμός των δύο δολοφονιών για την εθνική ασφάλεια της χώρας τους κι επίσης για την απειλή που αισθάνονται από τη Ρωσία. Πιο ειδικά, στη διάταξη του Επαρχιακού Δικαστηρίου του Βίλνιους με ημερομηνία 4 Νοεμβρίου 2025 σημειώνεται ότι οι κατηγορούμενοι ενεργούσαν για λογαριασμό των συμφερόντων της Υπηρεσίας Πληροφοριών και Ασφάλειας της Ρωσικής Ομοσπονδίας.
Στο ίδιο έγγραφο γίνεται επίκληση στην Εθνική Στρατηγική Ασφαλείας της Λιθουανίας –τροποποιήθηκε το 2021–, σύμφωνα με την οποία η μεγαλύτερη απειλή για την εθνική ασφάλεια και τα εθνικά συμφέροντα της χώρας «προέρχεται από την αυξανόμενη αυταρχικότητα της Ρωσικής Ομοσπονδίας, την επιθετικότητα και την υλοποίηση ιμπεριαλιστικών φιλοδοξιών μέσω στρατιωτικών και άλλων μη συμβατικών υβριδικών μέσων», όπως σημειώνεται. Και πιο κάτω: «Παραβιάζοντας όλο και περισσότερο όχι μόνο τις απόψεις της διεθνούς κοινότητας, αλλά και το διεθνές δίκαιο, η ρωσική κυβέρνηση δημιουργεί υπαρξιακή απειλή για τη Δημοκρατία της Λιθουανίας και για την ασφάλεια ολόκληρης της ευρωατλαντικής κοινότητας». Παρόμοιες διατυπώσεις δεν είναι συνηθισμένες σε διωκτικά έγ-γραφα για ποινικές υποθέσεις.
