Αποκαλυπτικά του βαθμού στον οποίο οι τιμές ενοικίασης κατοικιών, ειδικά στην Αττική, κινούνται πλέον σε επίπεδο μη βιώσιμο για το μέσο νοικοκυριό είναι τα συμπεράσματα σχετικής μελέτης του ΚΕΦίΜ (Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών), που αναλύει τα στοιχεία της Eurostat για το 2024.
Με βάση αυτά, στο λεκανοπέδιο η αναλογία ενοικίου προς μηνιαίο εισόδημα ανέρχεται στο 70,2% για ένα τυπικό δυάρι διαμέρισμα επιφάνειας έως 60 τ.μ. (σαλόνι, κουζίνα και ένα υπνοδωμάτιο) και στο 93,6% για ένα τριάρι διαμέρισμα (σαλόνι, κουζίνα και δύο υπνοδωμάτια), έναντι 31%-34% και 46% αντίστοιχα για τον μέσο όρο της Ε.Ε.
Τα ενοίκια που παραθέτει η Eurostat αφορούν σταθμισμένα στοιχεία, με βάση ένα μείγμα νέων και παλαιών κατοικιών, σε προσιτές και ακριβές περιοχές.
Με δεδομένο ότι για το 2024 ο μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης (σε 12μηνη βάση) διαμορφωνόταν σε 1.500 ευρώ, απαιτείται πλέον σχεδόν το σύνολό του για την ενοικίαση ενός τυπικού τριαριού, δηλαδή ενός διαμερίσματος επιφάνειας 75-95 τ.μ., καθώς το κόστος ενοικίασής του διαμορφώθηκε σε 1.400 ευρώ στην Αττική.
Με βάση τα στοιχεία της Eurostat, το αντίστοιχο ποσό για ένα διαμέρισμα 50-60 τ.μ. διαμορφώνεται πλέον σε 1.050 ευρώ στην Αττική. Τα στοιχεία της Eurostat αφορούν σταθμισμένα στοιχεία, με βάση ένα μείγμα νέων και παλαιών κατοικιών, σε προσιτές και ακριβές περιοχές. Οι τιμές αυτές είναι συγκρίσιμες με τον μέσο όρο των πρωτευουσών της Ε.Ε. για δυάρι διαμέρισμα ενός υπνοδωματίου (1.120 ευρώ) και τριάρι δύο υπνοδωματίων (1.514 ευρώ), αναδεικνύοντας ότι η αγορά ενοικίου στην Αθήνα κινείται σε επίπεδα αντίστοιχα με την Ε.Ε.
Επομένως, η διαφορά που παρατηρείται σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη συμπίεση των χαμηλών ελληνικών μισθών (μηνιαίος μισθός 1.500 ευρώ, έναντι 3.317 ευρώ για τον μέσο όρο της Ε.Ε.), με τιμές ενοικίου σε επίπεδο συγκρίσιμο με την υπόλοιπη Ευρώπη.
Μάλιστα, η ανάλυση σε βάθος χρόνου δείχνει και την επιδείνωση της κατάστασης, καθώς ακόμη και το 2015, δηλαδή μεσούσης της οικονομικής κρίσης, η αναλογία ενοικίου προς εισόδημα για διαμέρισμα με ένα υπνοδωμάτιο στην Αθήνα ήταν 41,6% – μια αναλογία ήδη σχετικά υψηλή σε σύγκριση με την Ε.Ε. (23,7%).
Ωστόσο, μετά την έντονη ανοδική πορεία των ενοικίων, η αναλογία αυτή εκτινάχθηκε στο 70,2% το 2024, απόρροια ακριβώς της δραματικής υποχώρησης των εισοδημάτων, που ακόμη δεν έχουν ανακάμψει όσο θα έπρεπε, συμπιέζοντας έτσι την αγοραστική δύναμη και τις οικονομικές «αντοχές» των νοικοκυριών.
Εν τω μεταξύ, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, οι τιμές των ενοικίων δεν δείχνουν κανένα σημάδι επιβράδυνσης, καθώς η Ελλάδα κατέγραψε πέρυσι (2025) τη δεύτερη μεγαλύτερη αύξηση ενοικίων στην Ε.Ε. με 10,1%, πίσω μόνο από την Κροατία, όπου η αύξηση άγγιξε το 17,6%. Ετσι, το κόστος ενοικίασης ενός διαμερίσματος ενός υπνοδωματίου έχει πλέον αυξηθεί σε 1.150 ευρώ και δύο υπνοδωματίων σε 1.500 ευρώ. Ακολουθούν η Ουγγαρία (+9,8%), η Βουλγαρία (+9,6%) και η Ρουμανία (+8,2%).
Εξετάζοντας την πορεία των ενοικίων στην Ελλάδα, βέβαια, και σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ε.Ε. τα προηγούμενα χρόνια, παρατηρούνται σημαντικές διαφορές. Συγκεκριμένα, ενώ από το 2000 έως το 2025 ο σχετικός δείκτης τιμών ενοικίων στην Ε.Ε. καταγράφει μια σωρευτική αύξηση κατά 56%, στην Ελλάδα η εικόνα είναι διαφορετική. Αρχικά, την περίοδο 2000-2011 οι τιμές των ενοικίων στην Ελλάδα αυξήθηκαν κατά 53%, σημειώνοντας ετήσιο ρυθμό αύξησης που κινείτο πέριξ του 4%-5%, υπερβαίνοντας σταθερά τόσο τον πληθωρισμό όσο και τα ενοίκια στην υπόλοιπη Ε.Ε. Η δυναμική αυτή συνδέεται με τα χρόνια ευημερίας στη χώρα, πριν από το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης. Ακολούθησε μια απότομη διόρθωση κατά 26% την περίοδο 2011-2018, απόρροια της δημοσιονομικής κρίσης, των μνημονίων, της συρρίκνωσης των εισοδημάτων και της δραματικής αύξησης της ανεργίας. Την περίοδο αυτή ο πληθωρισμός των ενοικίων ήταν αρνητικός από 2% έως 8% ετησίως, ενώ ο γενικός πληθωρισμός κυμαινόταν πέριξ του 0%. Από το 2023 και μετά η τάση αντιστράφηκε εκ νέου και μάλιστα δραματικά, καθώς τα ενοίκια αυξάνονται πλέον με ρυθμό 5%-10% ετησίως, ενώ ο γενικός πληθωρισμός αποκλιμακώνεται στο 3%. «Η ψαλίδα αυτή, που το 2025 ξεπερνάει τις 7 ποσοστιαίες μονάδες, σηματοδοτεί πραγματική και ταχεία επιδείνωση της οικονομικής προσβασιμότητας της στέγης – ιδίως για χαμηλόμισθους εργαζομένους και νέα νοικοκυριά», επισημαίνει η μελέτη του ΚΕΦίΜ.
Παρά την πρόσφατη αύξηση, όμως, τα ενοίκια σε πραγματικούς όρους παραμένουν χαμηλότερα κατά 8,7% σε σύγκριση με τα επίπεδα που βρίσκονταν πριν από την κρίση, ενώ αντίστοιχα τα ενοίκια στην Ε.Ε.-27 αυξάνονταν αδιάλειπτα το ίδιο διάστημα. Η αντίφαση αυτή –δείκτης χαμηλότερος από τα ιστορικά υψηλά, αλλά ταυτόχρονα βαρύς για τα νοικοκυριά– εξηγείται από τη δραματική υποχώρηση των εισοδημάτων κατά την ίδια περίοδο. Ουσιαστικά, δηλαδή, αυτή η αύξηση των ενοικίων συμβαίνει σε ένα περιβάλλον όπου τα εισοδήματα δεν έχουν ανακάμψει αναλόγως, καθιστώντας τη στέγαση δυσανάλογα ακριβή σε σχέση με τη δεκαετία του 2000.
Ειδικά σε ό,τι αφορά την τελευταία 10ετία (2015-2025), η χώρα με τη μεγαλύτερη αύξηση των ενοικίων είναι η Ουγγαρία με 105%, ενώ έπονται η Λιθουανία με 83%, η Ιρλανδία και η Πολωνία. Αντιθέτως, η Ελλάδα καταγράφει αύξηση κατά 13% από το 2015, καθώς τα ενοίκια είχαν μειωθεί σημαντικά την περίοδο της κρίσης και μόλις πρόσφατα ξεπέρασαν το επίπεδο του 2015. Σύμφωνα με το ΚΕΦίΜ, η υψηλή αύξηση των τελευταίων ετών στην Ελλάδα αποδίδεται σε συνδυασμό παραγόντων: στην αυξημένη ζήτηση λόγω τουρισμού και βραχυχρόνιων μισθώσεων (Airbnb), στην περιορισμένη προσφορά νέων κατοικιών κατά την περίοδο της κρίσης, στην εισροή ξένων επενδύσεων στην αγορά ακινήτων κυρίως λόγω του προγράμματος «χρυσή βίζα», στην ύπαρξη μεγάλου αριθμού κλειστών διαμερισμάτων και στην ανάκαμψη της οικονομίας που αυξάνει τη ζήτηση.
Σε σχετική δήλωσή του ο πρόεδρος του ΚΕΦίΜ Νίκος Ρώμπαπας επισημαίνει ότι «η στεγαστική κρίση αφορά πέρα από την αγορά ακινήτων, την καθημερινότητα, τις προοπτικές και την ποιότητα ζωής χιλιάδων νοικοκυριών. Η αντιμετώπισή της απαιτεί ένα συνδυασμό πολιτικών που πρώτα και κύρια θα ενισχύουν την προσφορά κατοικιών, θα αντιμετωπίζουν τις στρεβλώσεις της αγοράς και θα στηρίζουν αποτελεσματικά τα ευάλωτα νοικοκυριά χωρίς να πέφτουν στην παγίδα λαϊκιστικών και αποδεδειγμένα αναποτελεσματικών πολιτικών, όπως ο καθορισμός ανώτατων ενοικίων».

